Σάββατο, 18 Νοεμβρίου 2017

Μ Η Δ Ε Ι Α

[[ δαμ- ων ]]

1. ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ
Η Μήδεια δεν είναι βάρβαρη, όπως την αποκαλούν οι περισσότεροι συγγραφείς. Μπορεί να ζούσε σε βαρβαρική χώρα, αλλά η καταγωγή της είναι Ελληνική. Ο πατέρας της Αιήτης είναι Έλληνας, αρχικά βασιλιάς της Κορίνθου. Η καταγωγή της, λοιπόν, ήταν από την Κόρινθο. Εκεί έμελλε να γυρίσει, πολλά χρόνια αφότου ξενιτεύτηκε ο πατέρας της, και να παιχθεί η μεγάλη τραγωδία της ζωής της, που αποτελεί το κεντρικό θέμα αυτής της μονογραφίας.
Ο Ρωμαίος ποιητής Οβίδιος στο βιβλίο του “Ερωτικές επιστολές” παρουσιάζει τη Μήδεια να γράφει μια επιστολή διαμαρτυρίας στον αγαπημένο της Ιάσονα, που την έχει προδώσει για τα γλυκά μάτια της Γλαύκης, όπου η προδομένη γυναίκα από την Κολχίδα λέει με πικρό παράπονο, πως ο καλός της την αποκαλεί βάρβαρη. Επιπλέον το απόσπασμα, που παραθέτουμε, μας εισάγει σε όσα θα εξετάσουμε αργότερα διεξοδικά:
[[ Η ίδια εκείνη η Μήδεια, που τη λες βάρβαρη,
που σου φαίνεται τώρα τόσο αξιοκαταφρόνητη, και μάλιστα ένοχη,
αυτή μ’ όλα αυτά είναι που, ρίχνοντας το δράκι σ’ έναν ύπνο μαγεμένο,
σ’ έφερε σε θέση ν’ αρπάξεις, χωρίς κίνδυνο, το πολύτιμο δέρας.

Η συνέχεια >>> VagiaBlog…

Πρόδωσα τον πατέρα μου, εγκατέλειψα το βασίλειό μου και την πατρίδα μου,
και θεώρησα ευτυχία μου μια υποχρεωτική εξορία.
Μ’ όλα αυτά η τιμή μου θυσιάστηκε σ’ έναν άπιστο τυχοδιώκτη.
Άφησα μια αγαπητή αδελφή και μια πολυαγαπημένη μητέρα.
Πήρα μαζί μου μόνο έναν αδελφό. Αλλ’ εδώ τα λόγια μου σταματούν,
και το χέρι μου αρνείται να γράψει εκείνο που τόλμησε να κάνει.
Άξιζα την τύχη μου, και έπρεπε να σε κάνω να υπομένεις και συ την ίδια τύχη. ]] (Οβίδιος, “Ερωτικές επιστολές”, επιστ. 12, επιστολή Μήδειας στον Ιάσονα, 78-88)
Για τη μη βαρβαρική καταγωγή της Μήδειας ο Βασίλης Μπουντούρης γράφει στο έργο του “Η άλλη Μήδειᔨ:
«ΜΗΔΕΙΑ
Γεννήθηκα στη χώρα
των Κόλχων
μετανάστης η μνήμη μου
γεμάτη Κόρινθο.
Γεννήθηκα μες στο χρυσάφι
της Αίας
φτωχή η καρδιά μου χωρίς
την Κόρινθο

Ο πατέρας ν’ ασπρίζει
η καρδιά να φτερουγίζει
ευχή και κατάρα να πάμε
στην Κόρινθο.

Γεννήθηκα εκεί
που υπάρχει ο βοριάς
μεγάλωσα για να ’ρθω
εκεί που υπάρχει ο νότος
ο πόθος ο ζεστός
η ωραία η Κόρινθος.»
Για να φτάσουμε να εξετάσουμε και να αναλύσουμε το δράμα της Μήδειας, πρέπει να ξέρουμε την προϊστορία της. Γιατί δηλαδή, η ξένη για τους Έλληνες, αισθάνεται ατιμασμένη και προδομένη. Πώς ο μεγάλος της έρωτας για τον Ιάσονα μετατρέπεται σε καταστροφικό μίσος και γιατί φτάνει στην έσχατη πράξη μανίας να σκοτώσει τα ίδια τα παιδιά της.
Για να φτάσει η Μήδεια στην Κόρινθο, όπου διαδραματίστηκε η τραγωδία της, είχε προηγηθεί η Αργοναυτική εκστρατεία, που έφερε τον Ιάσονα στην Κολχίδα. Από την Κολχίδα της Ανατολής η κόρη βρέθηκε στην Ελλάδα, πρώτα στην Ιωλκό και μετά στην Κόρινθο. Είναι αναγκαίο και πρέπον να εξετάσουμε όλη αυτή τη διαδρομή και όλα τα γεγονότα. Αρχή κρίνω πως πρέπει να κάνουμε από τις ρίζες των πρωταγωνιστών, της Μήδειας και του Ιάσονα.

Πέμπτη, 2 Νοεμβρίου 2017

Γιγαντομαχία

[[ δαμ- ων ]]

Μετά από χιλιάδες χρόνια οι άνθρωποι συνέχιζαν να βρίσκουν μέσα στη γη κόκαλα από σκοτωμένους Γίγαντες. Έδειχναν βράχους που είχαν εκσφενδονίσει αυτοί ή οι θεοί, όπως ένα βράχο στη Λυκαονία, που έλεγαν πως τον είχε ρίξει ο Δίας. Νησιά σαν τη Νίσυρο, τη Λήμνο και την Πορφυριώνη στην Προποντίδα. Βουνά σαν τον Μίμαντα και ηφαίστεια σαν το Βεζούβιο και την Αίτνα που κρατούσαν στα σπλάχνα τους τους Γίγαντες. Άλλοι ιστορούν πως επίτηδες η Γη με στοργή είχε θάψει τους γιους της βαθιά κάτω από τα βουνά ή πως είχε μεταμορφώσει τους ίδιους σε βουνά.
Από το αίμα των φονευθέντων Γιγάντων, λένε, γεννήθηκαν άνθρωποι, που ήσαν χειρότεροι εκείνων. Γι’ αυτό ο Δίας αναγκάστηκε να τους ξεκάνει με τον κατακλυσμό- γνωστό σαν κατακλυσμό του Δευκαλίωνα- για να ξεκαθαρίσει τη γη από την κακία, την ανηθικότητα και την ασέβεια.
Ο λατίνος ποιητής Οβίδιος γράφει για την Γιγαντομαχία:
[[ Για να μην είναι πιο ασφαλής απ’ τη γη ο αιθέρας, που ‘ναι στα ύψη,
Γίγαντες, λένε, πως το βασίλειο το επουράνιο επιθυμήσαν
κι ως συναθροίσαν τα όρη, μέχρι τα ψηλά άστρα τα συσσωρεύσαν.
Τότε ο πατέρας ο παντοκράτωρ κεραυνό ρίχνοντας τον Όλυμπο σκίζει
κι εκσφενδονίζει το όρος Πήλιο μακριά απ’ την Όσσα, που ήταν πιο κάτω.
Αφού απ’ το βάρος κατασπαρμένα σκληρά κατακειτόνταν,
λεν πως η Γη μας, περιβρεγμένη απ’ των παιδιών της το πολύ αίμα,
πολύ υγράνθη κι έχει εμψυχώσει το θερμό λύθρο και για να μείνει
και κάποια μνήμη του δικού της γήινου γένους, τότε σ’ εκείνο
έδωσε τούτη μορφές ανθρώπων…. ]] (Οβίδιος, Μεταμορφώσεις, βιβλ. Ι, 151- 160)

Η συνέχεια >>> VagiaBlog…
Σχόλια:
• Από τους αρχαίους συγγραφείς έχουμε πολλές μαρτυρίες για τον διασκορπισμό των γιγάντων, που δεν σκότωσαν στην βασική μάχη οι θεοί. Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης γράφει για τα κατορθώματα του Ηρακλή και θεωρεί ότι αυτές οι άγριες φυλές των Γιγάντων αποτελούνται από άντρες που διακρίνονταν για την σωματική τους ρώμη.
«Ο Ηρακλής, τώρα, κίνησε από τον Τίβερη, πέρασε την παραλία της λεγομένης σήμερα Ιταλίας κι έφτασε στην πεδιάδα της Κύμης, όπου, σύμφωνα με τον μύθο, υπήρχαν άντρες που διακρίνονταν για την σωματική τους ρώμη και ήταν φημισμένοι για την παρανομία τους, που ονομάζονταν γίγαντες. Η πεδιάδα, επίσης, ονομαζόταν Φλεγραία, από τον λόφο που τα παλαιά χρόνια ξερνούσε πελώριες φωτιές, όπως περίπου η Αίτνα στη Σικελία. Σήμερα ο λόφος αυτός ονομάζεται Βεζούβιος κι έχει πολλά σημάδια από την φωτιά που έβγαζε τα αρχαία χρόνια. Οι γίγαντες, λοιπόν, μόλις έμαθαν για την εμφάνιση του Ηρακλή, μαζεύτηκαν όλοι και παρατάχτηκαν να τον αντιμετωπίσουν. Η μάχη που ακολούθησε ήταν θαυμαστή για την δύναμη και την τόλμη των γιγάντων και λένε πως ο Ηρακλής συμμάχησε με τους θεούς για να επικρατήσει κι έτσι, αφού σκότωσε τους περισσότερους, εξημέρωσε την περιοχή. Ο μύθος αναφέρει πως οι γίγαντες, ήσαν παιδιά της γης, ένεκα του τεράστιου μεγέθους των σωμάτων τους. Αυτά αναφέρουν μερικού συγγραφείς μύθων για τους μύθους που φονεύτηκαν στη Φλέγρα, την εκδοχή των οποίων ακολουθεί και ο ιστορικός Τίμαιος.» (Διόδωρος Σικελιώτης, “Ιστορικά”, βιβλ. 4, 21, 5-7)
Μια άλλη μάχη του Ηρακλή με τους γίγαντες έχουμε στην Αργοναυτική εκστρατεία, όπως περιγράφεται στα Αργοναυτικά:
[[ Κι όταν στο ρέμα του Ωκεανού βυθιζόταν ο Τιτάνας (Ήλιος)
και η αστροντυμένη Σελήνη έφερνε το μαύρο σκοτάδι,
τότε πολεμιστές ήρθαν άντρες, που κατοικούσαν
στα βουνά της Άρκτου, ανόητοι σαν τα θηρία,
όμοιοι με τους τρανούς τιτάνες και τους Γίγαντες·
γιατί έξι χέρια στον καθένα τους ώμο ξεπηδούσαν.
Αυτούς μόλις είδαν τότε οι ακαταμάχητοι άρχοντες (Αργοναύτες),
πρόθυμοι για μάχη φόρεσαν τα πολεμικά τους όπλα.
Και άλλοι αμύνονταν με πεύκα κι άλλοι με έλατα·
κι έπεσαν πάνω στους Μινύες στο μαύρο σκοτάδι.
Αυτούς, καθώς ορμούσαν, τους σκότωνε του Δία
ο αντρειωμένος γιός (Ηρακλής), ρίχνοντας με το τόξο. ]] (Ορφικά, “Αργοναυτικά”, 512- 523)
Ο Πρόκλος σε έναν ύμνο του προς την Αθηνά, την αποκαλεί δαμάστρια των Γιγάντων. Παραθέτουμε ένα απόσπασμα από την αρχή του ύμνου:
Κλῦθί μευ, αἰγιόχοιο Διὸς τέκος, ἡ γενετῆρος πηγῆς ἐκπροθοροῦσα καὶ ἀκροτάτης ἀπὸ σειρῆς· ἀρσενόθυμε, φέρασπι, μεγασθενές, ὀβριμοπάτρη, Παλλάς, Τριτογένεια, δορυσσόε, χρυσεοπήληξ, κέκλυθι· δέχνυσο δ᾽ ὕμνον ἐύφρονι, πότνια, θυμῷ, μηδ᾽ αὔτως ἀνέμοισιν ἐμόν ποτε μῦθον ἐάσῃς, ἡ σοφίης πετάσασα θεοστιβέας πυλεῶνας καὶ χθονίων δαμάσασα θεημάχα φῦλα Γιγάντων· (Ύμνος Πρόκλου στην Αθηνά)
( Μετ.: Εισάκουσέ με, τέκνο του του Διός που έχει την αιγιίδα, που ξεπήδησες από την πηγή του γεννήτορα και από την κορυφή της σειράς, αρσενόθυμε, που φέρεις την ασπίδα, που έχεις μέγα σθένος, οβριμόπατρη, Παλλάς, Τριτογένεια, που σείεις το δόρυ, χρυσόκρανη, εισάκουσέ με. Δέξου τον ύμνο πότνια, με εύφρονα θυμό, και μην αφήσεις ποτέ έτσι τα λόγια μου στους ανέμους, εσύ που άνοιξες τους θεοστιβείς πυλώνες της σοφίας και δάμασες τα θεΐμαχα φύλα των χθόνιων Γιγάντων.)

• Ερμηνεία των ονομάτων των Φλεγραίων Γιγάντων:
H ονομασία Γίγας (-αντος) προέρχεται από την λέξη γή και η πρωταρχική σημασία της είναι γηγενής (=γεννημένος από την γη), δηλώνοντας ακριβώς την εκ της Γαίας προέλευση των Γιγάντων, ενώ λόγω αυτών κατέληξε να σημαίνει και γίγας, γιγάντιος, ισχυρός.
Αλλά και τα περισσότερα από τα ονόματα των γνωστών Φλεγραίων Γιγάντων δεν είναι καθόλου τυχαία, καθώς δηλώνουν, ή υποδηλώνουν τις ιδιότητες και χαρακτηριστικά τους:
AΓΑΣΘΕΝΗΣ: Eίναι σύνθετο, εκ των άγαν (=πολύ, πάρα πολύ, πέραν του δέοντος) και σθένος (=σθένος, ρώμη, δύναμις, ισχύς, ορμή αφθονία), και σημαίνει «πολύ δυνατός, πολύ ισχυρός», δηλώνοντας την μεγάλη ισχύ του Αγασθένη.
ΑΓΡΙΟΣ: Σημαίνει άγριος, δηλώνοντας την άγρια φύση του Αγρίου.
ΑΛΚΥΟΝΕΥΣ: Είναι σύνθετο, εκ των αλκή (=ρώμη, δύναμις, ισχύς, ανδρεία, τόλμη, προπύργιο, μάχη) και όνειος (=ωφέλιμος, χρήσιμος), και σημαίνει «ο ισχυρά ωφελών, βοηθών», δηλώνοντας την μεγάλη ισχύ του Αλκυονέως.
ΑΡΙΣΤΑΙΟΣ: Προέρχεται από την λέξη άριστος (=άριστος, κάλλιστος, ευγενής, εξέχων, πρώτιστος, ανδρείος), και σημαίνει άριστος, εξέχων, ανδρείος, δηλώνοντας ότι ο Αρισταίος ήταν ένας εκ των επιφανεστέρων Γιγάντων.
ΓΡΑΤΙΩΝ: Προέρχεται από την λέξη γράσος (=δυσωδία) και σημαίνει δυσώδης, υποδηλώνοντας την μιαρή, βδελυρή φύση του Γρατίωνος.
ΔΑΜΥΣΟΣ: Είναι σύνθετο, εκ των δά (=γή-στα Δωρικά) και μύσος (=μίασμα, βδέλυγμα, ακαθαρσία) και σημαίνει «μίασμα, βδέλυγμα της γής», δηλώνοντας την εκ της γής προέλευση και την μιαρή, βδελυρή φύση του Δαμύσου.
ΕΓΚΕΛΑΔΟΣ: Είναι σύνθετο, εκ των εν (το οποίο εν συνθέσει σημαίνει εντός, έχων, περιέχων, κάπως, ενώπιον, εις βάρος) και κέλαδος (=θόρυβος καταπίπτοντος ύδατος ή ανέμου, θόρυβος, πάταγος, βοή, αλαλαγμός, κραυγή, φωνή μαντείου), και σημαίνει «εσωτερικός θόρυβος, πάταγος, βοή», δηλώνοντας το αναφερόμενο από τους μύθους ότι ο Εγκέλαδος προκαλεί τις εσωτερικές βροντές της Αίτνας (η του Βεζουβίου).
ΕΜΦΥΤΟΣ: Είναι σύνθετο, εκ των εν και φυτός (=βλαστήσας, φυτρώσας, γεννηθείς, ο εκ φύσεως φυτρώσας, γεννηθείς), και σημαίνει «ο εντός φυτρώσας, γεννηθείς, εμφυτευθείς, έμφυτος», δηλώνοντας την έσωθεν, από την γή γέννηση του Εμφύτου.
ΕΥΒΟΙΟΣ: Είναι σύνθετο, εκ των ευ (το οποίο εν συνθέσει σημαίνει καλώς, ευτυχώς, επιτυχώς, ορθώς, συνοποδηλώνοντας αφθονία ή ευκολία) και βούς (=βόδι), και σημαίνει «ο έχων καλές και άφθονες, βοσκές, ευτραφής», υποδηλώνοντας το μέγα μέγεθος του Ευβοίου.
ΕΥΡΥΑΛΟΣ: Είναι σύνθετο, εκ των ευρύς (=πλατύς, ευρύχωρος, εκτεταμένος) και άλως (=περιφέρεια, δίσκος του ηλίου ή της σελήνης, περιφέρεια, αλώνι, φωλιά πτηνού), και σημαίνει «ο έχων ευρεία περιφέρεια», υποδηλώνοντας το μέγα μέγεθος του Ευρυάλου.
ΕΥΡΥΤΟΣ: Είναι σύνθετο, εκ των ευ και ρυτός (=ρέων, ρευστός, υγρός), και σημαίνει «ο καλώς και αφθόνως ρέων», υποδηλώνοντας ότι ο Εύρυτος είχε καλή και άφθονη ροή ενέργειας, ητοι ισχυρό ενεργειακό πεδίο και μεγάλη ισχύ.
ΕΥΦΟΡΒΟΣ: Είναι σύνθετο, εκ των ευ και φορβή (=τροφή, βοσκή, χόρτο), και σημαίνει ευτραφής, υποδηλώνοντας το μέγα μέγεθος του Ευφόρβου.
ΕΦΙΑΛΤΗΣ: Σημαίνει εφιάλτης, δηλώνοντας την εφιαλτική, τρομακτική φύση του Εφιάλτη.
ΘΕΟΔΑΜΑΣ: Είναι σύνθετο, εκ των θεός και δαμάω (=δαμάζω, καταβάλλω, κατατροπώνω, εξημερώνω, θέτω υπό ζυγό, νικώ, υποτάσσω, κατακτώ), και σημαίνει «ο δαμασθείς, καταβληθείς, κατατροπωθείς από τους θεούς», δηλώνοντας την κατατρόπωση του Θεοδάμαντος από τους Ολυμπίους θεούς.
ΘΕΟΜΙΣΗΣ: Είναι σύνθετο, εκ των θεός και μίσος, και σημαίνει θεομίσητος, δηλώνοντας το μίσος και την εχθρότητα μεταξύ του Θεομίση και των Ολυμπίων θεών.
ΘΟΩΝ: Προέρχεται από την λέξη θοός (=ταχύς) και σημαίνει το ίδιο με αυτή, δηλώνοντας ότι ο Θόων ήταν ταχύς.
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Είναι σύνθετο, εκ των ίππος και λύω (=λύνω, αποδεσμεύω, χαλαρώνω, αποζευγνύω, απελευθερώνω, απαλλάσσω, λυτρώνω, διαλύω, παραλύω, τελειώνω, καταργώ, δίνω λύση, αναλύω, εκπληρώνω, εκτελώ, εξιλεώνω, επανορθώνω), και σημαίνει «ο λύων, αφήνων ελευθέρους τους ίππους». Δεδομένου δε ότι στους Ελληνικούς μύθους ο ίππος υποδηλώνει συχνά τον συνδυασμό μεγάλης ταχύτητος, δυνάμεως και ορμής (π.χ. ο Πήγασος, οι ίπποι του Αχιλλέως, Ξάνθος και Βαλίος, οι ίπποι του άρματος του Ηλίου κ.λ.π.), το όνομα του Ιππολύτου υποδηλώνει ότι αυτός ήλεγχε και εξαπέλυε κάποιου είδους ισχυρές και ορμητικές ενεργειακές δυνάμεις.
ΚΛΥΤΙΟΣ: Προέρχεται από την λέξη κλυτός (=ακουστός, μεγαλόφωνος, ξακουστός, περίφημος, διάσημος, ένδοξος, μεγαλοπρεπής, σπουδαίος, θαυμαστός) και σημαίνει ξακουστός, περίφημος, ένδοξος, μεγαλοπρεπής, δηλώνοντας ότι ο Κλυτίος ήταν ένας εκ των επιφανεστέρων Γιγάντων.
ΚΟΛΟΦΩΝΟΣ: Προέρχεται από την λέξη κολοφών (=κορυφή, ύψιστο σημείο, αποκορύφωμα, τέλος) και σημαίνει κορυφαίος, δηλώνοντας ότι ο Κολοφώνος ήταν ένας εκ των κορυφαίων Γιγάντων.
ΛΕΩΝ: Σημαίνει λέων, δηλώνοντας την ημιλεόντεια μορφή του Λέοντος.
ΜΙΜΑΣ (ή ΜΙΜΩΝ): Προέρχεται από την λέξη μίμος (=μιμούμενος, υποκρινόμενος, υποδυόμενος, μιμητική κωμωδία) και σημαίνει «ο μιμούμενος», υποδηλώνοντας ότι ο Μίμας είχε την ικανότητα να μιμείται μορφές, ήτοι να μεταμορφώνεται.
ΜΟΡΦΙΟΣ: Προέρχεται από την λέξη μορφή και σημαίνει «ο των μορφών», υποδηλώνοντας ότι ο Μόρφιος είχε την ικανότητα να μεταμορφώνεται.
ΟΥΡΑΝΙΩΝ: Σημαίνει ουράνιος, δηλώνοντας την εκ του Ουρανού προέλευση του Ουρανίωνος.
ΠΑΓΚΡΑΤΗΣ: Είναι σύνθετο, εκ των πάς (=όλος, ολόκληρος) και κράτος (=δύναμις, ισχύς, εξουσία, βία, κυριότης, υπεροχή), και σημαίνει παντοδύναμος, πανίσχυρος, δηλώνοντας την τεράστια ισχύ του Παγκράτη.
ΠΑΛΛΑΣ: Προέρχεται από την λέξη πάλλω (=πάλλω, σείω, κραδαίνω, τινάζω, περιστρέφω, σείομαι, τρέμω, σκιρτώ, πηδώ, σπαρταρώ, ανακατεύω κλήρους, λαμβάνω δια κλήρου, αγωνιώ) και σημαίνει «ο πάλλων, κραδαίνων, σείων», υποδηλώνοντας ότι ο Πάλλας είχε παλμικά όπλα, βασιζόμενα εις κάποιου είδους παλμική ενέργεια.
ΠΕΛΩΡΟΣ (ή ΠΕΛΩΡΕΥΣ): Σημαίνει πελώριος, τερατώδης, δηλώνοντας το τεράστιο μέγεθος και την τερατώδη φύση του Πελώρου.
ΠΟΛΥΒΩΤΗΣ: Είναι σύνθετο, εκ των πολύς και βοτόν (=βόσκημα, κτηνοτροφικό ζώο), και σημαίνει πολύτροφος, υποδηλώνοντας την ευτροφία, ήτοι το μέγα μέγεθος του Πολυβώτη.
ΠΟΡΦΥΡΙΩΝ: Προέρχεται από την λέξη πορφυρούς (=σκουρόχρωμος, σκοτεινός, μαύρος, βαθυέρυθρος, πορφυρός, ταραχώδης) και σημαίνει ζοφερός, ταραχώδης, δηλώνοντας την ζοφερή και ταραχώδη φύση του Πορφυρίωνος.
ΡΟΙΚΟΣ: Σημαίνει κυρτός, λοξός, ελικοειδής, καμπύλος, δηλώνοντας την ελισσομένη ημιερπετική φύση του Ροίκου.
ΥΠΕΡΒΙΟΣ: Είναι σύνθετο, εκ των υπέρ (το οποίο εν συνθέσει σημαίνει υπεράνω, πέραν, υπερβολικά, υπερμέτρως, για, εξαιτίας) και βία (=ρώμη, δύναμις, βία, βιαιότης), και σημαίνει «υπερβολικά ισχυρός, υπερβολικά βίαιος», δηλώνοντας την τεράστια ισχύ και την βιαιοτάτη φύση του Υπερβίου.
ΦΟΙΤΙΟΣ: Προέρχεται από την λέξη φοιτάω (=περιφέρομαι, περιφέρομαι μανιωδώς, αγρίως, συχνάζω, φοιτώ, μεταφέρομαι, εισάγομαι, εισπράττομαι, επανέρχομαι περιοδικώς, επέρχομαι, διαδίδομαι, θρυλούμαι) και σημαίνει «ο μανιωδώς, αγρίως περιφερόμενος, μανιώδης», δηλώνοντας την άγρια και μανιώδη φύση του Φοιτίου.
ΧΘΟΝΙΟΣ: Σημαίνει χθόνιος, γήινος, προερχόμενος από την γή, δηλώνοντας την χθόνια προέλευση του Χθονίου.

• Ο μύθος της Γιγαντομαχίας περιέχει, εκτός από τα πλουσιότερα δείγματα φαντασίας, και γνήσια στοιχεία του κοσμογονικού
μύθου για φυσικά φαινόμενα, κυρίως γεωλογικά και μετεωρολογικά Έτσι θύελλες και τυφώνες, ξηρασίες και πυρκαγιές, ρήγματα στο φλοιό της γης, αλλαγή στη ροή των ποταμιών, σεισμοί και ηφαιστειακή δράση, κατολισθήσεις και καταποντισμοί, βροχή μετεωριτών, ευρήματα από μεγαθήρια και γιγαντιαίους ανθρώπους, σε συνδυασμό με αφηγήσεις για άγριους λαούς, αλλά και δεισιδαιμονίες και παραστάσεις της αρχέγονης λατρείας, έδωσαν το έναυσμα στην φαντασία να δημιουργήσει τα «βίαια γεννήματα της Γης». Τα «γεννήματα» αυτά, οι Γίγαντες, έγιναν ο μεγάλοι αντίπαλοι των Ολυμπίων θεών, που εκπροσωπούν το μέτρο και την αρμονία της φύσης, σύμφωνα με την αντίληψη των αρχαίων προγόνων μας.
Η Γιγαντομαχία συμβολίζει τον αγώνα του καλού κατά του κακού, του φωτός κατά του σκότους,τα α ου πολιτισμού κατά της βαρβαρότητας, των βίαιων καταστροφικών δυνάμεων (σεισμών, κυκλώνων, ηφαιστειακών εκρήξεων και έκχυση λάβας, που αντιστρατεύονται το νόμο, την τάξη, την αρμονία της φύσης.
Η αντιπαράθεση των Ολυμπίων θεών με τους Γίγαντες έφτασε να σημαίνει την ανατροπή της καθιδρυμένης τάξης. Έγινε σύμβολο της πάλης των πολιτισμένων λαών κατά των βαρβάρων- όπως Ελλήνων και Περσών. Αυτός ο συμβολισμός απηχείται στην τέχνη και στην ποίηση της εποχής της πολιτιστικής ακμής των προγόνων μας.

• Οι γίγαντες αναφέρονται και στην Π. Διαθήκη. Διαβάζουμε στη “Γένεση”:
«Καὶ ἐγένετο ἡνίκα ἤρξαντο οἱ ἄνθρωποι πολλοὶ γίνεσθαι ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ θυγατέρες ἐγεννήθησαν αὐτοῖς. ἰδόντες δὲ οἱ υἱοὶ τοῦ Θεοῦ τὰς θυγατέρας τῶν ἀνθρώπων ὅτι καλαί εἰσιν, ἔλαβον ἑαυτοῖς γυναῖκας ἀπὸ πασῶν, ὧν ἐξελέξαντο. καὶ εἶπε Κύριος ὁ Θεός· οὐ μὴ καταμείνῃ τὸ πνεῦμά μου ἐν τοῖς ἀνθρώποις τούτοις εἰς τὸν αἰῶνα διὰ τὸ εἶναι αὐτοὺς σάρκας, ἔσονται δὲ αἱ ἡμέραι αὐτῶν ἑκατὸν εἴκοσιν ἔτη. οἱ δὲ γίγαντες ἦσαν ἐπὶ τῆς γῆς ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις· καὶ μετ᾿ ἐκεῖνο, ὡς ἂν εἰσεπορεύοντο οἱ υἱοὶ τοῦ Θεοῦ πρὸς τὰς θυγατέρας τῶν ἀνθρώπων, καὶ ἐγεννῶσαν ἑαυτοῖς· ἐκεῖνοι ἦσαν οἱ γίγαντες οἱ ἀπ᾿ αἰῶνος, οἱ ἄνθρωποι οἱ ὀνομαστοί. Ἰδὼν δὲ Κύριος ὁ Θεός, ὅτι ἐπληθύνθησαν αἱ κακίαι τῶν ἀνθρώπων ἐπὶ τῆς γῆς καὶ πᾶς τις διανοεῖται ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ ἐπιμελῶς ἐπὶ τὰ πονηρὰ πάσας τὰς ἡμέρας, καὶ ἐνεθυμήθη ὁ Θεὸς ὅτι ἐποίησε τὸν ἄνθρωπον ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ διενοήθη. καὶ εἶπεν ὁ Θεός· ἀπαλείψω τὸν ἄνθρωπον, ὃν ἐποίησα ἀπὸ προσώπου τῆς γῆς, ἀπὸ ἀνθρώπου ἕως κτήνους καὶ ἀπό ἑρπετῶν ἕως πετεινῶν τοῦ οὐρανοῦ, ὅτι μετεμελήθην ὅτι ἐποίησα αὐτούς. Νῶε δὲ εὗρε χάριν ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ.» (Γένεσις, στ΄, 1-8)
( Μετ.: Όταν άρχισαν οι άνθρωποι να γίνονται πολλοί πάνω στη γη και απέκτησαν κόρες, είδαν οι γιοι του Θεού τις κόρες των ανθρώπων ότι ήταν όμορφες, και πήραν για γυναίκες τους εκείνες που τους άρεσαν. Τότε είπε ο Κύριος: «Δε θα παραμείνει το ζωοποιοό Πνεύμα μου στους ανθρώπους για πάντα, γιατί είναι σαρκικοί. Η ζωή τους θα διαρκεί μόνον εκατόν είκοσι χρόνια». Εκείνο τον καιρό και αργότερα ζούσαν στη γη οι γίγαντες, απόγονοι των γιών του Θεού από την ένωσή τους με τις κόρες των ανθρώπων. Αυτοί οι γίγαντες έζησαν την πανάρχαια εποχή και ήταν άντρες ονομαστοί. Όταν ο κύριος είδα πόσο είχε αυξηθεί η κακία των ανθρώπων στη γη και ότι όλες τους οι σκέψεις ήταν μόνο πονηρές, μετάνιωσε που είχε δημιουργήσει τον άνθρωπο στη γη και λυπήθηκε κατάκαρδα. Τότε είπε: «Θα εξαφανίσω από την επιφάνεια της γης τους ανθρώπους που δημιούργησα. Ακόμη θα εξαφανίσω όλα τα κτήνη, τα ερπετά και τα πτηνά του ουρανού. Μετάνιωσα που τα δημιούργησα.» Ο Νώε όμως ευνοήθηκε από τον Κύριο.)
Υπάρχει μια αναλογία μεταξύ της ελληνικής και της εβραϊκής μυθολογίας. Η ανάμειξη γιγάντων κι ανθρώπων είχε σαν αποτέλεσμα την αύξηση της κακίας στη γη που επέφερε τον κατακλυσμό.
Στην εβραϊκή βίβλο φαίνεται πως δεν ξεκληρίστηκαν με τον κατακλυσμό όλοι οι γίγαντες. Γιατί τους συναντούμε και την εποχή του Αβραάμ και της εποχή του Μωυσή. Αυτούς τους γίγαντες συνάντησαν οι Ισραηλίτες μετά την έξοδό τους από την Αίγυπτο, καθώς όδευαν στην χώρα της επαγγελίας. Στο βιβλίο “Αριθμοί” βρίσκουμε πως ο Μωυσής είχε στείλει 12 κατασκόπους να ανιχνεύσουν την άγνωστη χώρα, όπου θα προχωρούσαν, να παρατηρήσουν τους κατοίκους και να φέρουν καρπούς της γης τους. Βρήκαν σταφύλια, για τα οποία χρειάστηκαν δυο άνδρες να σηκώσουν ένα τσαμπί σταφύλι, περνώντας το σε ένα μεγάλο ξύλο, πολύ μεγάλα σύκα και ρόδια. Να, τι είπαν στην αναφορά τους:
[[ «Πήγαμε στη χώρα που μας έστειλες», είπαν στο Μωυσή. «Είναι πράγματι μια χώρα όπου ρέει γάλα και μέλι. Να και οι καρποί της. Αλλά ο λαός που κατοικεί εκεί είναι δυνατός· οι πόλεις είναι οχυρωμένες και πολύ μεγάλες. Είδαμε εκεί και τους απογόνους του Ανάκ, τους γίγαντες…
Η χώρα που πήγαμε να εξερευνήσουμε, είναι μια χώρα που κατατρώει τους κατοίκους της, και όλοι όσους είδαμε εκεί είναι άντρες μεγαλόσωμοι. Είδαμε ακόμα εκεί γίγαντες, τους απογόνους του Ανάκ, από τη γενιά των γιγάντων. Εμείς νιώθαμε σαν ακρίδες μπροστά τους, αλλά και στα δικά τους μάτια έτσι φαινόμασταν» ]]
(Αριθμοί, ιγ΄, 27-28 και 32-33)
Σε πολλά εδάφια διαβάζουμε για γίγαντες, τους οποίου οι Ισραηλίτες νικούν με επέμβαση πάντοτε του Κυρίου τους.

• Κάτι ανάλογο με όσα έχουν γραφεί στο κεφ. Στ΄ της Γένεσης αναφέρονται και στο απόκρυφο βιβλίο του “Ενώχ”. Εκεί πληροφορούμαστε πως τα πολύ παλιά χρόνια κατέβηκαν οι άγγελοι, τα τέκνα του ουρανού, στη γη και είδαν τις πανέμορφες θυγατέρες των ανθρώπων, που τις πήραν για συζύγους. Από αυτό το σμίξιμο γεννήθηκαν οι γίγαντες.
[[ Και συνέβη όταν αυξήθηκαν οι υιοί των ανθρώπων, εκείνες τις μέρες να γεννηθούν ωραίες και χαριτωμένες θυγατέρες. Και οι άγγελοι, τα τέκνα του ουρανού, τις είδαν και τις πεθύμησαν, και είπαν μεταξύ τους: «Ελάτε, ας εκλέξουμε για μας συζύγους από τα τέκνα των ανθρώπων και ας γεννήσουμε για μας δικά τους τέκνα.» Και ο Σεμιαζάς, που ήταν αρχηγός τους, τους είπε: «Φοβάμαι πως δεν θα συμφωνήσετε να κάνουμε αυτό το πράγμα, και μόνος εγώ θα πληρώσω την τιμωρία μιας μεγάλης αμαρτίας.» Και όλοι αυτοί απάντησαν προς αυτόν και είπαν: «Ας ορκιστούμε όλοι όρκο, και ας δεσμευτούμε μεταξύ μας με αμοιβαίες κατάρες για να μην εγκαταλείψουμε το σχέδιο αυτό αλλά να πράξουμε αυτό που αποφασίσαμε.» Τότε ορκίσθηκαν όλοι μαζί και δέσμευσαν τους εαυτούς τους με αμοιβαίες κατάρες. Και συνολικά ήταν διακόσιοι, όσοι κατέβηκαν κατά τις μέρες του Ιάρεδ επί της κορυφής του όρους Ερμών, και το ονόμασαν Ερμών, διότι ορκίσθηκαν και αναθεμάτισαν ο ένας τον άλλον πάνω σ’ αυτό. Και αυτά είναι τα ονόματα των αρχηγών τους: Σεμιαζάς ο αρχηγός τους, Αραθάκ, Κιμβρά, Σαμμανή, Δανειήλ, Αρεαρώς, Σεμιήλ, Ιωμειήλ, Χωχαριήλ, Εζεκιήλ, Βατριήλ, Σαθιήλ, Ατριήλ, Ταμιήλ, Βαρακιήλ, Ανανθά, Θωνιήλ, Ραμιήλ, Ασεάλ, Ρακειήλ, Τουριήλ. Αυτοί είναι οι αρχηγοί τους κατά δεκάδες.
Και όλοι οι υπόλοιποι έλαβαν μαζί με αυτούς για τον εαυτό τους γυναίκες, και ο καθένας διάλεξε από μία, και άρχισαν να εισέρχονται σε αυτές και να μολύνουν τον εαυτό τους μαζί τους, και δίδαξαν σε αυτές γοητείες και φαρμακείες και ριζοτομίες, και τις έμαθαν να γνωρίζουν τα βότανα. Και αυτές συνέλαβαν, και εγέννησαν μεγάλους γίγαντες, ύψους τριών χιλιάδων πήχεων, οι οποίοι καταβρόχθισαν τους κόπους των ανθρώπων. Και άρχισαν να αμαρτάνουν κατά των πτηνών και των ζώων, και των ερπετών, και των ιχθύων, και να τρώγει ο ένας τις σάρκες του άλλου, και να πίνουν το αίμα. Και η γη κατηγόρησε τους ανόμους. (Ενώχ, κεφ. 6,1-8 και κεφ, 7, 1 – 6)
Από αυτή την επιμειξία μεγάλωσε πολύ το κακό πάνω στη γη. Οι άγγελοι έμαθαν τη μαγική τέχνη στους ανθρώπους και συνεπώς τους διέφθειραν.

Παρασκευή, 20 Οκτωβρίου 2017

Γιγαντομαχία

[[ δαμ ων ]]

Β΄. Μέρος
Ο πόλεμος κρατούσε πολύ καιρό μα με κανέναν τρόπο οι Ολύμπιοι δεν μπορούσαν να νικήσουν. Οι Γίγαντες ήταν αλύγιστοι. Τότε η Αθηνά έμαθε τον πανάρχαιο χρησμό που έλεγε πως οι Γίγαντες θα χαθούν μόνο αν κάποιοι θνητοί πολεμήσουν στο πλάι των αθανάτων. Μόλις το άκουσε ο Δίας έστειλε την Αθηνά να φωνάξει δυο θνητούς γιους του, τον Ηρακλή, που είχε αποκτήσει με την Αλκμήνη, και τον Διόνυσο, που τον γέννησε με την Σεμέλη. Σαν το ‘μαθε η Γη- από τους κατασκόπους της- αμέσως άρχισε να ψάχνει ένα μαγικό βοτάνι που θα έκανε άτρωτους τους Γίγαντες από τα βέλη των θνητών. Τούτο το θαυματουργό βοτάνι φύτρωνε μόνο σε ένα μέρος της γης, κι ετοιμάστηκε το πρωί να ψάξει να το βρει. Ο Δίας για να την καθυστερήσει απαγόρευσε στον Ήλιο, την Σελήνη και την Αυγή να ανατείλουν. Έτσι, επικράτησε για πολλές μέρες σκοτάδι μέχρι που ο Δίας βρήκε πρώτος το μαγικό βοτάνι και το κατέστρεψε. Έτσι κη νίκη έγειρε προς το μέρος των θεών.
Κατέφθασε στο πλευρό των θεών, πρόθυμος να αγωνιστεί μαζί τους, ο Ηρακλής που υπήρξε ο πολυτιμότερος σύμμαχος της Αθηνάς σ’ αυτόν τον αγώνα και με τα βέλη του σκότωσε πάρα πολλούς Γίγαντες. Μάλιστα, επειδή ήταν γιος του Δία, μπορούσε, όταν κουραζόταν από την πολύωρη μάχη, ν’ ανεβαίνει στο άρμα του θεϊκού πατέρα του. Ο Διόνυσος ήρθε με την συνοδεία του, τους Σάτυρους και τους Κορύβαντες, μαζί κι ο Σιληνός, καβάλα πάνω σε γαϊδούρια, που με τους κρότους και τα γκαρίσματά τους πολλές φορές τρόμαζαν τους Γίγαντες. Το όπλο του Διόνυσου ήταν ο θύρσος. Οι δυο γιοι του Δία για τη γενναιότητα και το θάρρος που έδειξαν στη Γιγαντομαχία ανταμείφθηκαν μετά και έγιναν αθάνατοι.

Η συνέχεια >>> VagiaBlog…

Οι μάχες διεξήχθηκαν στην πεδιάδα της Παλλήνης, όπου έγινε η πολυθρύλητη Γιγαντομαχία. Οι αρχαίοι μυθογράφοι μέσα από τα έργα τους μας δίνουν σημαντικές σκηνές αυτού του άγριου πολέμου. Πρώτα ο Ηρακλής τόξευσε τον Αλκυονέα, που ήταν ο μεγαλύτερος και ο πιο αντρειωμένος από τους Γίγαντες και σύμφωνα με την μυθική παράδοση ο αρχηγός τους. Η Γη του είχε τάξει να του δώσει ταίρι του την Άρτεμη. Το βέλος του Ηρακλή πέτυχε τον Γίγαντα και τον έριξε στη γη. Εκείνος έπεσε με βρόντο, αλλά πάλι εγέρθηκε. Κι ενώ ο Θηβαίος ήρωας πανηγύριζε για τη νίκη του, τον είδε ορθό και πάλι αντιμέτωπό του. Ο Ηρακλής τον τόξευσε πάλι. Κι όσες φορές τον χτύπησε θανάσιμα με τα βέλη του, τόσες φορές ο Γίγαντας σηκώθηκε. Αγνοώντας την αιτία ο Ηρακλής τον τόξευε αδιάκοπα. Κάποια στιγμή ο Γίγαντας ετοιμάστηκε να εκτοξεύσει στον Ηρακλή έναν τεράστιο βράχο που βρισκόταν δίπλα του. Ευτυχώς η Αθηνά κατάφερε να τον εμποδίσει. Τότε η Αθηνά συμβούλεψε τον Ηρακλή να παρασύρει τον Αλκυονέα μακριά από τον τόπο του, που γεννήθηκε, γιατί όσο πατούσε σ’ αυτόν ήταν άτρωτος. Τότε ο ήρωας φορτώθηκε στις στιβαρές πλάτες του το Γίγαντα, τον μετέφερε έξω από το πεδίο της Φλέγρας όπου είχε γεννηθεί, και τον εξόντωσε τελειωτικά με τα βέλη του. Οι επτά κόρες του, οι Αλκυονίδες- που ήσαν οι: Φθονία, Άνθη, Μεθώνη, Αλκίππη, Παλλήνη, Δριμώ και Αστερία- απελπισμένες από το θάνατο του πατέρα τους, ρίχτηκαν στη θάλασσα. Τις λυπήθηκε η Αμφιτρίτη και τις μεταμόρφωσε σε πουλιά, τις γνωστές μας αλκυόνες.
Ο Πορφυρίωνας που φιλοδοξούσε να εξουσιάσει τη Δήλο και τους Δελφούς και η Γη του είχε υποσχεθεί να τον ζευγαρώσει με την Ήβη, την κόρη της Ήρας, παρακολουθούσε την εξόντωση του αδερφού του και όρμησε να εκδικηθεί τον Ηρακλή. Και σίγουρα ο τρομερός Γίγαντας θα καταπλάκωνε μ’ ένα βουνό τον ήρωα. Ευτυχώς όμως ο Δίας μηχανεύτηκε ένα κόλπο την τελευταία στιγμή. Διέταξε την Αφροδίτη να κυριέψει το Γίγαντα με ερωτικό πάθος για την Ήρα που βρισκόταν εκεί κοντά. Η Αφροδίτη έστειλε το γιο της τον Έρωτα στον Πορφυρίωνα και ξαφνικά αυτός αδιαφορώντας για τον Ηρακλή άρχισε να κυνηγάει την Ήρα για να σμίξει μαζί της. Τη στιγμή ακριβώς που είχε πιάσει τη βασίλισσα των θεών και έσκισε τα μεγαλόπρεπα πέπλα της, ο Δίας τον κεραύνωσε και ο Ηρακλής τον αποτελείωσε με το βέλος του.
Τον ίδιο ρόλο μηχανεύτηκε να παίξει και η Αφροδίτη. Σε μια δύσκολη στιγμή για τον Ηρακλή, όπου δεκαπέντε Γίγαντες τον είχαν περικυκλώσει με άγρια μανία, αυτή μετέφερε με τη θεϊκή δύναμή της τον ήρωα σ' ένα σπήλαιο. Μετά, έδειξε το καταπληκτικό της σώμα στους Γίγαντες, που μονομιάς κυριεύτηκαν από ερωτικό πόθο και άρχισαν να τρέχουν πίσω από τη θεά. Η Αφροδίτη τους οδήγησε έτσι στη σπηλιά όπου βρισκόταν ο Ηρακλής. Επειδή οι Γίγαντες δε χωρούσαν να περάσουν όλοι μαζί την είσοδο της σπηλιάς, έμπαιναν μέσα ένας- ένας. Ο Ηρακλής με μεγάλη ευκολία κατάφερε να εξοντώσει και τους δεκαπέντε.
Η Αθηνά δεν κατέφυγε σε παρόμοια γυναικεία κόλπα. Χρησιμοποιώντας την ασπίδα και το δόρυ της πολέμησε πιότερο κι από αντρίκεια. Στην αρχή πάλευε πολλές ώρες με τον Πάλλαντα. Ο Γίγαντας ήταν τρομερά δυνατός, όμως η Αθηνά χρησιμοποιώντας πολεμικά κόλπα και έξυπνη στρατηγική κατάφερε να τον εξοντώσει. Στη συνέχεια τον έγδαρε και από το δέρμα του κατασκεύασε τη δική της αιγίδα, που την έκανε ατρόμητη. Από τότε πήρα και την προσωνυμία Παλλάδα.
Ο Εγκέλαδος, όταν είδε το φριχτό τέλος του Πάλλαντα, το έβαλε στα πόδια. Αυτός ονειρευόταν να εξουσιάσει τη θάλασσα, στη θέση του κοσμοσείστη Ποσειδώνα, και να πάρει γυναίκα του την Αθηνά. Η Αθηνά, όμως, η τρομερή μαχήτρια, αντιλήφθηκε την φυγή του Γίγαντα, και τον καταδίωξε. Επειδή δυσκολευόταν να τον φτάσει, άρπαξε τη Σικελία και την πέταξε κατά πάνω του. Το νησί βρήκε το στόχο του και καταπλάκωσε το Γίγαντα. Έτσι εξηγούνταν από τους αρχαίους οι εκρήξεις της Αίτνας, που δεν ήταν τίποτα άλλο από τα τινάγματα του Εγκέλαδου που ψυχομαχούσε.
Τον Ευρυμέδοντα, που σύμφωνα με μια άλλη παράδοση ήταν αυτός ο αρχηγός των Γιγάντων, τον σκότωσε ο ίδιος ο Δίας. Και να πώς έγινε η τρομερή πάλη μεταξύ τους: Ο Ευρυμέδοντας ήθελε να σκοτώσει ο ίδιος τον Δία έτσι ώστε σε περίπτωση νίκης των Γιγάντων, να γίνει αυτός ο κυρίαρχος του κόσμου. Έψαχνε λοιπόν μέσα στην αναταραχή τον αρχηγό των Ολυμπίων. Σε κάποια στιγμή διέκρινε τον βασιλιά των θεών και όρμησε με λύσσα εναντίον του. Η Γη προσπάθησε με κάθε τρόπο να βοηθήσει το γιο της. Έτσι έκανε να φυτρώσουν από το σώμα του χιλιάδες δηλητηριώδη φίδια. Ο Ευρυμέδοντας άρχισε μ' όλη του τη δύναμη να χτυπά τον Δία, που όμως προστατευόταν από τη θεϊκή αιγίδα του. Σε κάποια στιγμή ο Δίας κατάφερε να βάλει το πρόσωπο της Γοργόνας μπροστά στα μάτια του Γίγαντα. Τότε αυτός κυριεύτηκε από τρόμο. Ο Δίας έριξε πάνω του τον κεραυνό και σε λίγο το κορμί του τυλίχτηκε στις φλόγες.
Παρόμοια τύχη με τον Εγκέλαδο είχε και ο Πολυβώτης. Αυτόν ανέλαβε να τον αντιμετωπίσει ο Ποσειδώνας. Η μάχη γίνηκε μέσα στη θάλασσα και ήταν τρομερή. Τεράστια κύματα σηκώθηκαν και κόντευαν να φτάσουν τα παλάτια του Ουρανού, ψηλά στον Αιθέρα. Ο Ποσειδώνας όμως είχε το προνόμιο ότι βρισκόταν στο δικό του χώρο, μέσα στο υγρό του βασίλειο. Με το όπλο που του είχαν χαρίσει οι Κύκλωπες, την τρομερή τρίαινα, κατάφερε να τρυπήσει πολλές φορές το κορμί του Γίγαντα. Το αίμα του κυλούσε ασταμάτητα και κοκκίνισε ολόκληρη τη θάλασσα. Μη μπορώντας να τα βγάλει πέρα τράπηκε σε φυγή. Ο θαλασσοσείστης Ποσειδώνας όμως άρπαξε ένα κομμάτι από την Κω, το πέταξε με μεγάλη δύναμη στον Πολυβώτη και τον πλάκωσε. Το κομμάτι της Κω που καταπλάκωσε το Γίγαντα είναι το γνωστό νησί Νίσυρος, που ‘χει αποκάτω του θαμμένο τον Πολυβώτη.
Και ο Απόλλωνας, ο γιος του Δία από τη Λητώ, αντιτάχτηκε στους φοβερούς Γίγαντες. Πιο γνωστή είναι η μάχη που έδωσε με το Γίγαντα Εφιάλτη. Τα μαγικά του Φοίβου βέλη έπεφταν σαν βροχή πάνω στο τρομερό τέρας. Μα ο Εφιάλτης τίποτα δεν καταλάβαινε. Ο Ηρακλής όμως που είχε μάθει από την Αθηνά όλα τα μυστικά για την εξόντωση των εχθρών, έτρεξε για να βοηθήσει. Ο Εφιάλτης ήταν ένας από τους Γίγαντες για τους οποίους υπήρχε χρησμός ότι θα εξοντωνόταν μόνο αν τους χτυπούσε παράλληλα ένας θνητός και ένας αθάνατος. Έτσι όταν ο Απόλλωνας τόξευσε το αριστερό μάτι του Γίγαντα, ο Ηρακλής σημάδεψε το δεξί. Τότε ο Εφιάλτης, τυφλωμένος και με το αίμα να τρέχει σαν ποτάμι πάνω στα γένια του και το τεράστιο σώμα του, ξεψύχησε. Η Γη για να εκδικηθεί τον Ηρακλή άρχισε από τότε να στέλνει τη μορφή του Εφιάλτη στα όνειρα των θνητών.
Σαν είδε το τόξευμα στους οφθαλμούς του Εφιάλτη, ο Άθως άρπαξε το ψηλότερο όρος της Θράκης και το εκσφενδόνισε κατά των θεών, που έπεσε στη Μακεδονία κι εκεί στάθηκε. Ονομάστηκε το όρος Άθως, από το όνομα του Άθωνα.
Ο Διόνυσος μαζί με τους Σάτυρους έτρεψαν σε φυγή τον Εύρυτο. Ο γιος της Σεμέλης τον καταδίωξε και μ’ ένα χτύπημα του θύρσου του κατάφερε να σκοτώσει τον Γίγαντα. Αλλά η μανία του ήταν τόσο μεγάλη, ώστε παρακάλεσε τον πατέρα του να τον μεταμορφώσει σε λιοντάρι. Ο Δίας έκανε το χατίρι του γιού του και έτσι σε λίγο ο Διόνυσος, μεταμορφωμένος σε λιοντάρι, κατασπάραξε το νεκρό Εύρυτο.
Ο Πέλωρας, σαν είδε το αποκρουστικό τέλος του αδερφού του, βάλθηκε να εκδικηθεί το φονιά. Άρπαξε, λοιπόν, με μεγάλη ορμή το όρος Πήλιο και το εκτόξευσε ενάντια στον Διόνυσο. Ευτυχώς που ο Άρης παρακολουθούσε τη σκηνή και έπιασε το βουνό στον αέρα. Έτσι γλίτωσε τον αδελφό του Διόνυσο από βέβαιο χαμό. Μετά ο Άρης έμπηξε το σπαθί του στο στήθος του Πέλωρα και τον ξάπλωσε νεκρό. Υπάρχει και η παραλλαγή του μύθου που λέει πως ο Ποσειδώνας σκότωσε τον Γίγαντα. Ο Ποσειδώνας, σαν γλίτωσε τον θάνατο ο Διόνυσος, κυνήγησε τον Πέλωρα και όταν τον είδε να πηδά μέσα στα νερά του Σπερχειού ποταμού για να σωθεί, τον χτύπησε με την τρίαινά του και τον σκότωσε.
Ο κουτσοπόδαρος Ήφαιστος στη διάρκεια της Γιγαντομαχίας έβαλε το μυαλό του και επινόησε τους μύδρους. Χρησιμοποίησε δηλαδή σαν όπλα του τα διάφορα υλικά που είχε μέσα στο εργαστήρι του. Έλιωνε πάνω στη φωτιά διάφορα μέταλλα, όπως ατσάλι, σίδερο, χαλκό και πυρακτωμένα τα εκτόξευε στους Γίγαντες. Μ’ αυτόν τον τρόπο κατάφερε να εξοντώσει έναν πολύ επικίνδυνο Γίγαντα, τον Μίμαντα. Τη στιγμή που αυτός χτυπιόταν με τον Δία και την Αθηνά και τους είχε φέρει σε δύσκολη θέση, ο Ήφαιστος του έριξε βλήματα πυρακτωμένου σιδήρου. Τότε ο Γίγαντας ένιωσε το κορμί του να ζεματάει, άρχισε να ουρλιάζει, έπεσε κάτω και κυλιόταν απελπισμένα στο έδαφος. Ο Δίας τότε βρήκε την ευκαιρία και τον πλάκωσε μ’ ένα βουνό. Από τότε είναι θαμμένος κάτω από το όρος Μίμαντας που βρίσκεται στις Ερυθρές απέναντι από τη Χίο.
Ο φτεροπόδης Ερμής και σ’ αυτόν τον πόλεμο χρησιμοποίησε την πονηριά του. Κατέβηκε στον Αδη και ζήτησε από το θείο του, τον Πλούτωνα, την κυνέα, που τον έκανε αόρατο. Πέταξε αμέσως πάλι στο χώρο της μάχης και φορώντας το μαγικό σκούφο πλησίασε τον Ιππόλυτο. Ο Γίγαντας άρχισε ξαφνικά να βλέπει τεράστιους βράχους να σηκώνονται μόνοι τους από τη γη και να πέφτουν επάνω του. Σε λίγο άρχισε να νιώθει τσιμπήματα, να τον χτυπούν με κλοτσιές και γροθιές σ’ όλο του το κορμί, μα δεν έβλεπε κανέναν να βρίσκεται γύρω του. Τότε νόμισε πως έχασε τα λογικά του από την οχλαγοή και τους κρότους και τράπηκε μόνος του σε φυγή. Ο Ερμής τον κυνήγησε και κατάφερε με μεγάλη ευκολία, χρησιμοποιώντας το κηρύκειο, να τον αποτελειώσει.
Όμως, και οι θεές, που πήραν μέρος στη Γιγαντομαχία, κατάφεραν να δώσουν σημαντική βοήθεια στους βασικούς πρωταγωνιστές. Έτσι, η Εκάτη κατάφερε ρίχνοντας αμέτρητους αναμμένους δαυλούς να εξοντώσει τον Κλυτία. Αυτός , βάζοντας σαν ασπίδα τα πελώρια χέρια του, δεν προλάβαινε να αποφύγει τον έναν και αμέσως έφτανε ο άλλος δαυλός. Σε κάποια στιγμή που άφησε ελεύθερα τα χέρια του για να ξεκουραστούν. Τότε, η Εκάτη του πέταξε μια βροχή αναμμένους δαυλούς και ο Γίγαντας τυλίχτηκε στις φλόγες χωρίς να προλάβει ν' αντιδράσει. Έτσι βρήκε φριχτό θάνατο.
Επίσης, η Άρτεμη, η θεά του κυνηγιού, ρίχνοντας τα με το τόξο τις σαΐτες της , σκότωσε τον Γρατίωνα. Τέλος, οι Μοίρες, οι κόρες του Δία, στάθηκαν στο πλευρό του εξοπλισμένες με τα χάλκινα ρόπαλά τους.Αυτές σκότωσαν τον Άγριο και τον Θέοντα.
Ο φοβερός Αδαμάστορας βλέποντας τον έναν πίσω από τον άλλο τους αδερφούς του να εξουδετερώνονται από τους Ολύμπιους, σε μια τελευταία προσπάθεια διαφυγής από τη μοίρα άρπαξε ολόκληρη την οροσειρά της Ροδόπης και την έριξε καταπάνω τους. Εκείνη την ώρα περνούσε ο Ήλιος με το άρμα του. Την τελευταία στιγμή κατάφερε ν' αλλάξει την πορεία των βουνών και έσωσε τους θεούς. Τότε αυτοί είδαν πως δεν ήταν εύκολο να τα βγάλουν πέρα με τον αδάμαστο Αδαμάστορα. Σκέφτηκαν να ενώσουν τις δυνάμεις τους κι έτσι όρμησαν μαζί πάνω του ο Δίας, ο Άρης, ο Ερμής, ο Απόλλωνας, ο Ήφαιστος κι αντάμα με τον Ηρακλή και τον Διόνυσο, μετά από πολλές ώρες πάλης κατάφεραν να τον εξοντώσουν.
Μετά απ’ αυτά κρίθηκε η μάχη και οι Γίγαντες τράπηκαν σε ολοκληρωτική φυγή σπάζοντας το μέτωπό τους. Οι θεοί τους καταδίωξαν στην άτακτη φυγή τους κατά πόδας. Κάποιους σκότωσαν, κάποιοι, όμως, γλίτωσαν. Μερικοί λένε πως ο γάιδαρος του Σιληνού καθώς είδε παραταγμένους τους Γίγαντες άρχισε να γκαρίζει τόσο δυνατά, ώστε αυτοί πανικοβλήθηκαν και τράπηκαν σε φυγή. Σκόρπισαν άτακτα σε διάφορους τόπους, οπότε μετά από χρόνια, όπου τους έβρισκαν οι θεοί και οι σύμμαχοι θνητοί τους εξολόθρευσαν. Όταν ερχόταν ο Ηρακλής στην Ερύθυια για τα βόδια του Γηρυόνη, βρήκε στην Ιταλία πολλούς Γίγαντες συγκεντρωμένους κοντά στον Βεζούβιο και στην Κύμη, στην περιοχή της Νεάπολης, που προηγούμενα λεγόταν Καμπανία, για να τον εμποδίσουν να περάσει. Εκεί έγινε πολύ δυνατή μάχη. Τελείωσαν, όμως, τα βέλη του Ηρακλή και βρέθηκε σε κίνδυνο. Γι’ αυτό παρακάλεσε τα Δία σε βοήθεια, που τους κατακεραύνωσε όλους , και γι’ αυτό το πεδίο της Κύμης ονομάστηκε πεδίο Φλέγραιο.
Κάποιοι λένε πως εφόρμησαν στην Ήρα ο Ανώνυμος και ο Πυρίπνοος. Τους πρόφτασε, όμως, ο Ηρακλής και τους σκότωσε. Από τότε επονομάστηκε Ηρακλής, από το «απαλαλκείν» και της Ήρας, επειδή προηγούμενα ονομαζόταν Νείλος. Επιπλέον ο Ηρακλής συνεπλάκη και με τον Θούριο. Ο τάφος του Μακροσόριδα βρέθηκε στην Αττική, κοντά στην Αθήνα, έχοντας μήκος εκατό πήχεις. Τον Εχίονα η Αθηνά τον μεταμόρφωσε σε βράχο με την κεφαλή της Μέδουσας. Το ίδιο έπαθαν ο Δαμάστορας και ο Παλληνέας. Κάποιοι λένε πως ο Τιτάνας δεν πήρε μέρος στον πόλεμο κατά των θεών και πέθανε στην Αττική. Ένεκα αυτού ονομάστηκε Τιτανίδα η Αττική. Και ίσως να ήταν ο Μακρόσιρης αυτός.
Επιστρέφοντας ο Ηρακλής με τα βόδια του Γηρυόνη, βρήκε στον Ισθμό της Κορίνθου τον δεύτερο Αλκυονέα, που φύλαγε το στενό και σκότωνε τους διαβάτες. Αυτός έριξε μεγάλο βράχο κατά του Ηρακλή και του συνέτριψε δώδεκα άμαξες, σκοτώνοντας εικοσιτέσσερις ανθρώπους και μερικά βόδια. Έπειτα πήρε δεύτερο βράχο και τον εκσφενδόνισε προς τον Ηρακλή, αλλά πρόλαβε ο γιος της Αλκμήνης και τον απόκρουσε με το ρόπαλο. Μετά σκότωσε τον Αλκυονέα. Αυτό το βράχο τον είχε μεταφέρει ο Αλκυονέας από την Ερυθρά θάλασσα και τον μεταχειριζόταν σαν όπλο και ρόπαλο. Σωζόταν για πολύ καιρό στον Ισθμό για να υπενθυμίζει το συμβάν.
Ο Ασκός κατέφυγε στη Συρία. Όταν περνούσε από ‘κει ο Διόνυσος, συναπαντήθηκαν και πάλεψαν. Νίκησε ο Ασκός και έδεσε τον Διόνυσο στον ποταμό Βαδίνη της Δαμασκού. Τον ελευθέρωσε ο Ερμής, που συνέλαβε στον Ασκό, το έγδαρε και χρησιμοποίησε σαν αγγείο το δέρμα του για να να μεταφέρει κρασί στις οδοιπορίες του. Από τότε είναι γνωστοί σαν ασκοί τα δέρματα, που χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά υγρών, παίρνοντας το όνομα από τον Ασκό. Η πόλη που έγινε αυτό ονομάστηκε Δερμασκός, απ’ όπου άλλαξε αργότερα σε Δαμασκό.
Ο Δίας καταδίωκε τον Συκέα, αλλά η μητέρα του η Γη τον έκρυψε και πάνω του βλάστησε το ομώνυμο δέντρο. Απ’ αυτόν ονομάστηκε Συκέα και η πόλη της Κιλικίας. Άλλοι Γίγαντες πέρασαν στις Πιθηκούσες νήσους κι εκεί έμειναν. Αρχηγός τους ήταν ο Μίμας, που γέννησε τον Ιππότη. Από την θυγατέραα του Σεγέστη ο Δίας απόκτησε τον Αίολο. Κι άλλοι Γίγαντες πέρασαν στο νησί των Φαιάκων με αρχηγό τον Ευρυμέδοντα. Από την θυγατέρα του Περίβοια ο Ποσειδώνας απόκτησε τον ναυσίθοο, και ο Ναυσίθοος τον Αλκίνοο. Επίσης κάποιοι κατέφυγαν στον Βόσπορο, τους οποίους ο Δίας κεραύνωσε και τους έριξε στον Τάρταρο. Πολλούς δε σκότωσε και ο Ηρακλής. Όταν πια τους εξόντωσαν όλους, οι θεοί κάθισαν να ξαποστάσουν χαρούμενοι για τη νίκη τους. Αμέσως μετά άρχισαν να τακτοποιούν τα θεϊκά τους παλάτια που σχεδόν είχαν καταστραφεί ύστερα από τέτοια κοσμοχαλασιά.

Δευτέρα, 9 Οκτωβρίου 2017

Γιγαντομαχία

[[ δαμ-ων ]]

Ενώ ο Ησίοδος μας περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια την Τιτανομαχία- ποιοι ήταν οι αντίμαχοι, τις φάσεις του αγώνα και με ποιο τρόπο πολέμησαν- για τη Γιγαντομαχία δεν αναφέρει λέξη. Για τους Γίγαντες αναφέρει μόνο μια εκδοχή του μύθου για τη γέννησή τους. Μας λέει πως όταν ο Κρόνος έκοψε, μετά από προτροπή και με τη βοήθεια της μάνας του Γης, τα αιδοία του πατέρα του Ουρανού, σταλαγματιές από το αίμα του έπεσαν στο σώμα της Γης. Και τότε αυτή, σαν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, γέννησε τις φοβερές Ερινύες, τους τρομαχτικούς Γίγαντες και τις Μελίες Νύμφες:
[[ Ήρθε και έφερε τη νύχτα ο Ουρανός ο μέγας και γύρω απ᾽ τη Γη
απλώθηκε ποθώντας έρωτα και σ᾽ όλα τα μέρη της
τεντώθηκε. Κι ο γιος του απ᾽ την ενέδρα τ᾽ αριστερό του χέρι
άπλωσε και με το δεξιό του άδραξε το πελώριο δρεπάνι,
το μακρύ, το κοφτερό, κι ορμητικά τα αιδοία του πατέρα του
τα θέρισε και πάλι τα ᾽ριξε να πέσουν προς τα πίσω.
Κι εκείνα ανώφελα απ᾽ το χέρι του δεν έφυγαν:
όσες σταγόνες ματωμένες έσταξαν,
όλες τις δέχτηκε η Γη. Κι όταν παρήλθε ο χρόνος
τις Ερινύες γέννησε τις δυνατές και τους μεγάλους Γίγαντες,
που έλαμπαν στα όπλα τους και δόρατα μακρά στα χέρια τους κρατούσαν,
μα και τις Νύμφες που τις λεν Μελίες επάνω στην απέραντη γη. ]] (Ησίοδος, “Θεογονία”, 176-187)

Η συνέχεια >>> VagiaBlog…

Η Γιγαντομαχία, λοιπόν, είναι άγνωστη στον Ησίοδο. Άγνωστη ήταν και στον Όμηρο, γιατί κι αυτός δεν αναφέρει τίποτα. Αναφέρει μονάχα πως οι Γίγαντες ήταν λαός με αυθάδεις κι ασεβείς ανθρώπους:
[[ και πρώτα τον Ναυσίθοον ο σείστης Ποσειδώνας
γέννησε και η Περίβοια, π’ ασύγκριτη στα κάλλη
ήταν του Ευρυμέδοντα νεοτάτη θυγατέρα,
μεγαλοψύχου βασιλιά των προπετών Γιγάντων·
αλλ’ έχασε τον ασεβή λαόν, κι εχάθη κι εκείνος. ]] (Όμηρος, Οδύσσεια, η΄, 56-60)
Από τον Πίνδαρο παίρνουμε την πληροφορία πως η μάχη έγινε στην πεδιάδα της Φλέγρας. Στον Νεμεόνικο αναφέρει πως ο Θηβαίος ήρωας Ηρακλής πήρε μέρος στη Γιγαντομαχία, όπου βοήθησε τους θεούς με τα τόξα του:
[[……………………. Κι όταν
οι θεοί στης Φλέγρας τον κάμπο θα πολεμούν
τους Γίγαντες, τα λαμπρά μαλλιά τους
από τις πυκνές του σαϊτιές θ’ ανακατωθούν
με το χώμα……… ]] (Πίνδαρος, “Νεμεόνικος” Ι, 97- 103)
Ο Απολλόδωρος αναφέρεται στη Γιγαντομαχία και δίνει αρκετές πληροφορίες:
«Γῆ δὲ περὶ Τιτάνων ἀγανακτοῦσα γεννᾷ Γίγαντας ἐξ Οὐρανοῦ, μεγέθει μὲν σωμάτων ἀνυπερβλήτους, δυνάμει δὲ ἀκαταγωνίστους, οἳ φοβεροὶ μὲν ταῖς ὄψεσι κατεφαίνοντο, καθειμένοι βαθεῖαν κόμην ἐκ κεφαλῆς καὶ γενείων, εἶχον δὲ τὰς βάσεις φολίδας δρακόντων. ἐγένοντο δέ, ὡς μέν τινες λέγουσιν, ἐν Φλέγραις, ὡς δὲ ἄλλοι, ἐν Παλλήνῃ. ἠκόντιζον δὲ εἰς οὐρανὸν πέτρας καὶ δρῦς ἡμμένας. διέφερον δὲ πάντων Πορφυρίων τε καὶ Ἀλκυονεύς, ὃς δὴ καὶ ἀθάνατος ἦν ἐν ᾗπερ ἐγεννήθη γῇ μαχόμενος. οὗτος δὲ καὶ τὰς Ἡλίου βόας ἐξ Ἐρυθείας ἤλασε. τοῖς δὲ θεοῖς λόγιον ἦν ὑπὸ θεῶν μὲν μηδένα τῶν Γιγάντων ἀπολέσθαι δύνασθαι, συμμαχοῦντος δὲ θνητοῦ τινος τελευτήσειν. αἰσθομένη δὲ Γῆ τοῦτο ἐζήτει φάρμακον, ἵνα μηδ᾽ ὑπὸ θνητοῦ δυνηθῶσιν ἀπολέσθαι. Ζεὺς δ᾽ ἀπειπὼν φαίνειν Ἠοῖ τε καὶ Σελήνῃ καὶ Ἡλίῳ τὸ μὲν φάρμακον αὐτὸς ἔτεμε φθάσας, Ἡρακλέα δὲ σύμμαχον δι᾽ Ἀθηνᾶς ἐπεκαλέσατο. κἀκεῖνος πρῶτον μὲν ἐτόξευσεν Ἀλκυονέα· πίπτων δὲ ἐπὶ τῆς γῆς μᾶλλον ἀνεθάλπετο· Ἀθηνᾶς δὲ ὑποθεμένης ἔξω τῆς Παλλήνης εἵλκυσεν αὐτόν.
κἀκεῖνος μὲν οὕτως ἐτελεύτα, Πορφυρίων δὲ Ἡρακλεῖ κατὰ τὴν μάχην ἐφώρμησε καὶ Ἥρᾳ. Ζεὺς δὲ αὐτῷ πόθον Ἥρας ἐνέβαλεν, ἥτις καὶ καταρρηγνύντος αὐτοῦ τοὺς πέπλους καὶ βιάζεσθαι θέλοντος βοηθοὺς ἐπεκαλεῖτο· καὶ Διὸς κεραυνώσαντος αὐτὸν Ἡρακλῆς τοξεύσας ἀπέκτεινε. τῶν δὲ λοιπῶν Ἀπόλλων μὲν Ἐφιάλτου τὸν ἀριστερὸν ἐτόξευσεν ὀφθαλμόν, Ἡρακλῆς δὲ τὸν δεξιόν· Εὔρυτον δὲ θύρσῳ Διόνυσος ἔκτεινε, Κλυτίον δὲ δᾳσὶν Ἑκάτη, Μίμαντα δὲ Ἥφαιστος βαλὼν μύδροις. Ἀθηνᾶ δὲ Ἐγκελάδῳ φεύγοντι Σικελίαν ἐπέρριψε τὴν νῆσον, Πάλλαντος δὲ τὴν δορὰν ἐκτεμοῦσα ταύτῃ κατὰ τὴν μάχην τὸ ἴδιον ἐπέσκεπε σῶμα. Πολυβώτης δὲ διὰ τῆς θαλάσσης διωχθεὶς ὑπὸ τοῦ Ποσειδῶνος ἧκεν εἰς Κῶ· Ποσειδῶν δὲ τῆς νήσου μέρος ἀπορρήξας ἐπέρριψεν αὐτῷ, τὸ λεγόμενον Νίσυρον. Ἑρμῆς δὲ τὴν Ἄιδος κυνῆν ἔχων κατὰ τὴν μάχην Ἱππόλυτον ἀπέκτεινεν, Ἄρτεμις δὲ Γρατίωνα, μοῖραι δ᾽ Ἄγριον καὶ Θόωνα χαλκέοις ῥοπάλοις μαχόμεναι τοὺς δὲ ἄλλους κεραυνοῖς Ζεὺς βαλὼν διέφθειρε· πάντας δὲ Ἡρακλῆς ἀπολλυμένους ἐτόξευσεν.» (Απολλόδωρος, “Βιβλιοθήκη” Α΄, 6, 1-2)
(Μετ.: […] η Γη, αγανακτισμένη για την τύχη των Τιτάνων [ο Δίας τους είχε ρίξει στον Τάρταρο], γέννησε από τον Ουρανό τους Γίγαντες, τεράστιους και ανίκητους, φοβερούς στην όψη, με πυκνά, πλούσια και μακριά μαλλιά και γένια και με λέπια φιδιού στα πόδια. Μερικοί λένε ότι γεννήθηκαν στις Φλέγρες, άλλοι πάλι στην Παλλήνη. Αυτοί εξακόντιζαν στον ουρανό πέτρες και φλεγόμενες δρυς. Απ’ όλους τους διέφερε ο Πορφυρίωνας και ο Αλκυονέας, που παρέμενε αθάνατος, όσο πολεμούσε στη γη που γεννήθηκε. Αυτός έδιωξε και τις αγελάδες του Ήλιου από την Ερύθεια. Στους θεούς δόθηκε σαφής χρησμός ότι κανένας τους δεν θα μπορούσε να σκοτώσει τους Γίγαντες, και ότι θα μπορούσαν να τους εξοντώσουν αν κάποιος θνητός συμμαχούσε μαζί τους. Όταν το πληροφορήθηκε η Γη, αναζήτησε ένα βοτάνι, για να μη σταθεί δυνατό να εξολοθρευτούν από κανένα θνητό. Αλλά ο Δίας απαγόρευσε στην Ηώ, στη Σελήνη και στον Ήλιο να φέγγουν και πρόλαβε αυτός και έκοψε το βοτάνι· με τη μεσολάβηση μάλιστα της Αθηνάς εξασφάλισε για σύμμαχο τον Ηρακλή. Και εκείνος σημάδεψε με το τόξο του πρώτα τον Αλκυονέα· αλλά πέφτοντας αυτός στη γη, ξανάβρισκε τις δυνάμεις του· με τη συμβουλή όμως της Αθηνάς ο Ηρακλής τον τράβηξε έξω από την Παλλήνη. 2 Και εκείνος λοιπόν με αυτόν τον τρόπο πέθανε. Ο Πορφυρίωνας πάλι, την ώρα της μάχης με τον Ηρακλή, όρμησε και στην Ήρα. Γιατί ο Δίας του ξύπνησε πόθο ερωτικό για τη θεά, η οποία, καθώς αυτός τις ξέσκιζε τα πέπλα θέλοντας να τη βιάσει, έβαλε τις φωνές καλώντας σε βοήθεια· και καθώς ο Δίας τον κατακεραύνωσε, ο Ηρακλής τον σκότωσε με το τόξο του. Όσο για τους υπόλοιπους, ο Απόλλωνας χτύπησε με τα βέλη του το αριστερό μάτι του Εφιάλτη και ο Ηρακλής το δεξιό· τον Εύρυτο τον σκότωσε ο Διόνυσος με τον θύρσο, τον Κλυτίο η Εκάτη με δαυλούς, τον Μίμαντα ο Ήφαιστος που τον χτύπησε με πυρακτωμένο σίδερο. Η Αθηνά με τη σειρά της, καθώς ο Εγκέλαδος το έσκαγε, έριξε επάνω του το νησί της Σικελίας, ύστερα έγδαρε τον Πάλλαντα και με το δέρμα του προστάτευε το σώμα της την ώρα της μάχης. Ο Πολυβώτης, κυνηγημένος μεσοπέλαγα από τον Ποσειδώνα, φθάνει στην Κω· και ο Ποσειδώνας έκοψε ένα κομμάτι του νησιού, που ονομαζόταν Νίσυρος, και το έριξε επάνω του. Ο Ερμής, φορώντας στην μάχη τη δερμάτινη περικεφαλαία του Άδη, σκότωσε τον Ιππόλυτο, η Άρτεμη τον Γρατίωνα, οι Μοίρες πολεμώντας με χάλκινα ρόπαλα, σκότωσαν τον Άγριο και τον Θόωνα, τους υπόλοιπους τους χτύπησε ο Δίας με κεραυνούς και τους εξόντωσε· και σε όλους εξαπέλυε τα βέλη του ο Ηρακλής και τους αποτελείωνε.)
Η παραπάνω περιγραφή είναι περιληπτική. Στη συνέχεια θα βασιστούμε κυρίως στις πληροφορίες που δίνει ο Αθανάσιος Σταγειρίτης στο έργο του “Ωγυγία”, που έγραψε το 1815, καθώς επίσης και σε άλλες πηγές και θα δώσουμε συνθετικά τις λεπτομέρειες της Γιγαντομαχίας.
Μετά την νίκη του Δία και των υπόλοιπων Κρονείων κατά των Τιτάνων, όταν ο Δίας τους έριξε στα Τάρταρα, αγανάκτησε η Γη με τον χαμό των παιδιών της. Αν και είχε βοηθήσει τον εγγονό της Δία να νικήσει, δεν άντεχε στην ιδέα οι γιοι και οι κόρες της να βρίσκονται καταπλακωμένοι στα μαύρα Τάρταρα. Για να πάρει εκδίκηση, αλλά και για να τιμωρήσει τους Ολύμπιους θεούς, που έπαψαν να την τιμούν, γέννησε τους Γίγαντες. Τους γέννησε στις Φλέγρες της Θράκης. Αυτοί είχαν ανθρώπινη μορφή, ήσαν πανύψηλοι και τερατώδεις και ασυναγώνιστοι στη δύναμη. Είχαν φοβερές όψεις, μαλλιά σκληρά και μακριά, μεγάλα γένια και τα πόδια τους κατέληγαν, κάτω στους μηρούς, σε ουρές δράκοντα. Απ’ όλα το τρομερότερο ήταν ότι έβγαζαν φωτιά από το στόμα και εξέπεμπαν κραυγές αγριότατες και ποικίλες, άλλοτε σαν ταύροι, άλλοτε σαν λιοντάρια, και άλλοτε διαφορετικά. Έτσι μόνο η όψη και η κραυγή τους προξενούσαν μέγιστο τρόμο σε όσους τους έβλεπαν και τους άκουγαν. Αντίθετα με τους Τιτάνες, που ήταν αθάνατοι, οι Γίγαντες ήσαν θνητοί. Απ’ αυτούς, λένε, πως κρατούσε και το γένος των ανθρώπων.
Οι Γίγαντες ήταν πολύ περισσότεροι από τους Τιτάνες, τους Κύκλωπες και τους Εκατόγχειρες. Υπολογίζονται γύρω στους εκατό. Οι κυριότεροι ήσαν οι εξής: Κοίος, Οφίων, Κλύτιος, Άγριος, Αστραίος, Πάλλας,Αλκυονέας, Εφιάλτης, Έμφυτος, Εχίων, Καρύδων Ώτος, Αβσαίος, Άνδης, Άλμωψ, Αιγαίων, Ανώνυμος, Βισάλτης, Οπλάδαμος, Ολύμβρος, Όσταστος, Φέσμις, Πυρίπνοος, Θεοδάμας, Θούριος,Αχέρων, μακρόσιρις, μενεφιάραος,Γρατίων, Θόων, Πορφυρίων, Ιππόλυτος, Μίμας, Όμριμος, Πέλωρος, Δαμάστωρ, Ροίτος, παλληνεύς, Ασκός, Πρόνομος, Κελάδων, Άθως, Εύρυτος, Εγκέλαδος, Αλκυονεύς. Μερικά απ’ αυτά τα ονόματα συγχέονται με αυτά των Τιτάνων. Απ’ αυτούς ο Πορφυρίων ήταν ο πιο αντριωμένος και ο αγριότερος όλων. Ο Αλκυονέας ήταν ο πρώτος και υπήρξε αθάνατος όσο βρισκόταν πάνω στη γη του. Όλοι τους ήσαν άτρωτοι από τους θεούς και μόνον οι άνθρωποι μπορούσαν να τους σκοτώσουν. Στην αρχή συχνά τους επισκέπτονταν οι θεοί και έπαιρναν μέρος στα συμπόσιά τους. Αυτό γινόταν στις γιορτές όταν οι Γίγαντες πρόσφεραν εκατόμβες. Ακόμα και στο δρόμο, όταν τους συναντούσαν οι θεοί, πήγαιναν μαζί τους. Η δύναμη των Γιγάντων ήταν αφάνταστη. Μπορούσαν να ξεκολλούν με ευκολία βράχους ολόκληρους και να τους εκσφενδονίζουν μακριά.
Υπάρχει η παραλλαγή του μύθου που λέει πως η Γη γέννησε στου Γίγαντες σμίγοντας με το Τάρταρο. Πάντως επικρατέστερη είναι η παράδοση που αναφέρει πως οι Γίγαντες γεννήθηκαν από το αίμα του Ουρανού, που έσταξε πάνω στο σώμα της Γης, σαν του έκοψε τα αιδοία ο γιος του ο Κρόνος με χαλύβδινο δρεπάνι, όπως αναφέραμε παραπάνω, σύμφωνα με τη “Θεογονία” του Ησίοδου. Πάντως, όλες οι παραλλαγές αναφέρουν σαν μάνα τους τη Γη. Αυτοί, λοιπόν, προετοίμασαν πόλεμο κατά του Δία, με την παρακίνηση της Γης, για να εκδικηθεί τον χαμό των Τιτάνων, ή με δική τους πρωτοβουλία για να κυριαρχήσουν στον κόσμο, ξέροντας την μεγάλη δύναμή τους. Έβαλαν όρη, το ένα πάνω στ’ άλλο, για ν’ ανέβουν στον ουρανό. Το πεδίο του πολέμου ήταν η πεδιάδα των Φλεγρών, που μετονομάστηκε αργότερα Παλλήνη, από την Παλλήνη την κόρη του Τυφώνα. Οι Φλέγρες βρίσκονταν στην χερσόνησο της Κασσάνδρας. Κάποιοι αναφέρουν ότι ο πόλεμος συνέβη στην Καμπανία της Ιταλίας, κοντά στην πόλη Κύμη, επειδή και εκεί ονομαζόταν η τοποθεσία πεδίο Φλέγραιο. Όμως, εκεί πραγματοποίησε ο Ηρακλής άλλον πόλεμο αργότερα με τους υπόλοιπους Γίγαντες. Ονομάστηκε ο τόπος της μάχης Φλέγραιος και στην Κασσάνδρα και στην Ιταλία, επειδή ο Δίας έριξε πολλούς κεραυνούς και κάηκε ο τόπος από την πολλή φωτιά. Γι’ αυτό ανάβλυσαν θερμά νερά.
Κάποιοι υποστηρίζουν ότι ο πόλεμος έγινε στην Ταρτησό της Ισπανίας και κάποιοι άλλοι στη Συρία. Όμως αυτοί ήσαν άλλοι πόλεμοι., που έγιναν αργότερα. Σίγουρα πραγματοποιήθηκαν πολλές μάχες αυτού του πολέμου σε πολλά μέρη όταν υποχώρησαν οι Γίγαντες.
‘Όταν οι άγριοι Γίγαντες ετοιμάστηκαν σε όλα, άρχισαν έναν άγριο πόλεμο, που ονομάστηκε Γιγαντομαχία. Χωρίς να το περιμένουν οι θεοί, μιας και είχαν καλές σχέσεις πρώτα με τους γιους της γιαγιάς τους Γης, δέχτηκαν ξαφνική επίθεση με βροχή από βράχους κι αναμμένους δαυλούς. Έκραζαν κι αλάλαζαν άγρια οι Γίγαντες και έριχναν σαν ακόντια ολόκληρα δένδρα πυρακτωμένα προς τον ουρανό. Και βράχους τόσο μεγάλους, ώστε όσοι έπεσαν στη θάλασσα έγιναν νησιά, και όσοι έπεσαν στη γη έγιναν ψηλά όρη. Έτσι σχηματίστηκαν τα μεγάλα όρη και τα νησιά της θάλασσας. Στη συνέχεια άρπαζαν αυτά τα όρη και τα έριχναν εναντίον των θεών. Όλα πάνω στη γη αναστατώθηκαν, νησιά βούλιαζαν, στεριές γκρεμίζονταν στη θάλασσα, ποτάμια χάνονταν σε χάσματα ή άλλαζαν πορεία, κάνοντας κατάξερα τα μέρη όπου περνούσαν άλλοτε. Το Αιγαίο έγινε μια απέραντη κόλαση φωτιάς, η Θεσσαλία τρανταζόταν συνθέμελα, κι όλα τα βουνά έτρεμαν σαν φύλλα από δέντρα. Τραντάζονταν η Οίτη, η Όθρυς, το Πήλιο, η Πίνδος, η Όσα, ο Όλυμπος, το Παγγαίο, ο Άθως, η Ροδόπη.
Όπως στην Τιτανομαχία, πάλι οι θεοί ζώστηκαν τα όπλα τους. Αρχηγός στο θεϊκό στρατόπεδο ήταν ο Δίας, οπλισμένος όχι μόνο με την αστραπή, τη βροντή και τον κεραυνό, όπως στην Τιτανομαχία, αλλά και με την αιγίδα, το δέρμα κατσίκας που είχε πάνω το κεφάλι της Γοργόνας. Η τρομερή μορφή της έσπερνε τον πανικό ή απολίθωνε όποιον την αντίκριζε.
Στο πλάι του, πρώτη και καλύτερη σύμμαχος η κόρη του η Αθηνά, η θεά των μαχών, που μόλις είχε γεννηθεί πάνοπλη από το κεφάλι του. Πάνω στο άρμα της, πάντα στο δεξιό του πατέρα της, φορώντας την πανοπλία της και με το γοργόνειο στο στήθος πολέμησε καλύτερα και από άντρας. Γι’ αυτό ο Δίας ονομάστηκε “γιγαντοφόνης” και “γιγαντολέτωρ” και η Αθηνά προσονομάστηκε “γιγαντολέτειρα”, δηλαδή αυτοί που σκότωσαν τους Γίγαντες.
Παραστάτες του Δία ήταν η φοβερή η Στύγα και η κόρη της η Νίκη. Πρωτοπαλίκαρά του ήταν ο Ποσειδώνας με την τρίαινα, ο Απόλλωνας με το τόξο και τα βέλη του και ο Ήφαιστος με τον άκμονα, τις πυράγρες και τους μύδρους του. Σε κάποια στιγμή, που είδε ο κουτσοπόδαρος θεός κουρασμένο τον Ήλιο, τον πήρε πάνω στο δικό του άρμα. Μαζί κι ο Άρης με όλα του τα όπλα, ο Ερμής με το κηρύκειο. Μα και οι θεές δεν έκαναν πίσω. Πρόσφεραν με κάθε τρόπο τη βοήθειά τους. Η Ήρα, η Αφροδίτη, η Άρτεμη, η Εκάτη και οι Μοίρες πολέμησαν ισάξια με τους άντρες. Μόνο η Δήμητρα δε συμμετείχε στον αγώνα αυτόν γιατί είχε ιδιαίτερη συγγένεια με τη Γη, που προστάτευε τους καρπούς της, οι οποίοι φύτρωναν στο ιερό της χώμα.

Τρίτη, 26 Σεπτεμβρίου 2017

Τιτανομαχία


[[ δαμ- ων ]]

Γ΄. Τιτανομαχία- κυριαρχία του Δία
Τα παιδιά του Κρόνου δεν συγχώρεσαν στον πατέρα τους την κατάποσή τους. Γι’ αυτό συντάχθηκαν εναντίον του. Μια πολύχρονη μάχη έμελλε να ξεσπάσει, που έμεινε στη μνήμη της ανθρωπότητας σαν Τιτανομαχία! Αν και νικήθηκε ο Κρόνος από τον Δία, ο γιος της Ρέας δεν έγινε αμέσως κύριος του Ολύμπου. Πριν να γίνει ο βασιλιάς του κόσμου, έπρεπε να υπερπηδήσει πολλές τρομερές δυσκολίες. Να πολεμήσει σκληρά. Γιατί χρειάστηκε να αντιμετωπίσει την επίθεση των παλαιών θεοτήτων, που δεν ανέχονταν να στερηθούν την εξουσία. Παλαιοί και νέοι θεοί, αρσενικοί και θηλυκοί πήραν μέρος σ’ αυτό τον πόλεμο, που διήρκεσε δέκα ολόκληρα χρόνια. Αντίπαλοι ήσαν τα παιδιά του Κρόνου, δηλαδή ο Δίας με τους αδελφούς και τις αδελφές του και ο Κρόνος με τ’ αδέλφια του τους Τιτάνες. Ο Ωκεανός κράτησε ουδέτερη στάση. Κάποιοι λένε πως υποστήριξε τον Δία. Η φοβερή, όμως, Ωκεανίδα, η Στύγα, μαζί με τα παιδιά της συμπαρατάχθηκε με τα παιδιά του Κρόνου.
Για την Στύγα ο Βοιωτός ποιητής γράφει:
[[ Και η Στύγα, του Ωκεανού η κόρη, έσμιξε με τον Πάλλαντα
και γέννησε μες στο σπίτι της το Ζήλο και τη Νίκη που ωραίους αστραγάλους έχει,
το Κράτος και τη Βία, παιδιά περίφημα.
Σπίτι γι’ αυτούς μακριά απ’ το Δία δεν υπάρχει, ούτε κάθισμα,
ούτε και δρόμος που ο θεός να μην τους οδηγεί,
μα κάθονται πάντα πλάι στο Δία το βαρύβροντο.

Η συνέχεια >>> VagiaBlog…

Αφού έτσι αποφάσισε η Στύγα, η άφθαρτη Ωκεανίδα,
τη μέρα εκείνη που ο Ολύμπιος αστραπορίχτης
όλους τους αθανάτους κάλεσε στον υψηλό τον Όλυμπο.
Κι είπε πως όποιος από τους θεούς μαζί του τους Τιτάνες θα πολέμαγε,
αυτός δε θα ‘χανε τα προνόμιά του, πως ο καθένας θα ‘χει τις τιμές
που ‘χε και πριν μες τους αθάνατους θεούς.
Εκείνον πάλι που χωρίς τιμή, χωρίς προνόμια, απ’ τον Κρόνο ήταν,
είπε πως θα του έδινε μερίδιο στις τιμές και τα προνόμια καθώς του αρμόζει.
Και πρώτη η Στύγα η άφθαρτη ανέβηκε στον Όλυμπο
μαζί με τα παιδιά της, με του πατέρα της τη συμβουλή.
Κι αυτήν ο Δίας την τίμησε και δώρα περισσά της έδωσε.
Γιατί την ίδια όρισε να είναι των θεών ο μέγας όρκος
και τα παιδιά της για όλους τους καιρούς συγκάτοικοί του να ‘ναι.
Κι ο Δίας όπως τα υποσχέθηκε, έτσι και σ’ όλους ακριβώς τα εκπλήρωσε
πέρα ως πέρα. Κι ο ίδιος μέγας είναι κυρίαρχος και βασιλιάς. ]] (Ησίοδος, “Θεογονία”, 383- 403)
Ακόμη μερικοί αναφέρουν πως και ο Προμηθέας, ο γιος του τιτάνα Ιαπετού, συμπαρατάχθηκε με τον Δία και έδρασε σαν πρωτοπαλίκαρό του, ή ακόμη και σαν σύμβουλός του γιατί είχε κοφτερό μυαλό. Αμφίρροπος, όμως, ο αγώνας γιατί οι Τιτάνες δεν ήσαν εύκολοι αντίπαλοι. Τα παιδιά του Κρόνου ήταν ταμπουρωμένα στον υπερήφανο Όλυμπο και τα παιδιά του Ουρανού ταμπουρωμένα στην υψηλή την Όθρη. Δέκα χρόνια λυσσαλέες μάχες και κανείς δε χάρηκε τη νίκη. Ο Ησίοδος μας λέει:
[[ Γιατί καιρό πολέμαγαν κι είχανε πόλεμο που θλίβει την ψυχή,
ενάντια μεταξύ τους σε μάχες κρατερές,
οι θεοί Τιτάνες κι όσοι απ᾽ τον Κρόνο γεννηθήκανε,
οι ένδοξοι Τιτάνες από την Όθρη την ψηλή,
κι από τον Όλυμπο οι θεοί, των αγαθών οι χορηγοί,
αυτοί που η Ρέα γέννησε σαν πλάγιασε με τον Κρόνο.
Κι εκείνοι πολέμαγαν μεταξύ τους συνεχώς για δέκα ολόκληρα χρόνια
κι είχανε μάχη που θλίβει την ψυχή.
Της φοβερής της έριδας λύση καμία και τέλος δεν υπήρχε
και για τις δυο πλευρές, και του πολέμου η έκβαση ήταν ισόρροπη. ]] (Ησίοδος, “Θεογονία”, 630- 639)
Τότε η Γη μήνυσε με χρησμό στον Δία πως η νίκη θα κλίνει στη μεριά εκείνου που θα ελευθερώσει τους φυλακισμένους θεούς στα Τάρταρα. Ο Κρονίδης αμέσως κατάλαβε πως ήταν ανάγκη να λύσει τις αλυσίδες των Κυκλώπων, του Βρόντη, του Στερόπη και του Άργη. Αυτούς τους φρουρούσε ένα τερατώδες όν, η Κάμπη. Ο Δίας σκότωσε το τέρας και ξανάφερε στο φως τους τρεις Κύκλωπες. Αυτοί, δείχνοντας την ευγνωμοσύνη για τη λύτρωσή τους, για να τον ευχαριστήσουν του χάρισαν τη βροντή, τον αστραπή και τον κεραυνό, τα τρομερά όπλα που είχε στη συνέχεια ο μετέπειτα βασιλιάς θεών κι ανθρώπων. Ακόμη, στον Ποσειδώνα χάρισαν την τρίαινα και στον Πλούτωνα την “κυνέην”, η οποία ήταν ένας σκούφος από σκυλοτόμαρο, που τον έκανε αόρατο. Με τη συμμετοχή των Κυκλώπων στις τάξεις των μαχητών του Δία, οι φίλοι του πήραν περισσό θάρρος.
Ο Απολλόδωρος μας γράφει: μαχομένων δὲ αὐτῶν ἐνιαυτοὺς δέκα ἡ Γῆ τῷ Διὶ ἔχρησε τὴν νίκην, τοὺς καταταρταρωθέντας ἂν ἔχῃ συμμάχους· ὁ δὲ τὴν φρουροῦσαν αὐτῶν τὰ δεσμὰ Κάμπην ἀποκτείνας ἔλυσε. καὶ Κύκλωπες τότε Διὶ μὲν διδόασι βροντὴν καὶ ἀστραπὴν καὶ κεραυνόν, Πλούτωνι δὲ κυνέην, Ποσειδῶνι δὲ τρίαιναν· οἱ δὲ τούτοις ὁπλισθέντες κρατοῦσι Τιτάνων, καὶ καθείρξαντες αὐτοὺς ἐν τῷ Ταρτάρῳ τοὺς ἑκατόγχειρας κατέστησαν φύλακας. (Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη Α΄, ΙΙ, 1-2)
(Μετ.: Μετά από πόλεμο που κράτησε δέκα χρόνια η Γη έδωσε στον Δία χρησμό ότι θα νικήσει, αν έχει για συμμάχους του τους ριγμένους στα Τάρταρα. Αυτός τότε τους ελευθέρωσε, σκοτώνοντας την Κάμπη, που τους φρουρούσε στη φυλακή τους. Οι Κύκλωπες τότε δίνουν στον Δία τη βροντή, την αστραπή και τον κεραυνό, στον Πλούτωνα μια περικεφαλαία και στον Ποσειδώνα την τρίαινα. Αυτοί με τούτα τα όπλα νικούν τους Τιτάνες και φυλακίζοντάς τους στα Τάρταρα έβαλαν φρουρούς τους Εκατόγχειρες.)
Ο Ησίοδος αναφέρει τα ακόλουθα για την συμπαράταξη των Κυκλώπων:
[[ Και τα αδέλφια του πατέρα του τα έλυσε απ’ τα ολέθρια δεσμά τους,
τους γιους του Ουρανού, που ο πατέρας του τους έδεσε από την αφροσύνη του.
Κι εκείνοι του αναγνώρισαν τη χάρη της ευεργεσίας του
και του ‘δωσαν τη βροντή, τον κεραυνό που καίει
και την αστραπή. Πριν η πελώρια Γη τα έκρυβε.
Σ’ αυτά στηρίζεται και κυβερνά θνητούς και αθανάτους. ]] (Ησίοδος, “Θεογονία”, 501- 506)
Η νίκη άρχισε να γέρνει προς το μέρος των παιδιών του Κρόνου όταν μαζί τους συμπαρατάχθηκαν οι τρεις Εκατόγχειρες. Όπως έχουμε ήδη αναφέρει ήσαν φοβεροί σε δύναμη. Σαν τους ελευθέρωσε ο Δίας τους πρόσφερε τα θεϊκά εδέσματα, την αμβροσία και το νέκταρ και στη συνέχεια τους ζήτησε την πολύτιμη βοήθειά τους. Και οι Εκατόγχειρες, γνωρίζοντας τη σοφία του Δία, που ήταν θεμέλιο για μια καλύτερη διακυβέρνηση του κόσμου, δεν την αρνήθηκαν. Την στιχομυθία στον Όλυμπο μεταξύ του Δία και του Εκατόγχειρα Κόττου, που μίλησε εξ ονόματος και των άλλων δύο αδελφών του, μας μεταφέρει ο Ησίοδος:
[[ Και το Βριάρεω, τον Κόττο και το Γύγη, απαρχής
μες στην καρδιά του τους μίσησε ο πατέρας τους, τους έδεσε με ισχυρά δεσμά,
γιατί φθονούσε την υπερβολικά ανδρεία τους, το ανάστημα,
τον όγκο τους. Και κάτω από τη γη τούς εγκατέστησε με τους πλατιούς τους δρόμους.
Εκεί μένανε αυτοί κάτω απ᾽ τη γη υποφέροντας
και κάθονταν στα έσχατα, στα πέρατα της μεγάλης γης
καιρό πολύ θλιμμένοι, κι είχανε πένθος μέγα στην καρδιά τους.
Μα αυτούς ο γιος του Κρόνου και οι αθάνατοι θεοί οι άλλοι,
που γέννησε η Ρέα η καλλίκομη από τον έρωτα του Κρόνου,
και πάλι τους ανέβασαν στο φως με συμβουλές της Γης.
Γιατί αυτή λεπτομερώς τους τα εξέθεσε όλα,
πως δηλαδή μ᾽ αυτούς τη νίκη και τη δόξα τη λαμπρή θα πάρουν.
…………………………….
Μα όταν πια σ᾽ εκείνους ο Δίας πρόσφερε όλα τα απαραίτητα,
νέκταρ και αμβροσία, αυτά που και οι ίδιοι οι θεοί τα τρώνε,
και σ᾽ όλων τα στήθη η καρδιά δυνάμωσε η γενναία,
[σαν φάγανε νέκταρ και ποθητή αμβροσία,]
τότε τους είπε των θεών και των ανθρώπων ο πατέρας:
«Ακούστε με τέκνα λαμπρά της Γης και τ᾽ Ουρανού,
για να σας πω αυτά που μες στα στήθη μου η καρδιά προστάζει.
Γιατί είναι πια καιρός πολύς που ενάντια μεταξύ μας
την κάθε μέρα για τη νίκη και την εξουσία πολεμάμε,
οι θεοί Τιτάνες κι όσοι εμείς από τον Κρόνο γεννηθήκαμε.
Μα εσείς τη μεγάλη δύναμη και τ᾽ απλησίαστα τα χέρια σας
να δείξετε ενάντια στους Τιτάνες μες στην ολέθρια μάχη,
την προσηνή φιλία μας έχοντας στο νου και πόσα αφού υποφέρατε
ήρθατε ξανά στο φως απ᾽ τα ανήλεα δεσμά σας,
από το νεφελώδη ζόφο, με τη δική μας θέληση.»
Έτσι είπε. Κι αμέσως του απάντησε ο άψογος ο Κόττος:
«Θεϊκέ, πράγματα άγνωστα δε μας φανερώνεις. Κι εμείς
οι ίδιοι ξέρουμε ότι πολλή είναι η σοφία, πολύς και ο νους σου,
πως έγινες προστάτης στους αθάνατους από την παγερή τη συμφορά,
και πως με τη δική σου σύνεση από το νεφελώδη ζόφο
και πάλι πίσω ήρθαμε από τ᾽ αμείλικτα δεσμά μας,
βασιλιά, του Κρόνου γιε, καλό ανέλπιστο παθαίνοντας.
Γι᾽ αυτό και τώρα με νου ακλόνητο και πρόθυμη ψυχή
θα προασπίσουμε την εξουσία σου στο φοβερό αγώνα,
με τους Τιτάνες πολεμώντας στις κρατερές τις μάχες.»
Έτσι είπε. Κι επαίνεσαν οι θεοί, των αγαθών οι χορηγοί,
το λόγο σαν ακούσανε. Και η ψυχή τους ακόμη πιο πολύ από πριν
τον πόλεμο ποθούσε. Και μάχη αζήλευτη σηκώσανε όλοι,
αρσενικοί και θηλυκοί θεοί, τη μέρα εκείνη,
οι θεοί Τιτάνες κι όσοι απ᾽ τον Κρόνο γεννηθήκανε,
μα κι όσοι ο Δίας απ᾽ το έρεβος, κάτω απ᾽ τη γη, στο φως τούς έφερε,
δεινοί και κρατεροί, που δύναμη υπερβολική κατείχαν.
Από τους ώμους τους χέρια εκατό σαλεύανε,
σε όλους όμοια, και στον καθένα κεφαλές πενήντα
φυτρώνανε απ᾽ τους ώμους πάνω στα στιβαρά τους μέλη.]] (Ησίοδος, “Θεογονία”, 617- 629 και 640- 673)
Η τελική μάχη ήταν ολέθρια. Ο Δίας χρησιμοποίησε τα φοβερά όπλα, που του χάρισαν οι Κύκλωπες. Από τον Όλυμπο εκσφενδόνιζε τους κεραυνούς του. Με αστραπές και βροντές βούιζε ο απέραντος ο πόντος κι αντηχούσε η γη. Στέναζε ο ουρανός και συνθέμελα σειόταν ο Όλυμπος και τα άλλα τα ψηλά βουνά. Η αντάρα έφτασε μέχρι το νεφελώδη Τάρταρο. Γέμισε ο αέρας άγριους αλαλαγμούς κι οι λάμψεις τύφλωναν τα μάτια. Όλη η γη κι ο ουρανός έβραζαν από τη φωτιά, μαζί κι ο βαθύς ωκεανός. Τότε οι Εκατόγχειρες με τα τριακόσια χέρια που είχαν συνολικά, τριακόσιους θεόρατους βράχους σήκωσαν με ορμή και μεμιάς τους έριξαν και καταπλάκωσαν τους Τιτάνες. Έτσι οι γενναιόψυχοι εχθροί βρέθηκαν στα έγκατα της γης, πλακωμένοι με τεράστιο βάρος.
Ας αφήσουμε, όμως, τον Βοιωτό ποιητή να μας περιγράψει με τους στίχους με κάθε λεπτομέρεια αυτή την φοβερή μάχη:
[[ Και τότε αυτοί ενάντια στους Τιτάνες στάθηκαν μες στην ολέθρια μάχη
και βράχια απόκρημνα στα στιβαρά τα χέρια τους βαστούσαν.
Μα οι Τιτάνες πρόθυμα απ᾽ την άλλη τις φάλαγγές τους δυναμώνανε.
Κι οι δυο πλευρές φανέρωναν της δύναμης και των χεριών τους
κατορθώματα κι ο πόνος ο απέραντος ολόγυρα φοβερά αντηχούσε,
αντιβοούσε δυνατά η γη και στέναζε μαζί κι ο ουρανός ο ευρύς
καθώς σειόταν, κι απ᾽ τα θεμέλια τιναζότανε ο ψηλός ο Όλυμπος
απ᾽ την ορμή των αθανάτων, και των ποδιών η δόνηση ισχυρή
στο νεφελώδη Τάρταρο έφτανε και η βοή η οξεία
από την άφατη την καταδίωξη κι από τις δυνατές ριξιές.
Έτσι ο ένας στον άλλο έριχναν βλήματα που φέρνουν στεναγμούς.
Κι έφτανε και των δυο η φωνή στον έναστρο ουρανό
καθώς φωνάζανε. Και με μεγάλο αλαλαγμό συγκρούστηκαν.
μα γέμισαν τα στήθη του ευθύς με ορμή και όλη του
τη δύναμη φανέρωσε. Κι εξίσου από τον ουρανό κι από τον Όλυμπο
προχώραγε και άστραφτε συνέχεια, και οι κεραυνοί
ευθύς μαζί με τη βροντή και με την αστραπή πετούσαν
από το στιβαρό του χέρι, την ιερή στριφογυρνώντας φλόγα,
απανωτοί. Κι ολόγυρα η ζωοδότρα η γη αντιβούιζε,
καθώς καιγότανε, κι έτριζε δυνατά από γύρω δάσος αμέτρητο.
Έβραζε όλη η γη και του Ωκεανού τα ρείθρα
κι ο πόντος ο ατρύγητος. Θερμή πνοή τους χθόνιους Τιτάνες
κύκλωνε κι άφατη φλόγα στο θεϊκό αιθέρα έφτανε,
και η ακτινοβόλα λάμψη του κεραυνού και της αστραπής
τους τύφλωνε τα μάτια, κι ας ήταν δυνατοί.
Άφατη πύρα το χάος γέμιζε. Φαινότανε σαν να ᾽βλεπαν τα μάτια
και ν᾽ άκουγαν τ᾽ αυτιά ήχο παρόμοιο,
όπως εάν ζυγώνανε η γη κι ο ουρανός ο ευρύς από πάνω.
Γιατί τόσο μεγάλος θα σηκωνόταν γδούπος,
αν έπεφτε σ᾽ ερείπια η γη και γκρεμιζόταν από ψηλά ο ουρανός.
Τόσος γινόταν γδούπος καθώς συγκρούονταν οι θεοί στη μάχη.
Και οι άνεμοι σηκώνανε με θόρυβο μαζί σεισμό, σκόνη,
βροντή, αστραπή, το φλογερό τον κεραυνό,
του μέγα Δία τα βέλη, και φέρνανε κραυγές και ιαχές
καταμεσής στα δύο μέτωπα. Κι ο θόρυβος της φοβερής της μάχης
σηκωνότανε άπλετος και φανερώνονταν της δύναμης τα έργα.
Η μάχη έκλινε. Πριν, όμως, ο ένας στον άλλο αντιστέκονταν
και μάχονταν σταθερά στην κρατερή τη μάχη.
Κι ανάμεσα στους πρώτους δριμεία μάχη σήκωναν
ο Κόττος, ο Βριάρεως κι ο Γύγης, ο ακόρεστος για πόλεμο.
Τριακόσια βράχια εκείνοι από τα στιβαρά τους χέρια
στέλνανε απανωτά και με τα βλήματά τους τους Τιτάνες
κατασκέπασαν. Και τους Τιτάνες στείλανε κάτω από τη γη
με τους πλατιούς τους δρόμους και σε δεσμά σκληρά τους δέσανε,
αφού με τα χέρια τους τους νίκησαν κι ας ήσαν γενναιόψυχοι. ]] (Ησίοδος, “Θεογονία”, 674- 720)
Αφού, λοιπόν, νικήθηκαν οι τρομεροί Tιτάνες, ρίχτηκαν στον Τάρτατο (*4), τόσο βαθιά, όσο απέχει ο ουρανός από τη γη. Λένε πως όταν αφήσεις ένα αμόνι από τον ουρανό θα πέφτει εννιά μέρες και νύχτες και θα φτάσει την δέκατη στη γη. Τον ίδιο χρόνο θα κάνει να πέσει το αμόνι από τη γη στον Τάρτατο. Εκεί στο σκοτεινό και μουχλιασμένο Τάρτατο είναι δεμένοι με βαριά δεσμά. Γύρω- τριγύρω έβαλαν χάλκινο τείχος και γύρω απ’ αυτόν, όπου είναι οι ρίζες της γης και της θάλασσας, τρία στρώματα νύχτας, σαν τριπλός τείχος, περιβάλλει το χάλκινο πρωταρχικό τείχος, που έφτιαξε ο Ποσειδώνας. Εκεί κρατούνται μέχρι σήμερα οι Τιτάνες, εκτός από τον Άτλαντα.
Κάποιοι λένε πως αρχηγός των Τιτάνων ήταν ο Άτλαντας. Έτσι, για να τον τιμωρήσει περισσότερο ο Δίας, τον έβαλε στη δυτική εσχατιά της γης, έξω από τον κήπο των Εσπερίδων- τον κήπο της Ήρας- να κρατά στους ώμους του τον ουρανό, έχοντας τον ήλιο από πάνω του σαν μία πυρακτωμένη πέτρα.
Και πάλι ο Ησίοδος περιγράφει την φυλακή των Τιτάνων:
[[ Και τόσο κάτω απ᾽ τη γη τούς ρίξανε, όσο απέχει από τη γη ο ουρανός.
Γιατί τόση είναι η απόσταση απ᾽ τη γη μέχρι το νεφελώδη Τάρταρο.
Μέρες εννιά και νύχτες αμόνι χάλκινο
από τον ουρανό αν έπεφτε, τη δέκατη στη γη θα έφτανε.
[Κι εξίσου πάλι από τη γη στο νεφελώδη Τάρταρο:]
Νύχτες και πάλι εννιά και μέρες χάλκινο αμόνι
από τη γη αν έπεφτε, τη δέκατη στον Τάρταρο θα έφτανε.
Χάλκινο φράγμα από γύρω τον κυκλώνει. Και γύρω του,
στο λαιμό του, τρίδιπλη νύχτα είναι χυμένη. Κι απάνω
της γης οι ρίζες και της ατρύγητης της θάλασσας φυτρώνουνε.
Εκεί οι θεοί Τιτάνες, κάτω απ᾽ το νεφελώδη ζόφο,
είναι κρυμμένοι μ᾽ απόφαση του Δία που τα σύννεφα μαζεύει,
σε τόπο μουχλιασμένο, στα έσχατα της πελώριας γης.
Έξοδο αποκεί δεν έχουν: χάλκινες θύρες ο Ποσειδώνας
έβαλε από πάνω τους και τείχος κι από τις δυο μεριές τούς ζώνει. ]] (Ησίοδος, “Θεογονία”, 720- 733)
Εκεί στο μαύρο και ζοφερό Τάρταρο, οι Εκατόγχειρες, ταγμένοι φύλακες από τον Δία, επιτηρούν την φυλάκιση των Τιτάνων:
[[ Εκεί μένουν ο Κόττος, ο Γύγης κι ο μεγαλόψυχος Βριάρεως,
φύλακες του Δία πιστοί που την αιγίδα του βαστάει.
Εκεί της ζοφερής της γης, του νεφελώδη Τάρταρου,
του πόντου του ατρύγητου και τ᾽ ουρανού του έναστρου
είναι στη σειρά οι πηγές και τα πέρατα όλων,
πικρά και μουχλιασμένα, που κι θεοί μισούνε.
Χάσμα μεγάλο που και σ᾽ ένα ολόκληρο έτος, αυτό που φέρνει των καρπών τ᾽ ωρίμασμα,
δε θα ᾽φτανες μέχρι τον πυθμένα του —αν πρώτα πέρναγες μέσα από τις πύλες—
μα εδώ κι εκεί θα σε παρέσερνε η μια πάνω στην άλλη η φοβερή η θύελλα.
Είναι φοβερό και για τους αθάνατους θεούς ακόμα. ]] (Ησίοδος, “Θεογονία”, 734- 743)
Μετά την πλήρη επικράτηση των παιδιών του Κρόνου, αναγνωρίστηκε η εξυπνάδα και η ισχύς του Δία και εκλέχτηκε βασιλιάς θεών και θνητών, έχοντας την εποπτεία όσων υπάρχουν πάνω από την επιφάνεια της γης.
Ο Ησίοδος αναφέρει:
[[ Αφού οι μακάριοι θεοί τον πόλεμο τελειώσανε
και με τη βία κέρδισαν απ᾽ τους Τιτάνες τ᾽ αξιώματα,
παρότρυναν, με συμβουλές της Γης, τον Ολύμπιο Δία το μακρύβροντο
να βασιλέψει και να κυβερνήσει τους αθάνατους.
Κι εκείνος τους μοίρασε καλά τα αξιώματα. ]] (Ησίοδος, “Θεογονία”, 881- 885)
Για το μοίρασμα της εξουσίας Απολλόδωρος γράφει: «αὐτοὶ δὲ διακληροῦνται περὶ τῆς ἀρχῆς, καὶ λαγχάνει Ζεὺς μὲν τὴν ἐν οὐρανῷ δυναστείαν, Ποσειδῶν δὲ τὴν ἐν θαλάσσῃ, Πλούτων δὲ τὴν ἐν Ἅιδου.» (Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη Α΄, ΙΙ, 2) (Μετ.: Στη συνέχεια έριξαν κλήρο για την εξουσία και τυχαίνει στον Δία η εξουσία στη γη, στον Ποσειδώνα στη θάλασσα και στον Πλούτωνα στον Άδη.)

Παραλλαγή του μύθου της Τιτανομαχίας:
Η Ήρα, η τελευταία γυναίκα του Δία, ήταν πολύ ζηλιάρα και πολλές φορές εναντιώθηκε στον σύζυγό της. Έτσι, σαν έμαθε πως γεννήθηκε ο Έπαφος- θεός με μεγάλη δύναμη- μετά από εξώγαμη σχέση του άντρα της, κάλεσε τους Τιτάνες να παραμερίσουν τον άστατο Δία από της εξουσία του κόσμου και να επαναφέρουν στον θρόνο του τον Κρόνο. Καθώς αυτοί όρμησαν στον Όλυμπο για να εκθρονίσουν τον Δία, αυτός με τη βοήθεια της Αθηνάς, του Απόλλωνα και της Άρτεμης, τους γκρέμισε στα Τάρταρα.

Σχόλια:
• Τιτάνες και Διόνυσος Ζαγρέας:
Οι Τιτάνες συνδέονται με τον φόνο του Διόνυσου Ζαγρέα (πρώτος Διόνυσος). Ο Ζαγρέας ήταν γιος του Δία, που είχε μεταμορφωθεί σε φίδι, και της κερασφόρου Περσεφόνης, της Κόρης δηλαδή του Δία και της Δήμητρας Ο Ζαγρέας γεννήθηκε έχοντας και ο ίδιος κέρατα, όπως και η μητέρα του και ο Δίας τον όρισε διάδοχό του, δίνοντάς του σκήπτρο, καθώς και τον κεραυνό και τον έλεγχο της βροχής.
Ο πατέρας των θεών και των ανθρώπων εμπιστεύτηκε το βρέφος στον Απόλλωνα και εκείνος για να το κρύψει από τη ζηλόφθονο σύζυγο του Δία, Ήρα, το έδωσε στους Κουρήτες να το αναθρέψουν. Η Ήρα όμως ανακάλυψε το μικρό Ζαγρέα και έστειλε τους Τιτάνες για να τον εξοντώσουν. Αρχικά, προσπάθησαν να τον δελεάσουν δίνοντάς του διάφορα παιχνίδια: ρόμβο, αστράγαλο, χρυσά μήλα, σβούρα. Στο τέλος του έδωσαν ένα καθρέπτη, ο οποίος κέρδισε την προσοχή του μικρού κερασφόρου θεού. Τότε οι Τιτάνες βρήκαν την ευκαιρία και όρμησαν πάνω του να τον σκοτώσουν. Ο Ζαγρέας για να τους ξεφύγει, άρχισε να μεταμορφώνεται διαδοχικά σε έφηβο Δία, Κρόνο, λιοντάρι, τίγρη, άλογο, φίδι με κέρατα και τελικά πήρε τη μορφή του ταύρου. Εκείνη λοιπόν τη στιγμή, οι Τιτάνες κατάφεραν και τον έπιασαν, τον κομμάτιασαν και τον έφαγαν, αφού τον έβρασαν σε ένα καζάνι.
Ο Δίας, οργισμένος, κατακεραύνωσε τους Τιτάνες, ενώ ζήτησε από τον Απόλλωνα να μαζέψει τα λείψανα του Ζαγρέα και να τα θάψει στους Δελφούς. Από τη στάχτη των κεραυνωθέντων Τιτάνων δημιουργήθηκαν οι άνθρωποι. Εξ αυτού φέρουν μέσα τους τη θηριώδη «τιτανική φύση» , αλλά και το θεϊκό στοιχείο εφόσον οι Τιτάνες είχαν φάει το Διόνυσο Ζαγρέα, υιό του Διός. Ο άνθρωπος, γεννημένος από την τέφρα των Τιτάνων είναι ένα κράμα καλού και κακού. Ο Διόνυσος ο Ζαγρέας είναι η ανώτατη αρχή παντός πράγματος , επειδή «συνδύαζε μέσα του την θεϊκή αρχή, και πηγή της ζωής, την οποία είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του Δίας, όσο και την υποχθόνια την οποία είχε κληρονομήσει από την μητέρα του Περσεφόνη, την θεότητα του κάτω κόσμου.
Για την ανάσταση του Ζαγρέα, υπάρχουν διάφορες εκδοχές: μία θέλει την Αθηνά (ή τον Ερμή) να σώζει την καρδιά του Ζαγρέα και να την παραδίδει στο Δία. Εκείνος είτε κατάπιε την καρδιά είτε την εμφύτευσε στην αγαπημένη του Σεμέλη, την κόρη του Κάδμου και της Αρμονίας και πριγκίπισσα της Θήβας, είτε την έστυψε (ή κατ’ άλλους την έτριψε σε σκόνη) και της την έδωσε να την πιει μέσα σε κρασί. Έτσι γεννήθηκε ο Διόνυσος ο Νεώτερος- Διόνυσος Βάκχος.
Άλλη εκδοχή θέλει τη Δήμητρα (ή τη Ρέα) να συγκολλούν τα μέλη του Ζαγρέα και να τον ανασταίνουν ως Διόνυσο. Τέλος, σύμφωνα με μια ακόμα εκδοχή, ο Δίας έβαλε την καρδιά του Ζαγρέα σε ένα γύψινο ομοίωμα του θεού, το οποίο ζωντάνεψε. Με γύψο είχαν βάψει και τα πρόσωπά τους οι Τιτάνες, πριν επιτεθούν στο Ζαγρέα, κάτι που συνέβαινε κατά τη διάρκεια των ορφικών-διονυσιακών μυστηρίων.
Ο Ζαγρέας λοιπόν ήταν ο πρώτος Διόνυσος. Ο Βάκχος, ο γιος της Σεμέλης, ήταν ο δεύτερος, ο κυρίως Διόνυσος. Και τέλος, ο Ίακχος, ο γιος του Δία και της Δήμητρας (ή του Διονύσου και της νύμφης Αύρας), ήταν ο τρίτος Διόνυσος, σημαντική μορφή των ελευσινίων μυστηρίων. Οι τρεις αυτές μορφές του Διονύσου συνιστούν και την τρισυπόστατη φύση του.
Οι Τιτάνες συμβολίζουν τα ανθρώπινα πάθη που δεν αφήνουν την ψυχή να ανέλθει πρός το θεϊκό της λίκνο και την "τελείωση". Διαμέλισαν, λοιπόν, και κατασπάραξαν τον Διόνυσο, αφήνοντας άθικτη μόνο την καρδιά του, την οποία την πήρε η θεά Αθηνά και την παρέδωσε στον πατέρα της Δία. Για ποιό λόγο η Αθηνά σώζει την καρδιά του Διονύσου; H Αθηνά όπως γνωρίζουμε είναι η θεά της νόησης και της σοφίας. Η νόηση και η λογική αποτελεί το σπουδαιότερο θεϊκό δώρο στον άνθρωπο. Αρκεί όμως μόνο αυτό; Όχι, δεν αρκεί. Δίχως μία ‘ανοιχτή’ και ‘δεκτική’ καρδιά, δεν είναι δυνατόν να κατακτήσουμε την σοφία, καθώς για κάθε ένα πρόβλημα που λύνει ο νους δέκα νέα προκύπτουν. Για αυτό τον λόγο, τόσο ο νούς όσο και η καρδιά, αποτελούν τα δύο ιερότερα δώρα προς τον ισορροπημένο άνθρωπο..
Αυτό είναι ένα μυστικό που ο Προμηθέας κράτησε κρυφό από τον άνθρωπο, το έδειξε όμως με τις πράξεις του, την αγάπη του προς αυτόν..Την αγάπη που είναι ο δρόμος της καρδιάς. Η Αθηνά με την πράξη της, απλώς το επιβεβαιώνει...

• Για ορισμένους ερευνητές οι ρίζες του αρχαιοελληνικού πολιτισμού συνδέονται με τις συνέπειες των κλιματικών και γεωλογικών αλλαγών. Γι’ αυτούς, λοιπόν, η ελληνική μυθολογία δεν είναι παρά ένα περίβλημα που κρύβει τους θησαυρούς μιας μυστηριακής θρησκείας όπου οι πρώτοι φιλόσοφοι έκρυψαν τη γνώση τους των μεγάλων νόμων του φυσικού κόσμου. Μεγάλο τμήμα της ελληνικής μυθολογίας ταυτίζεται με την γεωλογική εξέλιξη του Ελλαδικού χώρου, με αποτέλεσμα να έχει και μία φυσικογεωλογική ή γεωμυθολογική διάσταση.
Πολυετής ερευνητική δραστηριότητα έχει δείξει ότι η Θεογονία του Ησιόδου, τα έργα του Ομήρου και των άλλων συγγραφέων, αντιπροσωπεύουν την φυσικο-γεωλογική εξέλιξη του Αιγαιακού και Περι-Αιγαιακού χώρου για το χρονικό διάστημα μεταξύ 18.000 και 6.000 χρόνια πριν από σήμερα κυρίως. Η μυθολογία δεν ήταν παρά το πραγματικό κεφάλαιο της ιστορίας της Ελλάδας.
Έτσι, στην Τιτανομαχία περιγράφονται έκτακτα μετεωρολογικά, γωλογικά και γενικότερα φυσικά φαινόμενα. Θύελλες, Τυφώνες, ξηρασίες και πυρκαγιές, ρήγματα στο φλοιό της γης και αλλαγές ρεύματος σε ποτάμια, σεισμοί και εκρήξεις ηφαιστείων, κατολισθήσεις, καταποντισμοί και βροχή από μετεωρίτες. Όλα αυτά οι άνθρωποι της εποχής εκείνης με τη φαντασία τους τα θεωρούσαν άγρια παιδιά της γης, που πολεμούσαν τους θεούς, οι οποίοι προσωποποιούσαν το μέτρο την αρμονία μέσα στη φύση. Ό,τι και να γινόταν στο τέλος θα επικρατούσαν η τάξη, η αρμονία, οι αθάνατοι θεοί.

• Παλαιότερα πίστευαν πως η Τιτανομαχία συμβολίζει την σύγκρουση των Ελλήνων με τους Προέλληνες και τον αγώνα των νεότερων να επιβάλλουν την ολυμπιακή θρησκεία έχοντας παραμερίσει ή υποτάξει οτιδήποτε λατρευόταν προγενέστερα στον ελλαδικό χώρο. Στις μέρες μας, βέβαια αυτή η υπόθεση έχει χάσει τη σημασία της.

• Στην Τιτανομαχία έχουμε την αναμέτρηση της προηγούμενης με τη νεότερη γενιά θεών. Αυτή αναμέτρηση δεν είναι φαινόμενο μόνο στην Ελλάδα. Αποτελεί κοινό γνώρισμα στις θρησκείες όλων των λαών. Μήπως δεν είχαμε μια μεγάλη αναμέτρηση μεταξύ της θρησκείας των Ολυμπίων με τον Χριστιανισμό, που συνοδεύτηκε με βιαιότητες; Ίσως ένας μυθογράφος του μέλλοντος να επινοήσει έναν μύθο για να παρουσιάσει την επικράτηση της νέας θρησκείας, σε σχέση με την αντικατασταθείσα.
Στο βαβυλωνιακό έπος “Ενούμα έλις”συναντούμε τη σύγκρουση του Μερδούκ, με τους νεώτερους θεούς συσπειρωμένους γύρω απ’ αυτόν, και της Τίαμακ, που είχε συγκεντρώσει τους παλαιότερους θεούς. Επίσης στους Φοίνικες συναντούμε την σύγκρουση του Βήλου με την Ομόρκα. Έχουμε, λοιπόν, στις διάφορες θρησκείες την σύγκρουση ανάμεσα στους νεότερους και τους παλαιότερους θεούς που απεικονίζουν την ιδέα για την εξέλιξη του κόσμου όπου ατελέστερες και αγριότερες φυσικές και ηθικές δυνάμεις αντικαθίστανται από τελειότερες και ημερότερες.
Στη θεογονική σημασία τόσο της Τιτανομαχίας, όσο και της Γιγαντομαχίας, διακρίνουμε τη δημιουργία και τη ρύθμιση του κόσμου από μια κυρίαρχη θεότητα που προϋποθέτει την αναμέτρησή της με αρχέγονες, τερατόμορφες και βίαιες δυνάμεις, αλλά και τον θρίαμβο πάνω σ’ αυτές. Ο νικητής θεός επιβάλει τη δική του τάξη και νομοτέλεια, αφού έχει υποτάξει «υπό τους πόδας αυτού πάντα εχθρόν και πολέμιον», όπως έγινε μετά την επικράτηση του Δία στους Τιτάνες.

--------------------------------------------------
(*4) Τάρταρος: πληθυντικός Τάρταρα. Είναι το κατώτερο τμήμα του μυθικού κόσμου. Κατά τον Ησίοδο ο Τάρταρος είναι η φυλακή του Κρόνου και άλλων Τιτάνων που σαν τόπος προσδιορίζεται στα έγκατα της Γης. Σημειώνει δε πως "χαλκούς άκμων" που ρίφθηκε από τη Γη έφθασε στον Τάρταρο μετά από 9 ημέρες και 9 νύκτες, αριθμός που λήφθηκε υπ’ όψη από την αρχαιότητα σε ταφικά έθιμα και που πέρασαν στη συνέχεια στα χριστιανικά. Μεταγενέστερα η λαϊκή φαντασία έπλασε τον Τάρταρο ως φυλακή και τόπο μαρτυρίου όλων των κακών ανθρώπων. Ο Αριστοφάνης στο έργο του "Βάτραχοι" περιγράφει τον Τάρταρο ως τόπο βασανιστηρίων για συγκεκριμένους εγκληματίες, όπως των πατροκτόνων, επιόρκων, προδοτών της πατρίδας καθώς κι εκείνων που παραβίασαν το άσυλο της Ξενίας. Ο Πλούταρχος και ο Λουκιανός αναφέρουν πολλά είδη τιμωρίας που συνέβαιναν στο Τάρταρο.




Σάββατο, 16 Σεπτεμβρίου 2017

Τιτανομαχία

[[ δαμ- ων ]]

Β΄. Κυριαρχία του Κρόνου
Έτσι ο μικρότερος από τους Τιτάνες, ο Κρόνος, διαδέχτηκε τον Ουρανό στον θρόνο του σύμπαντος. Ο πατέρας του προείπε πως κι αυτός με τη σειρά του θα εκθρονιστεί από κάποιον απόγονό του. Μόλις ανέλαβε την εξουσία ο Κρόνος πρώτο μέλημά του ήταν να φυλακίσει στα Τάρταρα τους Κύκλωπες και τους Εκατόγχειρες, ενώ λευτέρωσε τους Τιτάνες.
Ο Κρόνος πήρε για γυναίκα του την αδελφή του Ρέα. Απ’ αυτήν απόχτησε πολλά παιδιά: Θυγατέρες την Εστία, τη Δήμητρα και την Ήρα, και γιούς τον Πλούτωνα ή Άδη, τον Ποσειδώνα και τον Δία. Ο νέος κυρίαρχος του κόσμου από την αρχή της βασιλείας του δεν μπορούσε να ησυχάσει. Αιτία ήταν η μαντεία των γονιών του, πως παρ’ ότι ήταν δυνατός, κάποιο από τα παιδιά του θα του άρπαζε τον θρόνο. Δεν ακολούθησε την ίδια τακτική με τον πατέρα του Ουρανό. Έτσι δεν τα έριχνε στον Τάρταρο. Ο Κρόνος κατάπινε τα παιδιά του. Έτσι, μόλις γεννιόταν κάποιο παιδί του, για να είναι σίγουρος πως δεν θα τολμήσει να τον βλάψει, το κατάπινε και το κρατούσε μέσα του, ώστε να έχει τον πλήρη έλεγχο.
Η Ρέα, όπως και κάθε μάνα, λαχταρούσε να κρατήσει στην αγκαλιά της και να αναθρέψει τα παιδιά της. Καθώς ήταν έγκυος στον Δία, δεν ανέχτηκε να συνεχιστεί η σκληρή τακτική του άντρα της. Συμβουλεύτηκε τους γονείς της πώς μπορεί να σώσει το βλαστάρι της. Ο Ουρανός και η Γη την συμβούλεψαν, σαν έρθει η ώρα του τοκετού να φύγει για την Κρήτη, όπου θα γεννήσει το παιδί της και μετά να το κρύψει. Γυρνώντας μετά, να καμωθεί πως γεννά, και ψεύτικο μωρό να δώσει στον σκληρό πατέρα.

Η συνέχεια >>> VagiaBlog…

Υπακούοντας στων γονιών της τη συμβουλή, η Ρέα, σαν ήρθε η ώρα να γεννήσει, αποτραβήχτηκε στο Αιγαίο όρος της μεγαλοννήσου, όπου έφερε στον κόσμο τον τελευταίο γιο της, τον Δία. Εκεί σε μια σπηλιά μεγάλωσε ο μελλοντικός βασιλιάς του κόσμου. Το θεϊκό βρέφος τράφηκε με το γάλα μιας αίγας, που Αμάλθεια (*1) την έλεγαν. Απ’ έξω από τη σπηλιά στέκονταν πιστοί φύλακες οι Κουρήτες (*2) και μόλις το βρέφος έκανε πως κλαίει, αυτοί χόρευαν χτυπώντας τις χάλκινες ασπίδες του για να μην ακουστεί του βρέφους το κλάμα.
Ας δούμε, τώρα, πώς ο Ησίοδος περιγράφει τα γεγονότα, που αναφέραμε:
[[ Κι η Ρέα στον Κρόνο υποταγμένη γέννησε τέκνα λαμπρά,
την Εστία, τη Δήμητρα και τη χρυσοπέδιλη Ήρα,
το δυνατό τον Άδη, που κατοικεί παλάτια κάτω από τη γη
κι έχει καρδιά ανήλεη, τον Εννοσίγαιο το βαρύχτυπο,
το συνετό το Δία, πατέρα θεών και ανθρώπων,
που απ᾽ τη βροντή του τρέμει η πλατιά η γη.
Κι αυτούς ο μέγας Κρόνος τούς κατάπινε, όπως καθένας τους
από την ιερή της μάνας τους κοιλιά στα γόνατα κατέβαινε,
αυτό στο νου του έχοντας, πώς απ᾽ τους γόνους τ᾽ Ουρανού τους ένδοξους
άλλος κανείς βασιλικό αξίωμα ανάμεσα στους αθανάτους να μην έχει.
Γιατί έμαθε από τη Γη κι από τον έναστρο Ουρανό
πως ήταν πεπρωμένο του να νικηθεί από παιδί δικό του,
—κι ας ήταν κρατερός— με του μεγάλου Δία το θέλημα.
Γι᾽ αυτό ο Κρόνος τυφλά δεν παραφύλαγε, αλλά καραδοκούσε
και τα τέκνα του κατάπινε. Και πένθος δίχως λησμονιά κυρίευε τη Ρέα.
Μα όταν έμελλε το Δία, θεών κι ανθρώπων τον πατέρα, να γεννήσει,
τότε τους ακριβούς ικέτευε γονείς της,
τη Γη και τον γεμάτο άστρα Ουρανό,
να καταστρώσουνε μαζί της κάποιο σχέδιο, πώς να περάσει απαρατήρητη
σαν θα γεννά το γιο της, και πώς να ξεπληρώσει ο Κρόνος τις ερινύες
του πατέρα της και των παιδιών της που ο μέγας δολοπλόκος τα κατάπινε.
Κι αυτοί στη θυγατέρα τους έδιναν μεγάλη προσοχή και πείθονταν,
και της εξήγησαν όσα να γίνουν ήταν πεπρωμένο
σε σχέση με τον βασιλιά τον Κρόνο και το γιο του με τη γενναία την ψυχή.
Τη στείλανε στη Λύκτο, στην πλούσια της Κρήτης χώρα,
όταν το τελευταίο απ᾽ τα παιδιά της να γεννήσει έμελλε,
το Δία το μεγάλο. Κι αυτόν δέχτηκε η πελώρια Γη
στην Κρήτη να τον θρέψει την πλατιά και να τον μεγαλώσει. ]] (Ησίοδος, “Θεογονία”, 453- 480)
Αργότερα, σαν ο Δίας έγινε ο βασιλιάς των θεών, τίμησε την Αμάλθεια. Την τοποθέτησε ψηλά στου ουρανό, να λάμπει σαν άστρο. Με το δέρμα της έκανε την περίφημη “αιγίδα”, την απρόσβλητη ασπίδα στον πόλεμο με τους Τιτάνες, ενώ το κέρατό της έγινε το σύμβολο της αφθονίας.
Ο Απολλόδωρος μας λέει: «ὀργισθεῖσα δὲ ἐπὶ τούτοις ῾Ρέα παραγίνεται μὲν εἰς Κρήτην, ὁπηνίκα τὸν Δία ἐγκυμονοῦσα ἐτύγχανε, γεννᾷ δὲ ἐν ἄντρῳ τῆς Δίκτης Δία. καὶ τοῦτον μὲν δίδωσι τρέφεσθαι Κούρησί τε καὶ ταῖς Μελισσέως παισὶ νύμφαις, Ἀδραστείᾳ τε καὶ Ἴδῃ. αὗται μὲν οὖν τὸν παῖδα ἔτρεφον τῷ τῆς Ἀμαλθείας γάλακτι, οἱ δὲ Κούρητες ἔνοπλοι ἐν τῷ ἄντρῳ τὸ βρέφος φυλάσσοντες τοῖς δόρασι τὰς ἀσπίδας συνέκρουον, ἵνα μὴ τῆς τοῦ παιδὸς φωνῆς ὁ Κρόνος ἀκούσῃ.» (Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη Α΄, Ι, 6-7)
(Μετ.: Οργισμένη η Ρέα πάει στην Κρήτη τον καιρό που ήταν έγκυος στον Δία και γεννάει τον Δία σε μια σπηλιά της Δίρκης. Στη συνέχεια τον δίνει να τον αναθρέψουν οι Κουρήτες και οι κόρες του Μελισσέα, οι νύμφες Αδράστεια και Ίδη. Αυτές λοιπόν τάιζαν το παιδί με το γάλα της Αμάλθειας και οι Κουρήτες ένοπλοι φύλαγαν το βρέφος μες στη σπηλιά και χτυπούσαν με τα δόρατα τις ασπίδες τους, για να μην ακούσει ο Κρόνος τη φωνή του παιδιού.)
Έχοντας εξασφαλίσει το βρέφος η Ρέα στην Κρήτη, επέστρεψε στον Κρόνο. Καμώθηκε πως την έπιασαν οι οδύνες του τοκετού και πως γεννά. Σπαργάνωσε μια μεγάλη πέτρα και μ’ αυτήν ξεγέλασε τον άντρα της πως ήτανε τάχα το βρέφος. Ευθύς ο Κρόνος ανυποψίαστος την κατάπιε, πιστεύοντας πως ακόμη ένας κίνδυνος για την εξουσία του είχε εκλείψει.
Το θεϊκό βρέφος στη Κρήτη γρήγορα μεγάλωσε και στο κορμί και στο μυαλό. Σαν ένιωσε ο Δίας πως ήταν σε θέση να αναμετρηθεί με τον πατέρα του, πήγε και τον βρήκε. Πατέρας και γιος πάλεψαν. Μα ο γιος ήταν ανώτερος και σε τέχνη και σε δύναμη, οπότε νίκησε τον άκαρδο και σκληρό πατέρα, που κατάπινε τα παιδιά του. Τον ανάγκασε, λοιπόν, να τα ξεράσει. Κάποιοι λένε, πως ο ηττημένος από τον γιό του Κρόνος, τα εξήμεσε με φάρμακο, που του έδωσε η Μήτιδα. Ο Απολλόδωρος γράφει: «ἐπειδὴ δὲ Ζεὺς ἐγενήθη τέλειος, λαμβάνει Μῆτιν τὴν Ὠκεανοῦ συνεργόν, ἣ δίδωσι Κρόνῳ καταπιεῖν φάρμακον, ὑφ᾽ οὗ ἐκεῖνος ἀναγκασθεὶς πρῶτον μὲν ἐξεμεῖ τὸν λίθον, ἔπειτα τοὺς παῖδας οὓς κατέπιε·» (Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη Α΄, ΙΙ, 1) (Μετ.: Όταν ο Δίας έγινε σωστός άντρας, παίρνει συνεργό του τη Μήτι, κόρη του Ωκεανού, η οποία δίνει στον Κρόνο να πιει ένα φάρμακο, που τον έκανε να ξεράσει πρώτα την πέτρα και μετά τα παιδιά που είχε καταπιεί.)
Πρώτα- πρώτα, λοιπόν, βγήκε η πέτρα (*3), που είχε καταβροχθίσει τελευταία, και μετά τα παιδιά. Χάρηκαν πολύ αυτά, που ξανααντίκρισαν το φως και θαύμασαν τον μικρότερο, αλλά γενναίο αδελφό τους, τον Δία. Τάχτηκαν ,λοιπόν, στο πλευρό του γιατί είχαν μίσος με τον σκληρό πατέρα. Έτσι, ήταν αναπόφευκτή η μάχη ανάμεσα στον Κρόνο και τα αδέλφια του τους Τιτάνες από τη μια πλευρά και τον Δία με τ’ αδέλφια του από την άλλη για την κυριαρχία του Κόσμου.
Και πάλι θα ανατρέξουμε στην Ησίοδο για να δούμε την περιγραφή των γεγονότων που εξιστορήσαμε:
[[ Κι αφού σπαργάνωσε μεγάλο λίθο τον πρόσφερε σ᾽ εκείνον,
στο μέγα άνακτα, του Ουρανού το γιο, το βασιλιά των παλαιότερων θεών.
Στα χέρια του τον πήρε τότε ο Κρόνος και τον έριξε μες στην κοιλιά του,
ο άθλιος, και με το νου του δεν κατάλαβε πως πίσω του ᾽μενε,
στου λιθαριού τη θέση, δικός του γιος ανίκητος και δίχως έγνοιες
που έμελλε γοργά να τον νικήσει με τη βία και τα χέρια του,
να τον εκδιώξει από τ᾽ αξίωμα και μέσα στους αθάνατους να βασιλέψει.
Και γοργά κατόπιν η δύναμη και τα λαμπρά του βασιλιά τα μέλη
μεγαλώσανε. Και σαν ο χρόνος έφτασε,
παγιδευμένος απ᾽ τις παμπόνηρες τις προτροπές της Γης,
ο μέγας Κρόνος, ο δολοπλόκος, έβγαλε έξω και πάλι τα παιδιά του,
από τη δύναμη και τα τεχνάσματα του παιδιού του νικημένος. ]] (Ησίοδος, “Θεογονία”, 485- 496)

-----------------------------------
(*1) Αμάλθεια: Κάποιοι λένε πως η Αμάλθεια ήταν νύμφη και πως μαζί με την Ίδη και την Αδράστεια- ή και με άλλες νύμφες- ανάλαβαν την ανατροφή του μικρού Δία.

(*2) Κουρήτες: Ορεινοί δαίμονες (θεότητες) της Κρήτης, προστάτες του Δία στη βρεφική του ηλικία.

(*3) Αυτή την πέτρα ο Δίας την έστησε στο μαντείο των Δελφών, στον Παρνασσό, για να τη βλέπουν και οι θεοί και οι θνητοί για πάντα και να θαυμάζουν και να προσκυνούν τη δύναμή του.