Πέμπτη, 3 Αυγούστου 2017

Ελλέβορος, το αρχαίο βοτάνι που γιάτρευε τη μανία και την τρέλα. Η θεραπεία των Προιτίδων και του Ηρακλή


[[ δαμ- ων ]]

Το ενδεχόμενο να δολοφονήθηκε ο Μέγας Αλέξανδρος και η δηλητηρίαση να είναι η αιτία που άφησε την τελευταία του πνοή το 323 π.Χ., στη Βαβυλώνα, δεν αποτελούν σενάριο που ακούγεται πρώτη φορά. Στις ιστορικές μαρτυρίες διαβάζουμε: «Ο βασιλιάς πέθανε αργά, επώδυνα και βασανιστικά από γλυκόπιοτο κρασί στο οποίο είχαν στάξει δηλητήριο.»
Παραθέτοντας τα στοιχεία της μελέτης του, ο Λίο Σκεπ και οι συνεργάτες του από το Εθνικό Κέντρο Δηλητηρίων του Πανεπιστημίου Οτάγκο της Νέας Ζηλανδίας και το Πανεπιστήμιο του Μπίρμιγχαμ της Βρετανίας ισχυρίζονται ότι ο μέγας στρατηλάτης είναι πιθανόν να δηλητηριάστηκε από το γνωστό στην αρχαιότητα φυτό ελλέβορος. Κι αυτό το στηρίζουν στο γεγονός ότι ο Αλέξανδρος, σύμφωνα με το “βασιλικό ημερολόγιο” το οποίο διατηρούσε η αυλή του, εμφάνισε σταδιακά αυξανόμενο πυρετό και πέθανε έπειτα από δώδεκα ημέρες αφού προηγουμένως του ήταν αδύνατον να περπατήσει και να μιλήσει. Το δηλητηριώδες φυτό ελλέβορος το χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι Έλληνες ως βότανο κατά του εμετού. Σε μεγαλύτερη ποσότητα μπορούσε να επιφέρει βραδύ θάνατο. Τα συμπτώματα που θα είχε ο ασθενής θα ήταν γαστρικοί πόνοι, ναυτία, εμετός, βραδυκαρδία, υπόταση και σοβαρή μυϊκή αδυναμία. Αν ανατρέξει κανείς στις περιγραφές του ιστορικού Διόδωρου, όλα αυτά τα συμπτώματα τα είχε ο νεαρός Αλέξανδρος
Οι περισσότεροι δεν γνωρίζουμε τον ελλέβορο. Οι ελλέβοροι είναι φυτά ποώδη με ρίζωμα πολυετές, που ζουν στα ορεινά. Ανήκουν στην ίδια οικογένεια με τις ανεμώνες και τις νεραγκούλες.

Η συνέχεια >>> VagiaBlog…

Ξεχωρίζουν από τα εξής χαρακτηριστικά: Στη βάση τους φυτρώνουν ένα ή περισσότερα μεγάλα φύλλα με μακρύ μίσχο. Τα φύλλα αυτά χωρίζονται σε πολλά επιμήκη φυλλάρια, με παλαμοειδή διάταξη. Ο βλαστός βγάζει πολύ μικρά φυλλαράκια ή βράκτια.
Από τα ένδεκα είδη ελλέβορου που υπάρχουν σε όλη την Ευρώπη, στην Ελλάδα φυτρώνει κυρίως ο ελλέβορος ο κυκλόφυλλος (Helleborus cyclophyllus).Τον βρίσκουμε στα ξέφωτα των ορεινών δασών, τα άνθη του έχουν χρώμα ανοιχτό κιτρινοπράσινο και εμφανίζονται νωρίς την άνοιξη, μετά το λιώσιμο των χιονιών. Είναι κοινά γνωστός ως σκάρφι, κάρπη, καρπί κ.ά. Οι ελλέβοροι είναι φυτά δηλητηριώδη. Ωστόσο, όπως όλα τα δηλητήρια, χρησιμοποιούνταν από τους πρακτικούς γιατρούς και για φαρμακευτικούς σκοπούς. Παλιά χρησιμοποιούνταν για τη θεραπεία διαφόρων ασθενειών των ζώων όμως όσον αναφορά τις ανθρώπινες ασθένειες, δεν είναι ξεκάθαρο πού ακριβώς ωφελούσε το φυτό αυτό.
Οι πηγές μας πληροφορούν ότι αρχαίοι ρήτορες έτρωγαν μικρές ποσότητες του φυτού για την τόνωση της μνήμης τους κατά την διάρκεια της ομιλίας τους. Επίσης η λαϊκή μας παράδοση αποδίδει στο σκάρφι πολλές περίεργες και μαγικές ιδιότητες. Το βέβαιο πάντως είναι ότι, ακόμη και μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα, από ελλέβορο παρασκευάζονταν φάρμακα για τη θεραπεία της μανίας, της μελαγχολίας, της υποχονδρίας, ακόμη και της επιληψίας. Τον χρησιμοποιούσαν επίσης κατά της υδρωπικίας και σε χρόνια δερματικά νοσήματα. Η χρήση του γινόταν με μορφή σκόνης ή βάμματος. Σε μεγάλη δόση ο ελλέβορος προκαλεί εμετό, διάρροια, πόνους στα πεπτικά όργανα, παράλυση και τελικά τον θάνατο.
Στα αρχαία χρόνια η φήμη της Αντίκυρας- περιοχή της Βοιωτίας- ήταν διαδεδομένη σε όλο τον γνωστό κόσμο γιατί εκεί φύτρωνε το θεραπευτικό βοτάνι του ελλέβορου. Πιστεύεται -αλλά δεν είναι καθόλου βέβαιο- πως ο ελλέβορος της Αντίκυρας ήταν ο ελλέβορος ο κυκλόφυλλος. Με το φυτό αυτό, σύμφωνα με τον μύθο, ο Μελάμπους, ο γιατρός των θεών, θεράπευσε τις κόρες του βασιλιά του Άργους Προίτου (Προιτίδες), που είχαν πάθει παράκρουση και νόμιζαν πως ήταν αγελάδες (μοσχίδες), και στη συνέχεια πήρε για σύντροφό του μια από αυτές. Με το ίδιο φυτό θεραπεύτηκε στην Αντίκυρα και ο Ηρακλής από τη μανία, από την οποία καταλήφθηκε και σκότωσε την οικογένειά του.
Τον συσχετισμό του ελλέβορου με την Αντίκυρα κάνει πρώτος σε κείμενο ο Θεόφραστος λέγοντας ότι η καλύτερη ποικιλία λευκού ελλέβορου φυτρώνει στην Οίτη, αλλά ο καλύτερος μαύρος ελλέβορος προέρχεται από την Αντίκυρα και τον Ελικώνα. Αναλυτικά στον ελλέβορο αναφέρονται τόσο ο Πλίνιος όσο και ο Διοσκορίδης, γιατρός και βοτανολόγος της εποχής του Νέρωνα. Ήταν ήδη γνωστό από τότε και επιβεβαιώνεται σήμερα ότι ο λευκός έχει εμετικές και ο μαύρος καθαρτικές ιδιότητες.
Πάντως στην Αντίκυρα παρασκευαζόταν ένα φάρμακο πολύ αποτελεσματικό βασισμένο στο μαύρο ελλέβορο και σε ένα σησαμοειδές. Το φάρμακο αυτό ήταν η μεγάλη αποκλειστικότητα των γιατρών της Αντίκυρας, σε σημείο μάλιστα να ονομάζεται το παρασκεύασμα «ελλέβορος αντικυρικός». Επίσης η πολύ προσεκτική διαδικασία χορήγησης, που ακολουθούταν στην Αντίκυρα, ονόμαζόταν «ελλεβορισμός». Πολλοί ακόμα γιατροί της Ρωμαϊκής περιόδου αναφέρθηκαν στον ελλέβορο, όπως ο Γαληνός και ο Ορειβάσιος.
Εκτός από τις καθαρά ιατρικές αναφορές υπάρχουν και πολλές ανεκδοτολογικές. Ο Αριστοφάνης, ο Λυσίας, ο Μέναδρος, αλλά και ο Πλούταρχος αναφέρονται σε εταίρες που είχαν το όνομα «Αντίκυρα» εννοώντας ότι ξετρέλαιναν τους άντρες! Αν κάποιος έλεγε ανοησίες η συνηθισμένη αντίδραση ήταν «Πίθ’ελλέβορον» ή «Αντικύρας σοι δει», δηλαδή «Πιές ελλέβορο να συνέλθεις» και «Σου χρειάζεται Αντίκυρα», κάτι αντίστοιχο με τη νεότερη έκφραση «είσαι για το Δαφνί».

Μελάμποδας και Προτίδες:
Οι Προιτίδες ήταν κόρες του Προίτου και της Σθενέβοιας, του βασιλικού ζεύγους της Τίρυνθας. Ήταν τρεις, η Ιφινόη, η Λυσίππη και η Ιφιάνασσα. Αυτές όταν έφτασαν σε ηλικία γάμου, προκάλεσαν την οργή της Ήρας, γιατί ισχυρίζονταν ότι ήταν ωραιότερες από τη θεά, είτε γιατί παινεύτηκαν ότι το παλάτι του πατέρα τους ήταν πλουσιότερο από τον ναό της Ήρας. Κάποιοι λένε πως έκλεψαν χρυσάφι από το φόρεμα της θεάς για προσωπική τους χρήση. Η Ήρα τις τιμώρησε παίρνοντάς τους τα λογικά, μεταμορφώθηκαν σε δαμάλες και έτρεχαν στα βουνά δέσμιες της τρέλας τους. Η μανία τους έκανε μερικούς να σκεφτούν ότι η τιμωρία προήλθε από τον Διόνυσο, γιατί τον προσέβαλαν με το να αρνούνται τη λατρεία του, οπότε ο μύθος τους θυμίζει το μύθο των γυναικών της Θήβας που, επίσης, αρνούνταν τον Διόνυσο. Πάντως, η μεταμόρφωση σε δαμάλες ταιριάζει στη θεά, καθώς και άλλες ηρωίδες που εμπλέκονται με τη γυναίκα του Δία μεταμορφώνονται σε αγελάδες (π.χ. Ιώ) ή ιέρειές της την τιμούν φορώντας προσωπεία αγελάδας. Ο Προίτος, στην απελπισία του για την κατάσταση των θυγατέρων του, τράβηξε το σπαθί του για να αυτοκτονήσει. Τον απέτρεψαν, όμως, τα πρωτοπαλίκαρά του με λόγια αλλά και με βία.
Ο Μελάμποδας, γιος του Αμιθάονα και της Ειδομένης, ήταν εγγονός του οικιστή της Ιωλκού Κρηθέα και γεννήθηκε στην Πύλο. Σύμφωνα με την παράδοση ονομάστηκε Μελάμποδας, γιατί η μητέρα του τον άφησε βρέφος κάτω από την σκιά ενός δένδρου. Τα πόδια του παιδιού έμειναν εκτεθειμένα στον ήλιο και μαύρισαν (μέλανες πόδες). Αργότερα, φίδια, που είχε ο ίδιος προστατέψει και αναθρέψει, λένε ότι καθάρισαν τ’ αυτιά του με τις γλώσσες τους και έτσι μπορούσε να εννοεί τις φωνές των πτηνών και μαθαίνοντας απ’ εκείνα, έγινε ικανός να προλέγει τα μέλλοντα. Ακόμη, σύμφωνα με τον Στράβωνα την τέχνη της μαντικής την διδάχτηκε από τον ίδιο τον Απόλλωνα και έγινε έτσι άριστος μάντης. Τέλος, συνδέθηκε με τη λατρεία του Διονύσου και σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, εκείνος που τον μύησε στα μυστήρια του θεού, ήταν ο Κάδμος.
Ο Προίτος κάλεσε τον Μελάμποδα στην Τίρυνθα, για να τις γιατρέψει. Ο Μελάμποδας, προσφέρθηκε να τις γιατρέψει με αντάλλαγμα το ένα τρίτο του βασιλείου. Όμως ο Προίτος θεώρησε υπερβολική την απαίτηση του μάντη. Τότε το κακό εξαπλώθηκε σε μεγάλο μέρος των Αργείων γυναικών, οι οποίες σκότωναν τα παιδιά τους, εγκατέλειπαν τις εστίες τους και έφευγαν τρελαμένες στα βουνά, όπου διαμέλιζαν ζώα και τα καταβρόχθιζαν ωμά. Μετά από νέα παράκληση του Προίτου ο Μελάμποδας δέχτηκε να διώξει το κακό, αλλά αυτή τη φορά ζήτησε τα δυο τρίτα του βασιλείου, το ένα για τον ίδιο και το άλλο για τον αδελφό του Βίαντα. Ο Προίτος το δέχτηκε, γιατί φοβήθηκε ότι νέα άρνησή του θα τον έκαμνε να χάσει τα πάντα.
Συνοδευόμενος κι από άλλους άνδρες, τους πιο ρωμαλέους, ο Μελάμποδας, με δυνατές κραυγές και βίαιους χορούς, κυνήγησε στη Σικυώνα τις Αργείες γυναίκες που προσπαθούσαν να διαφύγουν. Εκεί η Ιφινόη, η μεγαλύτερη από τις Προιτίδες, εξαντλημένη έχασε τη ζωή της. Η καταδίωξη συνεχίστηκε έπειτα προς την οροσειρά των Αροανίων. Εκεί τις βρήκε ο μάντης και τις οδήγησε στην τοποθεσία Λουσοί, όπου με εξαγνισμούς και μυστικές τελετές κατόρθωσε να τις γιατρέψει από την τρέλα. Στον Άνιγρο ποταμό της Πελοποννήσου, ΝΔ της Ολυμπίας, πέταξε ο Μελάμποδας τα αντικείμενα που χρησιμοποίησε για τον εξαγνισμό των θυγατέρων του Προίτου. Από τότε, από τα νερά του ποταμού αναδύεται μια άσχημη μυρωδιά. Μετά από αυτό, ο Προίτος πάντρεψε την Ιφιάνασσα με τον Μελάμποδα και τη Λυσίππη με τον αδελφό του μάντη, τον Βίαντα. Έτσι ανέβηκαν και οι δυο στους θρόνους που τους είχε υποσχεθεί ο Προίτος. Κι εκείνος έκτισε ναό προς τιμή του Απόλλωνα.
Ο Μελάμποδας, τονίζει ο Απολλόδωρος, «μάντης ων, και δια φαρμάκων και καθαρμών θεραπείαν πρώτος ευρηκώς», θεραπεύει τις κόρες του Προίτου με διαφόρους τρόπους, σύμφωνα με τις διάφορες εκδοχές που εκφράζουν οι αρχαίοι συγγραφείς. Κατά μίαν εκδοχή, «παραλαβών τους δυνατοτέρους των νεανιών, μετ’ αλαλαγμού και τινος ενθέου χορείας εκ των όρων αυτάς ες Σικυώνα συνεδίωξε», οπότε κατά την καταδίωξη πέθανε η πρώτη από τις θυγατέρες του Προίτου, η Ιφινόη, «ταις δε λοιπαίς τυχούσαις καθαρμού σωφρονήσαι συνέβη».
Αυτή τη μανία, ο μάντης Μελάμποδας τη θεραπεύει εκτός των άλλων τρόπων και με τον μέλανα ελλέβορο. Είναι περίεργο πώς ο συνδυασμός ελλέβορου και Μελάμποδα εμφανίζεται ουσιαστικά στην αρχαία ελληνική γραμματεία μόλις τον 4 π.Χ. αιώνα από τον Θεόφραστο. Ο Θεόφραστος τονίζει: «καλούσι δε τον μέλανα τινές έκτομον μελαμπόδιον, ως εκείνου (του Μελάμποδα) πρώτον ταμόντος και ανευρόντος» (Hist. Plant. IX, 10, 4).
Tοv Θεόφραστο ακολουθεί ο Διοσκουρίδης: «ελλέβορον μέλας, οι δε μελαμπόδιον, οι δε έκτομον, οι δε πολύρριζον καλούσι. Μελαμπόδιον δε, επειδή δοκεί Μελάμπους τις αιπόλος ταςΠροίτου θυγατέρας μανείσας αυτώ καθήραι και θεραπεύσαι» (De materia Medica II, 306).
Παράλληλη είναι η μαρτυρία του Πλινίου, ο οποίος προσθέτει μιαν άλλη εκδοχή. Ο Πλίνιος, γράφει, ότι ο Μελάμποδας θεράπευσε τις Προιτίδες δίδοντας τους να πιούν γάλα αιγών που είχαν φάει ελλέβορο.
Ακόμη, τον 2ο αιώνα μ.Χ. παρόμοια γνώμη εκφράζεται από τον ιατρό Ρούφο τον Εφέσιο: «Λέγουσι δε και Μελάμποδα τον Αμαθάονος τούτω (τω μέλανι ελλεβόρω) καθήραι τας θυγατέρας του Προίτου μανείσας, όθεν δη και την επωνυμίαν μελαμπόδιον έσχε καλείσθαι» (Ορειβάσιος, τόμ. II, 108).
Την ίδια εποχή ο Γαληνός στη Ρώμη αναφωνεί: «ουδείς γάρ ούτως απαίδευτός εστί των εν Έλλησι τεθραμμένων, ος μητ’ αναγνωκέναι μήτ’ ακηκοέναι τας Προίτου θυγατέρας μανείσας υπό Μελάμποδος ιαθήναι καθαρθείσας ούτως» (Γαληνού περί μελαίνης χολής, I, σελ. 132, Kuhn).

Ηρακλής και Αντικυρέας
Ο Ηρακλής σύμφωνα με την τραγωδία του Ευριπίδη, καταλαμβάνεται από μανία (τρέλα) και σκοτώνει τα παιδιά του και τη γυναίκα του Μεγάρα. Η Ίριδα προστάζει τη θεότητα Λύσσα, με τη θέληση της Ήρας, να βάλει μανία στον Θηβαίο ήρωα για να σκοτώσει τα παιδιά του. Ο τραγικός παρουσιάζει την Ίριδα να λέει:
«Γέροντες, μη φοβάστε κοιτώντας
τη Λύσσα εδώ, της Νύχτας θυγατέρα,
κι εμέ την Ίριδα που τους θεούς όλους
υπηρετώ· για το κακό της πόλης
δεν έχουμε έρθει, μα ενάντια σε κάποιον,
τον γιο του Δία, ως λεν, και της Αλκμήνης.
Τους βαριούς άθλους ώσπου να τελειώσει,
τον έσκεπεν η μοίρα κι ούτε ο Δίας
πατέρας άφηνε ποτές εμέ ή την Ήρα
να τον βλάψουμε· τώρα που τους μόχθους
του Ευρυσθέα ξετέλεψε, της Ήρας
η θέληση ‘ναι αυτός με των συγγενών του
να μολευτεί το αίμα, τα παιδιά του
σκοτώνοντας· αυτό κι εγώ γυρεύω.
Μα έλα, κλείσε την καρδιά στη θλίψη,
παρθένα ανύπαντρη, κόρη της μαύρης
Νύχτας, και με μανία παιδοκτόνες,
ξέφρενες ταραχές κι άγριες τρεχάλες
κυνήγα αυτόν το άντρα, τρέλανέ τον, ρίξε
το αιματοστάλαχτο σκοινί των φόνων,
στου Αχέροντα να φτάσει το ποτάμι
μ’ ωραίο στεφάνι, τα σφαγμένα τέκνα
με το ίδιο του το χέρι, για να μάθει
της Ήρας την οργή και τη δική μου·» (Ευριπίδης, Ηρακλής Μαινόμενος, 822- 841)
Η τρέλα του Ηρακλή τον οδηγεί στην αποτρόπαια πράξη της δολοφονίας της γυναίκας του και των παιδιών, που το θολωμένο του μυαλό νόμισε ως εχθρούς. Θα είχε σκοτώσει ακόμη και τον θνητό πατέρα του Αμφιτρίωνα, που μπήκε και μέση για ν’ αποτρέψει την φοβερή πράξη της παιδοκτονίας και της συζυγοκτονίας, αν δεν είχε επέμβει η θεά Αθηνά, που πετώντας μια πέτρα στο στήθος του τον έριξε σε βαθύ ύπνο. Όταν ο ήρωας ξύπνησε είχε γιατρευτεί από τη μανία, οπότε συνειδητοποίησε το μεγάλο κακό που είχε κάνει. Για να καθαρθεί, σύμφωνα με τον μύθο, κατέφυγε στην Αντίκυρα.
Στην αρχαία πόλη, που η αρχική της ονομασία ήταν Κυπάρισσος, βασίλευε ο Αντικυρέας- από τον οποίο πήρε αργότερα το όνομα που έχει μέχρι σήμερα η βοιωτική κωμόπολη, γνωστή για την παραγωγή αλουμινίου. Ο βασιλιάς αμέσως καλοδέχτηκε τον ήρωα, τον οποίο αρχικά, όπως ήταν καταβεβλημένος από την δοκιμασία της μανίας και γερασμένο, δεν γνώρισε. Ο βασιλιάς αμέσως ζήτησε να του φέρουν τον καλύτερο πραχτικό του θεραπευτή, που κατά την παράδοση είχε κι αυτός το όνομα Μελάμποδας. Ο γερο-Μελάμποδας μάζευε τον καλύτερο ελλέβορο και έκανε με τις ρίζες του τα καλύτερα γιατρικά. Με το που πήρε το γιατρικό ο Ηρακλής, σε λίγες ώρες ξαναπήρε την ωραία του όψη και το σώμα του τη δύναμη που τον έκανε ξακουστό σ’ όλο τον κόσμο. Αφού ευχαρίστησε τον βασιλιά Αντικυρέα και τον γερο-Μελάμποδα, που τον έγιανε, ο Θηβαίος ήρωας ξεκίνησε για να ολοκληρώσει την κάθαρσή του, εκτελώντας τους δώδεκα άθλους του, με τους οποίους δοξάστηκε κι ανακούφισε την ανθρωπότητα.



Τρίτη, 1 Αυγούστου 2017

Τυφωέας ή Τυφώνας


[[ δαμ- ων ]]

Β΄ μέρος
Την περιγραφή της μάχης ανάμεσα στον βροντορίχτη Δία και τον φιδόμορφο Τυφώνα, δίνει και ο Ησίοδος:
«Και θα γινότανε κακό αγιάτρευτο τη μέρα εκείνη
και θα βασίλευε ο Τυφώνας στου; Αθάνατους και τους θνητούς,
αν γρήγορα δε το ‘νιωθε ο πατέρας των θεών και των ανθρώπων.
Και βρόντησε ξερά και δυνατά, και γύρω η γη
φρικτά αντιβόησε και ο πλατύς ο ουρανός επάνω
κι ο πόντος και του Ωκεανού το ρέμα και τα τάρταρα της γης.
Κι από τα πόδια τα αθάνατα του βασιλιά, καθώς κινούσε,
έτρεμε ο μέγας Όλυμπος. Και στέναζε μαζί κι η γη.
Και πύρωμα που ερχόταν κι απ’ τους δυο το μελανό κατείχε πόντο,
πύρωμα της βροντής, της αστραπής, και της φωτιάς που έβγαινε απ’ το τέρας,
των ορμητικών ανέμων, του κεραυνού που φλέγεται.
Έβραζε όλη η γη κι ο ουρανός κι η θάλασσα.
Μεγάλα κύματα μαίνονταν πλάι στις ακτές, από παντού ολόγυρα,
απ’ την ορμή των αθανάτων και άσβεστος σεισμοσηκώθηκε.
Από το βρόντο τον ασίγαστο κι απ’ το σκληρό αγώνα
τρόμαξε ο Άδης που βασιλεύει στους νεκρούς κάτω απ’ τη γη
και οι τιτάνες μες τα τάρταρα που γύρω απ’ τον Κρόνο είναι.
Κι όταν κορύφωσε ο Δίας την ορμή του και τα όπλα πήρε,
τη βροντή, την αστραπή, τον αιθαλώδη κεραυνό,
τον χτύπησε πηδώντας απ’ τον Όλυμπο.
Κι έκαψε ολόγυρα όλα τα’ ανείπωτα κεφάλια του φοβερού θεριού.
Κι αφού το δάμασε με χτυπήματα μαστιγώνοντάς το,
σωριάστηκε ο Τυφώνας πληγωμένος, και στέναζε η πελώρια γη.
Και φλόγα τινάχτηκε απ’ τον κεραυνωμένο άρχοντα,
όταν αυτός χτυπήθηκε στα φαράγγια του βουνού,
σε τόπο απόκρημνο και σκοτεινό. Σε εύρος η πελώρια γη καιγότανε
μ’ άφατη θέρμη κι έλιωνε σαν κασσίτερος που θερμάνθηκε
σε χωνευτήρια καλότρυπα με την τέχνη των σφιγηλών μαστόρων,
ή σαν σίδηρος, που ‘ναι το πιο δυνατό από τα μέταλλα,
που δαμάζεται στα φαράγγια των βουνών με καυτερή φωτιά
και λιώνει μέσα στη θεϊκή τη γη με τις τεχνικές του Ηφαίστου.
Έτσι λοιπόν έλιωνε η γη από τη λάμψη της φωτιάς που έκαιγε.
Κι ο Δίας, θλιμμένος στην καρδιά, τον έριξε στον πλατύ τον Τάρταρο.» (Ησίοδος, Θεογονία, 836- 868)

Η συνέχεια >>> VagiaBlog…

Υπάρχει μια παραλλαγή του μύθου για τη γέννηση του τρομερού τέρατος Τυφώνα, που αναφέρει πως μητέρα του ήταν η Ήρα. Η κόρη του Κρόνου θύμωσε όταν ο Δίας, έξω από τη συζυγική τους σχέση, γέννησε μόνος του, βγάζοντας από την κεφαλή του την Αθηνά. Γι’ αυτό η Ήρα ζήτησε τη βοήθεια της Γης και των άλλων θεών, ώστε να γεννήσει ένα παιδί πολύ πιο δυνατό από τον Δία, αλλά χωρίς να ντροπιάσει το όνομά της. Το θέλημα της θεάς πραγματοποιήθηκε και έτσι γέννησε τον τρομερό Τυφώνα, που ‘ταν πολύ δυνατός. Η βασιλοθεά έδωσε το παιδί της, σαν το γέννησε, σε μια δράκαινα να το αναθρέψει. Αυτή είχε τη φωλιά της κοντά σε μια πηγή στην περιοχή των Δελφών. Σύμφωνα με τον ομηρικό ύμνο, ο Απόλλωνας σαν ήρθε στην περιοχή να ιδρύσει το ιερό του σκότωσε με τα βέλη του πρώτα τη δράκαινα και μετά το θρέμμα της, τον Τυφώνα, γιατί προξενούσαν πολλά κακά στην περιοχή.
Ας δούμε την γέννηση του Τυφώνα από την Ήρα, όπως την παραθέτει ο Ομηρικός Ύμνος:
« Και κοντά η βρύση η καλλίροη όπου τη δράκαινα σκότωσε
ο βασιλιάς, του Δία γιος με το πανίσχυρό του τόξο,
τέρας μεγάλο άγριο χοντροθρεμμένο, που πολλά δεινά
έκανε στους ανθρώπους πάνω στη γη, πολλά σ’ αυτούς,
πολλά και στα λυγεροπόδαρα τα’ αρνιά, που ήταν για κείνους κακό ματοβαμμένο.
Κάποτε που δέχτηκε από τη χρυσόθρονη Ήρα τον φοβερό κι επικίνδυνο Τυφώνα,
τον μεγάλωσε σαν συμφορά για τους θνητούς,
αυτόν που η Ήρα κάποτε τον γέννησε θυμωμένη με τον πατέρα Δία
όταν ο Κρονίδης γέννησε την ένδοξη Αθηνά
απ’ το κεφάλι του· εκείνη, η σεβαστή Ήρα , ευθύς οργίστη
και είπε στη σύναξη των αθανάτων:
Ακούστε με, όλοι οι θεοί κι όλες οι θεές,
πώς αρχινά να με ντροπιάζει ο συννεφομαζώχτης Δίας
πρώτος, αφού σύζυγό του φρόνιμη μ’ έκανε·
και τώρα, δίχως εμέ, τη γλαυκομάττα Αθηνά γεννάει,
που ξεχωρίζει σε όλους τους μακάριους αθάνατους·
σαν, όμως, γεννήθηκε ανάπηρος μες στους θεούς
ο γιος μου ο Ήφαιστος ο σταβοπόδης, που μόνη μου τον γέννησα,
αρπάζοντάς τον με τα χέρια,
τον έριξα μες στην πλατιά τη θάλασσα·
αυτόν, ωστόσο, η κόρη του Νηρέα, η ασημοπόδαρη Θέτις,
τον δέχτηκε και τον φρόντισε μαζί με τις αδελφές της·
και θα ευχόμουν άλλη χάρη να έκανε στους μακάριους θεούς.
Τρομερέ δολοπλόκε, τι άλλο σοφίζεσαι;
Πώς τόλμησες μονάχος να γεννήσεις τη γλαυκομάτα Αθηνά;
Δε θα μπορούσα να τη γεννήσω εγώ; Μ’ όλο που με λένε δική σου
κι είμαι ανάμεσα στους αθανάτους που κατοικούνε στον πλατύ ουρανό.
Εξήγησέ μου τώρα, μήπως σοφιστώ ενάντιά σου κάτι
κακό αργότερα· και εγώ θα μηχανευτώ πώς θα γεννηθεί
ο δικός μου γιος ξεχωριστός μες στους αθανάτους,
χωρίς να ντροπιάσω ούτε το ιερό κρεβάτι σου ή το δικό μου
και δίχως να πλαγιάσω μαζί σου, αλλά από σένα
όντας μακριά, θα ‘μαι με τους αθάνατους θεούς.
Έτσι είπε και θυμωμένη έφυγε μακριά από τους θεούς.
Αμέσως μετά προσευχήθηκε η βοϊδομάτα Ήρα η σεβαστή,
κι απλώνοντας τα χέρια άγγιξε τη γη και λόγια είπε:
Ακουστέ με, η Γη και ο πλατύς Ουρανός από πάνω,
οι Τιτάνες και οι θεοί που κατοικείτε κάτω από τη Γη
στον μεγάλο Τάρταρο, απ’ όπου έρχονται άνθρωποι και θεοί·
εσείς τώρα ακούστε με όλοι, και δώστε μου παιδί
χωρίς το Δία, μα όχι κατώτερο σε δύναμη από εκείνον·
να είναι ανώτερός του όσο και ο μεγαλομάτης Δίας απ’ τον Κρόνο.
Έτσι μίλησε και χτύπησε τη Γη με το γερό της χέρι·
και σείστηκε η Γη η ζωοδότρα κι εκείνη το είδε
και χάρηκε η ψυχή της, πιστεύοντας πως θα ευοδωθεί η ευχή της.
Και από τότε κι ίσαμε να συμπληρωθεί ο χρόνος,
ούτε σε θρόνο ολοσκάλιστο, όπως παλιά, κάθισε δίπλα του
σκέψεις να κάνει συνετές·
αλλά σε ναούς κατάμεστους παραμένοντας
η βοϊδομάτα Ήρα η σεβαστή ευφραινόταν με τις θυσίες.
Και σαν τελείωσαν οι μήνες και οι μέρες
και του έτους που κύλησε έφτασε πάλι η κατάλληλη εποχή ,
γέννησε εκείνη ούτε με τους θεούς όμοιον ούτε με τους θνητούς
το φοβερό κι επικίνδυνο Τυφώνα, συμφορά των θνητών.
Τον πήρε αμέσως η βοϊδομάτα Ήρα η σεβαστή
και τον έδωσε μετά, φέρνοντας κακό στο κακό· κι η δράκαινα τον δέχτηκε·
αυτός πολλές συμφορές έφερε στα σπουδαία γένη των ανθρώπων.
Όποιος την αντίκριζε, του έφερνε τη μέρα του θανάτου του
ώσπου την τόξευσε ο μακροβόλος βασιλιάς Απόλλωνας με βέλος
ισχυρό· κι εκείνη σπαράζοντας με φριχτούς πόνους
έπεσε στη γη βαριαναστενάζοντας κουλουριασμένη.» (Ομηρικοί Ύμνοι, Στον Απόλλωνα, 300- 359)
Η μυθολογία μας αναφέρει πως ο Τυφώνας έσμιξε με την Έχιδνα, που ήταν μισή γυναίκα και μισή φίδι. Απ’ αυτό το σμίξιμο γεννήθηκαν πολλά τέρατα και μάστιγες των ανθρώπων: ο Κέρβερος, το άγριο τρικέφαλο σκυλί του Άδη, η πολυκέφαλη Λερναία Ύδρα, η Χίμαιρα, η Σκύλλα, οι δύο δράκοι, όπου ο πρώτος φύλαγε τα μήλα των Εσπερίδων και ο δεύτερος το χρυσόμαλλο δέρας στην Κολχίδα, η Σφίγγα, που ήταν ο όλεθρος στη Θήβα, ο λέων της Νεμέας, ο Όρθος, το σκυλί του Γηρυόνη, κι ο αετός, που ‘τρωγε καθημερινά το συκώτι του Προμηθέα. Απ’ τη σπορά του Τυφώνα προέρχονταν οι μανιασμένοι άνεμοι.
Ο Τυφώνας ετυμολογικά έχει σχέση με τον τύφο και την τούφα. Στο Μέγα Λεξικό του Δ. Δημητράτου, ως αρχική σημασία της λέξης τύφος δίνεται: καπνός, ατμός, αχλύς, ζόφος, σκότος, οπότε συνδέεται με έντονα καιρικά φαινόμενα. Γνωρίζουμε ότι ο τυφώνας είναι το πιο εντυπωσιακό και βίαιο από τα έκτακτα φυσικά και μετεωρολογικά φαινόμενα.
Επομένως, τα παιδιά του Τυφώνα συμβολίζουν τις βίαιες ριπές του ανέμου, τους τρομερούς σίφουνες. Γυναίκα του, η 'Εχιδνα, είναι το σύννεφο της θύελλας με τις μαύρες αναδιπλώσεις. Με το πάνω μέρος του σώματός της, η Έχιδνα είναι μια νέα νύμφη, με βλέμμα γλυκό , μ’ ωραίο πρόσωπο, ενώ στο υπόλοιπο του σώματος είναι ένα πελώριο και φριχτό φίδι, σκεπασμένο με λέπια που έχουνε μεταβλητά χρώματα.
Έτσι, στην μυθολογία των προγόνων μας ο Τυφώνας συνδέεται με έντονα μετεωρολογικά φαινόμενα, που εκδηλώνονται με πολλή βιαιότητα. Οι θύελλες, οι ανεμοστρόβιλοι, οι δίνες, η έντονα ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα, το ξερίζωμα των δέντρων και η αρπαγή των στεγών από τα σπίτια, ακόμη και το γκρέμισμα, στην φαντασία των αρχαίων έδωσε αυτή την τρομαχτική μορφή του τέρατος. Συνδέεται επίσης με σεισμική και ηφαιστειακή δραστηριότητα από το ξερίζωμα βουνών και το στήσιμο του εργαστηρίου του θεού Ήφαιστου στο σβέρκο του Τυφώνα.
Αυτή τη βιαιότητα των καιρικών φαινομένων συνδέει με τον Τυφώνα ο Ησίοδος:
«Από τον Τυφωέα έρχεται η ορμή των ανέμων που υγρά φυσούν,
εκτός απ’ το Νοτιά και το Βοριά και το Ζέφυρο που φέρνει αιθρία:
αυτοί ‘ναι στη γενιά απ’ τους θεούς και στους θνητούς μεγάλο όφελος.
Ενώ οι άλλοι άνεμοι φυσούνε άστατα πάνω στη θάλασσα.
Είναι αυτοί που πέφτουνε στο σκοτεινό τον πόντο,
μεγάλη συμφορά για τους θνητούς, και μαίνονται με θύελλα κακή.
Κάθε φορά πνέουν κι αλλιώς και τα καράβια διασκορπίζουνε,
τους ναύτες αφανίζουν. Και δεν υπάρχει προστασία απ’ το κακό
για τους ανθρώπους που θα τους συναντήσουν μες τη θάλασσα.
Και άλλοι επάνω στην απέραντη τη γη, που ‘ναι γεμάτη άνθη,
τα εράσμια αφανίζουνε των χαμογέννητων ανθρώπων τα χωράφια,
γεμίζοντάς τα σκόνη και συρφετό από φρύγανα αφόρητο. (Ησίοδος, Θεογονία, 869- 880)

Πέμπτη, 20 Ιουλίου 2017

Τυφωέας ή Τυφώνας

[[ δαμ- ων ]]

A΄ μέρος
Ένα από τα φοβερότερα τέρατα που εμφανίστηκαν πάνω στη γη ήταν ο Τυφωέας ή αλλιώς Τυφώνας. Ήταν δυνατότερο κι απ’ τους θεούς. Δυνατότερο ακόμη κι από τν βασιλιά τον θεών, τον Δία, τον οποίο σύμφωνα με τη μυθολογία μας προς στιγμήν νίκησε. Το μύθο του Τυφώνα θα διαπραγματευτούμε σ’ αυτή τη δημοσίευση.
Σαν οι θεοί νίκησαν πρώτα τους Τιτάνες (*1), που τους γκρέμισαν στο σκοτεινό Τάρταρο και μετά τους Γίγαντες (*2), που τους εξολόθρευσαν, η Γη θύμωσε πολύ για το χαμό των παιδιών της. Για να εκδικηθεί τους Ολύμπιους, ενώθηκε με τον Τάρταρο κι έτσι γέννησε στην Κιλικία ένα τέρας, τον Τυφώνα, που ήταν απ’ τη μέση και πάνω άντρας, ενώ απ’ τη μέση και κάτω δράκοντας.
Ο Τυφώνας είχε πελώριο ανάστημα και απεριόριστη αντοχή. Υπήρξε ο δυνατότερος γιος της Γης. Ο Απολλόδωρος μας αναφέρει πως ήταν ψηλότερος κι από τα ψηλότερα βουνά, με το κεφάλι του να αγγίζει τ’ άστρα. Κι όταν άπλωνε τα χέρια του, το ‘να άγγιζε την Ανατολή και τ’ άλλο τη Δύση. Ολόκληρο το σώμα του καλυπτόταν με φτερά κι από τους μηρούς πρόβαλλαν πολυάριθμες οχιές, που τον κάλυπταν μέχρι το κεφάλι και οποίες σφύριζαν απαίσια. Τόσο οι τρίχες της κεφαλής του, όσο και της γενειάδας ήσαν χοντρές σαν παλαμάρι καραβιού. Σ’ όλο του το σώμα ήταν διάσπαρτες εκατό δρακοκεφαλές, οι οποίες από τα μάτια έβγαζαν φωτιές κι από το στόμα συριγμό που σου πάγωνε το αίμα.

Η συνέχεια >>> VagiaBlog…

Ο Βοιωτός ποιητής Ησίοδος μας δίνει την ακόλουθη περιγραφή:
«Μ’ αφού ο Δίας τους Τιτάνες έδιωξε από τον ουρανό,
γέννησε τελευταίο της παιδί η πελώρια Γη τον Τυφωέα,
σμίγοντας με τον Τάρταρο με τη βοήθεια της χρυσής της Αφροδίτης.
Ήταν τα χέρια του γεμάτα δύναμη στα έργα του
κι ακάματα τα πόδια του δυνατού θεού. Κι ήταν κεφάλια εκατό
φιδιού, δράκοντα φοβερού, στους ώμους του,
που γλείφανε με γλώσσες σκοτεινές. Και τα μάτια του,
στα άφατα κεφάλια μέσα, από τα φρύδια κάτω, έβγαζαν φωτιά.
Απ’ όλα τα κεφάλια του έκαιε φωτιά, σαν κοίταζε.
Κι είχαν μιλιά όλα τα φοβερά κεφάλια του
κι αφήνανε κάθε είδους ανείπωτες φωνές: άλλοτε έτσι μίλαγαν
σαν να μιλούσαν στους θεούς, άλλοτε πάλι βγάζανε φωνή ταύρου περήφανου
που μουγκρίζει δυνατά, στη δύναμη ακατάσχετου,
άλλοτε λιονταριού που ‘χει καρδιά ανελέητη,
άλλοτε πάλι μοιάζανε με φωνές σκυλιών, πράγμα παράδοξο στο άκουσμα,
κι άλλοτε σφύριζε και τα ψηλά βουνά αντηχούσαν.» (Ησίοδος, Θεογονία, 820- 835)
Ο Τυφώνας με προτροπή της μητέρας του Γης επιτέθηκε στον Όλυμπο. Σαν οι θεοί ένωσαν την ξαφνική επίθεση του Τυφώνα, που ανέβαινε στου ουρανό εκσφενδονίζοντας πυρακτωμένα βράχια, κάνοντας μεγάλη βουή, μαζί με σφυρίγματα που σε ξεκούφαιναν, μαζί μ’ ανεμοζάλη, σφόδρα ταράχτηκαν. Τρέμοντας από φόβο, έτρεξαν για να κρυφτούν προς της Αιγύπτου τα μέρη. Κι ως ένιωσαν την καταδίωξη από το φοβερό τέρας, μεταμορφώθηκαν σε ζώα. Ο Απόλλωνας γίνηκε γεράκι- άλλοι λένε πως έγινε κοράκι- ο φτεροπόδαρος Ερμής μεταμορφώθηκε σε ίβιδα, ο πολεμόχαρος Άρης έγινε λεπιδωτό ψάρι, η σαϊτορίχτρα Άρτεμη πήρε τη μορφή γάτας, ο Διόνυσος γίνηκε τράγος, πολυκέρατο ελάφι ο Ηρακλής, βόδι μουγκανιστό ο στραβοπόδης Ήφαιστος, ο Πάνας καμπυλοκέρατος αιγόκερος, ενώ η Αφροδίτη ψάρι του Ευφράτη. Έτσι οι τρομαγμένοι θεοί από την ορμή και την φοβερή όψη του Τυφώνα, τράπηκαν σε φυγή, αφού άλλαξαν την όψη τους.
Την ιδέα για να μεταμορφωθούν σε ζώα την είχε ο Πάνας. Αργότερα, σαν έληξε η απειλή του Τυφώνα, οι θεοί από ευγνωμοσύνη στον σωτήρα τους, έβαλαν τον αστερισμό του Αιγόκερου στον ουρανό.
Ο βασιλιάς των θεών, ο Δίας, μαζί με την ατρόμητη κόρη του, την Αθηνά, μόνον δεν φοβήθηκαν, αλλά έμειναν στον Όλυμπο, αποφασισμένοι ν’ αντισταθούν. Κάποια παραλλαγή του μύθου μας λέει πως αρχικά κιότεψε ακόμη κι ο κυρίαρχος του ουρανού, ο Δίας. Μάλιστα μεταμορφώθηκε σε κριάρι για να το βάλει στα πόδια, όπως και οι άλλοι θεοί. Μα η κόρη του Αθηνά του έβαλε τις φωνές για τη δειλία και του τόνισε τη θέση του. Προσβλήθηκε τότε ο βασιλιάς των θεών κι ανθρώπων κι έμεινε στον Όλυμπο με συμπαραστάτη την κόρη του.
Έτσι σαν όρμησε ο Τυφώνας, ο Δίας τον χτύπησε με το αστροπελέκι του από μακριά και επετέθη ενάντια στο τέρας κραδαίνοντας το χαλύβδινο δρεπάνι, που η γη είχε δώσει στον Κρόνο για να θερίσει τα γεννητικά όργανα του Ουρανού. Μπροστά στην ορμή του Δία, οπισθοδρόμησε το τέρας κι ο άρχοντας του κόσμου το κυνήγησε μέχρι το ψηλότερο βουνό της Συρίας, το Κάσιο. Σαν είδε να έχει ο γιος της Γης πολλά τραύματα, όρμησε ο Δίας και πιάστηκαν στα χέρια. Τότε ο Τυφώνας κουλουριάστηκε στο κορμί του γιου του Κρόνου, και με τις πολλές φιδοουρές τον ακινητοποίησε. Του άρπαξε το δρεπάνι και του ‘κοψε από τα πόδια και τα χέρια τα νεύρα. Τον ανήμπορο κι αναίσθητο Δία κουβάλησε πάνω από της Κιλικίας τη θάλασσα και τον γκρέμισε σε ένα βάραθρο, μέσα στο Κωρύκιο άντρο. Μάζεψε τα νεύρα του θεού, τα τύλιξε σε αρκουδοτόμαρο και τα έκρυψε στη σπηλιά, βάζοντας για φύλακα τη δράκαινα Δελφύνη.
Μια και η κατάσταση είχε ξεφύγει πολύ από τα συνηθισμένα, τόσο που δεν ξανάγινε ποτέ, ο Ερμής και ο Αιγίπαν βάλθηκαν να επιστρατεύσουν όλη τους την πονηριά. Με μύριες όσες δυσκολίες ανακάλυψαν τα κομμένα νεύρα του βροντορίχτη Δία, τα έκλεψαν και τα επανασύνδεσαν στο σώμα του. Σαν συνήλθε και βρήκε την πρότερη δύναμή του ο Δίας, όρμησε πάνω σε άρμα που το ’σερναν φτερωτά άλογα από τον ουρανό και χτυπώντας αιφνίδια με τους κεραυνούς τον Τυφώνα, τον κυνήγησε μέχρι το όρος Νύσσα. Οι πάντοτε πιστές στο Δία Μοίρες ξεγέλασαν το τέρας, λέγοντας, τάχα, πως θα γινόταν πιότερο τρανή η δύναμή του, αν έτρωγε από τα εποχιακά φρούτα. Συνεχίζοντας την καταδίωξη ο Δίας, ανάγκασε τον Τυφώνα να καταφύγει στη Θράκη και να ταμπουρωθεί στον Αίμο, απ’ όπου εξακόντιζε προς το θεό ολάκερα βουνά. Μα ο βροντορίχτης τα κεραύνωνε, αυτά γύριζαν πίσω και καθώς κομματιαζόντουσαν, τα θραύσματα τραυμάτιζαν το τέρας. Έτσι καθώς μαχόταν σ’ αυτή την περιοχή ο Τυφώνας, την πότισε με το αίμα, που’ χανε, κι αυτή η οροσειρά ονομάστηκε Αίμος.
Μετά κατέφυγε στη Σικελία, οπότε ο Δίας του ’ριξε καταπάνω ολόκληρη την Αίτνα. Από την πολλή φωτιά των κεραυνών το βουνό έγινε ηφαίστειο, ενώ στην κορυφή του ο Δίας έβαλε φύλακα τον γιο του Ήφαιστο, που έστησε το αμόνι του ακριβώς πάνω στο σβέρκο του τέρατος και ‘κει δουλεύει το πυρακτωμένο σίδερο.
Αυτή την τιμωρία περιγράφει ο τραγικός μας ποιητής Αισχύλος στο έργο του “Προμηθέας Δεσμώτης”:
«Και πόνεσα το γιο της Γης θωρώντας
που ζούσε στις σπηλιές της Κιλικίας,
απαίσιο μ’ εκατό κεφάλια τέρας,
τον άγριο πολεμόχαρο Τυφώνα,
να πέφτει νικημένος απ’ τη βία.
Γιατί θεών αντίμαχος σηκώθη,
τρόμο φυσώντας απ’ τα φοβερά σαγόνια
κι αστροποβόλαεν η ματιά του φλόγες
φριχτές, καθώς φοβέριζε λυσσώντας
πως θα γκρεμίσει με τη δύναμή του
την τυραννία του Δία· όμως η ξάγρυπνη
τον χτύπησε σαΐτα, ο φλογοπνόιστος
ουρανοβάτης κεραυνός του Δία
και του ‘κοψε του κομπασμού τη φόρα
που τράβαγε ολοφούσκωτη στα ύψη.
Τι ολόισα στην καρδιά του χτυπημένος,
έγινε στάχτη κι άδειασεν η ορμή του.
Τώρα στου πέλαου το στενό παρέκει,
άχρηστο και παράλυτο κουφάρι
κείτεται, πλακωμένος απ’ την Αίτνα,
κι ο Ήφαιστος απάνω στην κορφή της
σφυροκοπάει το πυρωμένο ατσάλι.
Εκείθε ποταμοί φωτιάς μια μέρα
θα ξεπηδήσουν και με τ’ άγρια σαγόνια
της πλούσιας θα σπαράξουν Σικελίας
τους πλατιούς κάμπους· τέτοια θα ξεβράσει
λύσσα ο Τυφώνας, μιας φλογόπνοης μπόρας
τους καυτερούς κι αζύγωτους στροβίλους,
κι ας έχει γίνει κάρβουνο απ’ του Δία τον κεραυνό. (Αισχύλος, Προμηθέας Δεσμώτης, 361- 384)
Υπάρχει βέβαια και η παραλλαγή του μύθου, όπου ο Κάδμος βοήθησε το Δία, για ξαναποκτήσει τα νεύρα του. Ο Έρωτας με τον Πάνα κατάφεραν τον ξενιτεμένο πρίγκιπα, το γιό του Αγήνορα, που έψαχνε την αδελφή του- την πανωραία Ευρώπη, που είχε πριν από καιρό κλέψει ο Δίας, μεταμορφωμένος σε ταύρο- να ντυθεί βοσκός και με τη σύριγγα του Πάνα να παίξει ένα ποιμενικό σκοπό αποκοιμίζοντας τον Τυφώνα κι έτσι ο Δίας πήρε πίσω τα νεύρα του.
Ας δούμε κι αυτή την παραλλαγή:
Όταν περνούσε από τον τόπο της Μ. Ασίας, που αργότερα θα τον έλεγαν προς τιμή του αδελφού του, Κιλικία, και προχωρούσε ανάμεσα στα πυκνά δέντρα ενός δάσους από κέδρους, πέρασε ένα σμήνος πουλιών, που πετάριζαν γεμάτα τρόμο, πηγαίνοντας προς το νοτιά. Τα είδε με απορία, γιατί ο καιρός δεν προμηνούσε αιφνίδια αλλαγή, ούτε άγρια όρνεα μαύριζαν το γαλανό ουρανό. Δεν ήξερε πως εκείνα τα πετεινά ήσαν οι Ολύμπιοι, που φοβισμένοι κατευθύνονταν στην Αίγυπτο! Το περήφανο βουνό της κατοικίας τους ήταν έρημο, σαν μουσείο μεσ’ στο μαύρο σκοτάδι χειμωνιάτικης νύχτας.
Λίγα βήματα πιο κάτω, σε μια σπηλιά, που μύριζε μούχλα και οι τοίχοι της έσταζαν νερά, κείτονταν ανυπεράσπιστος ο βασιλιάς των θεών! Το φιδόμορφο τέρας, ο Τυφωέας είχε κατορθώσει να του πάρει το διαμαντένιο δρεπάνι και να του κόψει τα νεύρα από τα χέρια κι από τα πόδια. Το σώμα του Δία ήταν ριγμένο σε μια γωνιά της κοιλότητας της γης σα παρατημένο σακί. Τα νεύρα του τα φύλαγε η Δελφύνη, μισό κορίτσι και μισό φίδι, τυλιγμένα σε αρκουδοτόμαρο.
Χάθηκε η τάξη και η αρμονία στη φύση, μετά από τη νίκη του τέρατος, κι έμελλε ο ταξιδιώτης πρίγκιπας να βοηθήσει για την επαναφορά τους. Ο Κάδμος δεν είχε όπλα ικανά να αντιμετωπίσει τον Τυφωέα, πέρα από τα αόρατα τεχνάσματα του μυαλού. Όταν στην πρώτη νεότητά του ακολουθούσε στις περιπλανήσεις της γνώσης τον πατέρα του, ήπιε από “το ανέκφραστο γάλα των βιβλίων”, που του πρόσφεραν οι ιερείς των αιγυπτιακών ναών. Έμαθε και τη θεία μουσική του Απόλλωνα, που μπορεί να σε φέρει στον τρίτο ουρανό, να ανταμώσεις τα υπερούσια όντα. Με αυτή, σκαρφίστηκε, να πλανήσει το τέρας. Έβγαλε από το δισάκι του τη φλογέρα και πιότερο μαγευτικά από τον Πάνα γέμισε μελωδίες τον ευωδιαστό από τους κέδρους αγέρα. Ο γλυκός ήχος χάïδεψε τα μαλλιαρά αυτιά του Τυφωέα και μούδιασαν τα μέλη του. Κάλεσε τον πρίγκιπα να παραβγούν, κείνος με τον ήχο της βροντής, που συνθέμελα ανταριάζει σκορπώντας φόβου ανατριχίλα, και ο Κάδμος με τον ήχο της καλαμένιας φλογέρας, που ημερεύει τα άγρια θεριά. Με τον εγωïσμό του μοναδικού κυρίαρχου του κόσμου υποσχέθηκε, αν κέρδιζε ο Κάδμος, πως θα τον ανέβαζε στον Όλυμπο, όπου μπορούσε να χαρεί το παρθένο σώμα της Αθηνάς, ή το σφιχτό κορμί της Άρτεμης ή το λάγνο αγαλματένιο κορμί της Αφροδίτης ή μήπως ήθελε της Ήβης; Την Ήρα μόνο δεν ημπορούσε να αγγίξει , γιατί ανήκε σε ‘κείνο. Ο Κάδμος καμώθηκε πως δεν άξιζε να χρησιμοποιήσει τους ήχους της φλογέρας, και θα ήταν προτιμότερο στους θεσπέσιους ήχους της λύρας να παραβγεί. Με τη μουσική της λύρας ήταν ικανός να διακόψει την πορεία των πλανητών και τα θηρία να μαγέψει. Μα όταν, κάποτε, κάλεσε τον Διογενή Απόλλωνα να διαγωνιστούν, ο πατέρας του για ν’ αποφύγει ήττα επονείδιστη του γιου του, με το αστροπελέκι του τσάκισε τις γλυκόλαλες χορδές. Έτσι τώρα η μαγεύτρα λύρα σαν άψυχο κουφάρι κείτονταν στο βάθος στο τρίχινο δισάκι. Όμως μπορούσε ευθύς ζωή να πάρει, αν ο μέγας κατακτητής Τυφωέας, του έδινε τα ανθεκτικά νεύρα του αντίπαλού τους Δία.
Το απονήρευτο τέρας δέχτηκε και πρόσφερε τη λαμπερή δέσμη με τα νεύρα του Ολύμπιου βασιλιά. Ο πονηρός πρίγκιπας καμώθηκε πως έπρεπε γαλήνιος να σκεφτεί για να συνταιριάσει τις θείες χορδές. Έκρυψε τα νεύρα πίσω από έναν γκρίζο βράχο, μετά προχώρησε στο βάθος του κεδρόδασους κι αντάμα με το τιτίβισμα των πουλιών, αλλάζοντας προσεχτικά τον ήχο σύριγγας (*3), της καλαμένιας φλογέρας, έπαιξε μια μελωδία πιότερο γλυκιά από το μέλι των άγριων μελισσών, κάνοντας να σωπάσουν όλα τα ζώα του δάσους. Ο Τυφωέας άκουγε την αρμονία και βυθιζόταν στην απόλαυση. Σαν από γλυκόπιοτο κρασί μούδιαζε το σώμα του και σφάλισαν τα μάτια του πέφτοντας σε μακάριο ύπνο. Βρήκε τότε ο Δίας την ευκαιρία, βγήκε από τη σπηλιά, πήρε από το βράχο τα νεύρα και σε λίγο κρατούσε στο χέρι του τη δέσμη με τους κεραυνούς. Με οργή εξακόντισε το τρομερό αστροπελέκι στο τέρας και το ‘ριξε στα Τάρταρα. Ο πατέρας των θεών ποτέ δεν ξέχασε την βοήθεια του θνητού και πολλές φορές του συμπαραστάθηκε. Κατά τον Όμηρο ο Τυφώνας βρίσκεται αλυσοδεμένος στη χώρα των Αρίμων δηλαδή στη Κιλικία και Φρυγία, ενώ κατά τον Πίνδαρο βρίσκεται θαμμένος στα έγκατα της Αίτνας στη Σικελία.
Ας δούμε την περιγραφή που κάνει ο Θηβαίος λυρικός ποιητής:
«Όσα όμως πάνω στη γη και στην ανίκητη θάλασσα
δεν αρέσουν στον Δία, ταράζονται όταν ακούνε
τα τραγούδια των Πιερίδων, κι αυτός, των θεών
ο εχθρός, που κείτεται στον τρομερό
Τάρταρο, ο εκατοκέφαλος Τυφώνας· κάποτε
τον έθρεψε η πολυξάκουστη σπηλιά της Κιλικίας·
τώρα τα θαλασσόδαρτα ακτογιάλια της Κύμης
κι η Σικελία του πλακώνουν τα δασύτριχα στήθη·
ουράνια κολώνα τον κρατάει, το χιονοσκέπαστο
βουνό της Αίτνας που θρέφει ολιγοχρονίς άλιωτο
χιόνι· μέσ’ από τα βάθη της ξεχύνουνται πηγές
ατόφιες αζύγωτης φωτιάς· την ημέρα υψώνονται
ποτάμια διάφλογου καπνού· τη νύχτα η κόκκινη
φλόγα στριφογυρνώντας τινάζει με πάταγο βράχους
στην άπλα της βαθιάς θάλασσας. Εκείνος ο δράκοντας
εξακοντίζει τους φοβερούς κρουνούς
του Ηφαίστου· απίστευτο θαύμα να τον δεις
και θαύμα να τ’ ακούσεις από κείνους
που τον αντίκρισαν πώς είναι δεμένο το τέρας
ανάμεσα στις σκιερές κορφές της Αίτνας
και στην πεδιάδα, και το στρώμα που πλαγιάζει,
του πληγώνει όλη τη ράχη…. (Πίνδαρος, Πυθιόνικος Ι, 25- 53)

-----------------------------------------------------------------
(*1). Τιτανομαχία: Οι Τιτάνες ήσαν παιδιά του Ουρανού και της Γαίας ( Γης ). Είχαν αδέλφια τους Κύκλωπες και τους Εκατόγχειρες. Υπήρξαν έξι Τιτάνες,οι Ωκεανός, Κοίος, Κρείος, Υπερίων, Ιαπετός, Κρόνος, και έξι Τιτανίδες, οι Τηθύς, Φοίβη, Θεία, Ρέα, Θέμις, Μνημοσύνη. Δύο από τις Τιτανίδες έγιναν σύζυγοι του Δία. Η Θέμις, που του γέννησε τη Δίκη και η Μνημοσύνη, που του γέννησε τις Μούσες.
Τιτανομαχία είναι η διαμάχη των Τιτάνων με επικεφαλής το νεώτερο Τιτάνα, τον Κρόνο, με το Δία. Στο πλευρό του Δία ήταν ο Τιτάνας Ωκεανός και οι Τιτανίδες Θέμις και Μνημοσύνη, καθώς και τα παιδιά των Τιτάνων Προμηθέας και η Στύξ. Η πάλη διήρκεσε 10 χρόνια και υπήρξε ζοφερή. Οι Τιτάνες είχαν ορμητήριο το όρος Όθρυς και οι θεοί τον Όλυμπο. Από του δύο βουνά εκσφενδόνιζαν βράχους οι μεν στους δε, ο ουρανός άστραφτε και σειόταν όλος ο κόσμος. Με τη βοήθεια των Κυκλώπων και των Εκατόγχειρων επικράτησαν ο ι Ολύμπιοι. Τους νικημένους Τιτάνες, αφού τους αλυσόδεσαν, τους φυλάκισαν στον Τάρταρο βάζοντας σαν φρουρούς τους Εκατόγχειρες.

(*2). Γιγαντομαχία: Οι Γίγαντες ήσαν μυθικά όντα με τερατώδη μορφή και υπερφυσική δύναμη, παιδιά της Γης που γεννήθηκαν από το αίμα του Ουρανού, όταν τον ακρωτηρίασε ο Κρόνος. Η Γη, επειδή ο Δίας της σκότωσε τους Τιτάντες, έβαλε τους Γίγαντες να πολεμήσουν τους θεούς. Σ’ αυτή τη μάχη πήραν μέρος όλοι οι θεοί, εκτός από τη Δήμητρα, και έγινε στη Φλέγρα (= φλεγόμενος τόπος ). Στο πλευρό των θεών πολέμησε ο Ηρακλής, που έγινε η αιτία να νικήσουν οι θεοί. Οι Γίγαντες με αρχηγό τον Πορφυρίωνα, εξακόντιζαν τεράστιους βράχους, που ξεκολλούσαν από τα βουνά, και αναμμένους κορμούς δέντρων. Υπήρχε παλιός χρησμός, σύμφωνα με τον οποίο οι Γίγαντες θα ήσαν απρόσβλητοι από τα όπλα των αθανάτων, αλλά ευάλωτοι από τα όπλα των ανθρώπων. Γι’ αυτό οι θεοί ζήτησαν τη βοήθεια του Ηρακλή και του Διόνυσου, που είχαν μανάδες θνητές. Έτσι ο Ηρακλής με τα βέλη του σκότωσε τον Πορφυρίωνα και τον Αλκυονέα, ο Διόνυσος με το θύρσο του τον Εύρυτο, ο Απόλλωνας τόξευσε τον Εφιάλη και η Αθηνά εξόντωσε τον Πάλλαντα και τον Εγκέλαδο. Για όσο χρόνο κράτησε η μάχη των Γιγάντων, η φύση κλονίστηκε συθέμελα και κοσμογονικά φαινόμενα συνέβησαν.

(*3 ). Η σύριγξ ( σύριγγα ) είναι το πρώτο πνευστό καλαμένιο όργανο, που ανακάλυψαν οι πρόγονοί μας, μετά από παρατήρηση του φυσικού φαινομένου, του συριγμού του αέρα στα καλάμια. Απ’ αυτό προέκυψε το επτατονικό μουσικό σύστημα.
Ξέρουμε από την πείρα μας, πως αν φυσάει ο αέρας μπροστά από το ένα άκρο σωλήνα, παράγονται διάφοροι φθόγγοι (νότες ), ανάλογοι του μήκους και της έντασης του αέρα. Υπάρχουν δύο είδη σύριγγας, η μονοκάλαμη και η πολυκάλαμη. « Σύριγγος είδη δύο, το μεν εστι μονοκάλαμον, το δε πολυκάλαμον, ό φασιν εύρημα Πανός ». Ο σχετικός μύθος είναι ο ακόλουθος :
Ο Πάνας αγάπησε τη Νύμφη Σύριγγα, κόρη του ποταμού Λάδωνα. Βάλθηκε να την κάμει δικιά του, και η Νύμφη τρομαγμένη από την καταδίωξη του θεού ικέτευσε τον Δία να τη σώσει. Έτσι, τη στιγμή που ο Πάνας της έπιασε, αυτή μεταμορφώθηκε σε καλαμιά. Τρελός από απογοήτευση και θυμό ο Πάνας έσπασε την καλαμιά σε κομμάτια. Τότε κατάλαβε πως έκοβε το σώμα της Νύμφης, που ποθούσε, και μετανιωμένος άρχισε κα κλαίει και να φιλά το κομμάτια της καλαμιάς. Καθώς φυσούσε κλαίγοντας, διαπίστωσε ότι έβγαιναν ήχοι από τα καλαμένια κομμάτια. Έτσι οδηγήθηκε στην κατασκευή της σύριγγας.

Κυριακή, 11 Ιουνίου 2017

Ένας ηγέτης, μωρέ, ένας ηγέτης με ψυχή και καρδιά ελληνική, γιατί χαθήκαμε σαν έθνος …

[[ δαμ- ων ]]

Δύο βδομάδες πέρασαν από την ιστορική μέρα της 29ης Μαΐου, όπου θυμόμαστε την αποφράδα μέρα που η Πόλη έπεσε στα χέρια των Οθωμανών και το τότε Ρωμαίικο- γιατί οι κληρικοί που ‘χαν το πάνω χέρι είχαν επιβάλει την παντελή απαλοιφή των λέξεων Ελλάδα και Έλληνας και ό,τι συνδεόταν μ’ αυτές- σκλαβώθηκε για τετρακόσια χρόνια. Οι ιστορικοί μας λένε πως η προδοσία έγινε από τους ρασοφόρους ανθενωτικούς. Καλύτερα, έλεγαν, σκλάβοι στους Τούρκους παρά με τους Δυτικούς και υπό τον Πάπα: «Κρειττότερόν εστιν ιδέναι εν μέση τη πόλει φακιόλιον βασιλεύον Τούρκων ή καλύπτραν λατινικήν». Το τουρκικό φέσι τους εξασφάλιζε τα προνόμια, που πήραν από τον Μωάμεθ, ενώ αν γινόταν η ένωση με τη Δυτική εκκλησία, θα έχαναν την πρωτοκαθεδρία! Για να μην την χάσουν προτιμότερη η σκλαβιά του λαού! Μύθος, λοιπόν, η ξεχασμένη ανοιχτή Κερκόπορτα. Η Πόλη έπεσε γιατί δεν πολέμησαν οι ανθενωτικοί, οι οποίοι βοήθησαν τους Τούρκους από μέσα. Δυστυχώς, αυτή είναι η αλήθεια! Πάντα κάποιο κάστρο πέφτει με μπαμπεσιά, με προδοσία!
Μια παρόμοια προδοσία γίνεται στα χρόνια μας. Διαπράττεται από τον πολιτικό κόσμο και το τραπεζοοικονομικό κατεστημένο. Εμφανίστηκε στον ορίζοντα το 2010- ενώ τα σχέδια της προδοσίας εξυφάνθηκαν πολλά χρόνια πριν- και συνεχίζεται καθημερινά. Το κίνητρο της προδοσίας ο ανυπολόγιστης αξίας ορυκτός μας πλούτος. Υπολογίζεται μεταξύ 20 και 30 τρισεκατομμυρίων ευρώ! Συν τα εκλεκτά φιλέτα της πανέμορφης ελληνικής γης με τις ατέλειωτες ακτογραμμές και τα εκατοντάδες νησιά, συν τον ιδρώτα του λαού για τα λιμάνια, τα αεροδρόμια, το σιδηροδρομικό δίκτυο, το οδικό δίκτυο, τις πηγές ηλεκτρικής ενέργειας, νερό κλπ. Τα τριάκοντα αργύρια της προδοσίας είναι το 10% στον πολιτικό κόσμο, το 20% στο τραπεζοοικονομικό κατεστημένο, ενώ την μερίδα του λέοντος, το 70%, θα πάρει η διεθνής οικονομική μαφία της Νέας Τάξης των Σιωνιστών! Έχουν, κατά τα λεγόμενά τους, σκλαβώσει τον ελληνικό λαό για τα επόμενα εκατό χρόνια- (αυτά είναι τα φανερά, ποιος γνωρίζει την απόλυτη αλήθεια;)

Η συνέχεια >>> Vagia Blog…

Θα εκφράσουμε την αγωνία μας μέσα από μια ιστορία. Γιατί οι απλές ιστορίες μας κεντρίζουν τη σκέψη για να φέρουμε τα γεγονότα που περιγράφουν και να συσχετίσουμε με τη δική μας εποχή:
[[ Υπήρχε κάποτε ένας πολύ πλούσιος αγρότης που είχε μια μεγάλη φάρμα. Ο αγρότης αυτός ήταν συλλέκτης αλόγων. Σε ολόκληρή του τη ζωή συγκέντρωνε στη φάρμα του άλογα από ολόκληρο τον κόσμο. Του έλλειπε λοιπόν μια συγκεκριμένη σπάνια ράτσα αλόγου για να ολοκληρώσει τη συλλογή του. Μια μέρα ανακάλυψε ότι στην γειτονική πόλη υπήρχε η συγκεκριμένη ράτσα. Έτσι προσφέροντας στον ιδιοκτήτη του αλόγου μια γενναία προσφορά κατάφερε να τον πείσει να του το πουλήσει. Το σπάνιο αυτό απόκτημα ολοκλήρωνε και τη συλλογή μιας ζωής!
Ένα μήνα αργότερα, το άλογο αυτό αρρώστησε και ο αγρότης κάλεσε επειγόντως τον κτηνίατρο, ο οποίος αφού το εξέτασε είπε:
«Το άλογο έχει ένα μικρόβιο. Πρέπει να πάρει αυτή την αντιβίωση για τρεις μέρες. Θα επιστρέψω την τρίτη μέρα και αν δεν είναι καλύτερα, θα αναγκαστούμε να του κάνουμε ευθανασία».
Ο αγρότης ήταν φοβερά δυστυχισμένος. Σε κοντινή απόσταση, το γουρούνι άκουγε προσεκτικά τη συνομιλία τους. Την επόμενη μέρα οι εργάτες της φάρμας έδωσαν το φάρμακο στο άλογο και φύγανε. Το γουρούνι πλησίασε το άρρωστο ζώο και του είπε:
«Προσπάθησε φίλε μου. Βρες τη δύναμη να σηκωθείς αλλιώς θα σε βάλλουν σε μόνιμο ύπνο!»
Τη δεύτερη μέρα επίσης του έδωσαν το φάρμακο και έφυγαν. Το γουρούνι ξαναγύρισε και είπε:
«Φιλαράκο σήκω πάνω αλλιώς θα πεθάνεις! Έλα, θα σε βοηθήσω εγώ να σταθείς στα πόδια σου. Πάμε!!! Ένα, δύο, τρία…».
Τίποτα, όμως.
Την τρίτη ημέρα του έδωσαν το φάρμακο παρουσία του κτηνιάτρου ο οποίος με λύπη είπε:
«Δυστυχώς θα πρέπει να το θανατώσουμε αύριο. Διαφορετικά το μικρόβιο μπορεί να εξαπλωθεί και να μολύνει όλα τα άλλα άλογα».
Όταν έφυγαν, το γουρούνι πλησίασε το άλογο και είπε:
«Άκουσε φίλε μου, ή τώρα ή ποτέ! Σήκω πάνω. Σήηηηηκω! Έλα κουράγιο! Έεεεεεεελα! Σήκω! ΣΗΚΩ! Αυτό είναι, σιγά-σιγά. Βάλε τα δυνατά σου. Πάμε, ένα, δύο, τρία…. ΠΑΜΕ! Μπράβο! Φανταστικά! Τώρα πιο γρήγορα, ΕΛΑ. Τα πας υπέροχα! Τρέξε! Τρέχα πιο γρήγορα. Ναι, ΝΑΙ! Τα κατάφερες. Είσαι πρωταθλητής!»
Εκείνη τη στιγμή ο ιδιοκτήτης της φάρμας επέστρεφε λυπημένος. Βλέποντας έκπληκτος το άλογο να καλπάζει στο λιβάδι δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τη χαρά του και άρχισε να φωνάζει:
«Έγινε θαύμα! Το άλογό μου θεραπεύτηκε. Το άλογό μου έγινε καλά. Αυτό αξίζει πραγματικά να το γιορτάσουμε. Ετοιμάστε ένα πλούσιο τραπέζι. Ας σφάξουμε το γουρούνι!» ]]
Ας φανταστούμε τώρα ότι το άλογο είναι ο λαός μας. Αυτός ο σπάνιος λαός, όπως τον παρουσιάζει η ιστορία. Ανάξιοι και λαοπλάνοι πολιτικοί- μετά τη δικτατορία κι ενώ ο λαός περίμενε με λαχτάρα την ανάπτυξη και την αλλαγή, ώστε να γίνει ένας πραγματικά οικονομικά αναπτυγμένος, μορφωμένος και με κουλτούρα λαός- τον τάισαν με μολεμένη πνευματική και ηθική τροφή, ενώ τον πότισαν με ωχαδελφίστικο και φιλοτοματίστικο νερό. Οι ίδιοι οι πολιτικοί και οι κομματικοί συνδικαλιστές του έδωσαν πρότυπα σαθρά κι ανέντιμα. Έτσι χάθηκε το ελληνικό φιλότιμο, σκόρπισε η τιμιότητα, που κοσμούσαν τον νοικοκύρη και την οικογένειά του.
Η ιδιωτικοποιημένη τηλεόραση και οι αεριτζήδες ιδιοκτήτες των ΜΜΕ εισήγαγαν καινά δαιμόνια και έναν γκλαμουρίστικο τρόπο ζωής, που ζάλισαν τον, δυστυχώς, χωρίς παιδεία και αμόρφωτο λαό. Και η ελληνική κοινωνία, που συμβολίζεται με το άλογο της ιστορίας μας, αρρώστησε βαριά!
Κι ενώ ο γιατρός της ιστορίας μας έδωσε την κατάλληλη θεραπεία για να γιάνει το άλογο, οι πολιτικοί και το οικονομικό κατεστημένο δεν επιθυμούσαν κι ούτε επιθυμούν την ανάρρωση του ίππου- λαού. Αν χρησιμοποιούσαμε στην προηγούμενη φράση, αντί της λέξης “ίππου”, την έκφραση «άλογου- λαού», τότε ουσιαστικά με τη χρήση της λέξης «άλογου», θα χαρακτηρίζαμε το λαό μας. Ο Δ. Δημητράκος στο “Μέγα Λεξικό” του δίνει πολλές ερμηνείες σ’ αυτή τη λέξη. Άλογος: 1) ο στερούμενος λόγου (πράγματι, αν και συμμετείχε στις κομματικές οργανώσεις, δεν μιλούσε όταν οι ανήθικοι και ανίκανοι έπαιρναν θέσεις ευθύνης, ενώ οι άξιοι παραγκωνιζόντουσαν)- 2) ο μη δυνάμενος να σκεφθεί λογικά, ο απερίσκεπτος, ο ανόητος (έβλεπε το δόλωμα των τραπεζών, αλλά δεν έβλεπε την φάκα) - 3) ο μη συμφωνών προς την λογική, ο παράλογος (γνώριζε πως η ευμάρεια ήταν πλαστή και επέμενε να ζούμε με δάνεια) - 4) ο άμετρος, ο ακανόνιστος, ο ανώμαλος (θεωρούσε ότι το κέντρο του κόσμου ήταν ο εαυτούλης του και σαν κι αυτόν δεν υπήρχε άλλος)- 5) ο μη πληρώσας το ανάλογο μέρος λογαριασμού (η κλεψιά, η φοροδιαφυγή, η μη απόδοση στα ασφαλιστικά ταμεία ήταν κεκτημένο δικαίωμα), είναι κάποιες από τις ερμηνείες. Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά τα είχε το άλογο- λαός. Και αρρώστησε βαριά ως προς τη νοοτροπία, το ήθος και τις παράλογες απαιτήσεις. Κι αντί να του δώσουν το κατάλληλο φάρμακο, του έδωσαν οι πολιτικοί το αντίθετο. Και τώρα το άλογο- λαός είναι σε κώμα!
Χρειάζεται έναν ηγέτη, σαν το γουρούνι της ιστορίας μας, για να του ψιθυρίσει στο αυτί λόγια αφυπνιστικά, λόγια ανόρθωσης του ηθικού, λόγια τόνωσης της ψυχολογίας του. Έναν ηγέτη αποφασισμένο ακόμα και να θυσιαστεί! Μα θα μείνει στην ιστορία το όνομά του, όπως του Λεωνίδα, του Παλαιολόγου, του Καποδίστρια, του Διάκου, του Παπαφλέσσα. Περιμέναμε να είναι ένας τέτοιος ηγέτης ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, γιατί ο όρκος του είναι να διαφυλάσσει το Σύνταγμα της χώρας. Δυστυχώς και οι δύο μνημονιακοί πρόεδροι έδειξαν πως είναι νάνοι, μαριονέτες αυτών που επιθυμούν την επιβολή της Παγκόσμιας Δικτατορίας. Οι δυο πρόεδροι έδειξαν πως είναι οσφυοκάμπτες υπάλληλοι των αφανών παγκόσμιων εξουσιαστών!
Γιατί ο ηγέτης δεν είναι ένας υπάλληλος ρουτίνας, μισθοδοτούμενος μάλιστα πλουσιοπάροχα από το δημόσιο, ούτε αναποφάσιστος. Αν ο πρόεδρος είχε πυγμή θα καλούσε το πολιτικό συμβούλιο των αρχηγών των κομμάτων της βουλής, θα έβαζε τον υπασπιστή του να τους κλειδώσει στην αίθουσα συνεδριάσεων και θα τους έλεγε: «Κύριοι, δε θα βγούμε απ’ αυτή την αίθουσα, αν πρώτα δεν καταλήξουμε και δεν υπογράψουμε ένα κοινό πολιτικό πρόγραμμα εξόδου από την πολιτική και οικονομική κρίση, το οποίο θα υποστηρίξουμε και στο εσωτερικό και στο εξωτερικό με όλες τις δυνάμεις μας σαν μια γροθιά. Τέλος το συμφέρον του κόμματος. Προέχει η πατρίδα. Θα χαράξουμε εθνική πολιτική σε όλους τους άξονες δράσης. Δε θα μιλάτε πλέον κομματικά, παρά μόνο εθνικά. Αρκετό κακό προξενήσαμε τα κόμματα. Από σήμερα και πέρα το μόνο μέλημά μας η Ελλάδα μας.»
Ο ηγέτης παίρνει γενναίες αποφάσεις υπέρ του λαού και δεν επιτρέπει στις μαριονέτες των κοσμοκρατόρων να σκλαβώσουν το λαό! Σήμερα όσοι παριστάνουν τον ηγέτη είναι σαν τις σαπουνόφουσκες: απ’ έξω γυαλιστεροί και πολύχρωμοι και όταν σκάνε αποκαλύπτουν το κενό μέσα τους. Κλασικά παραδείγματα όλοι οι πρωθυπουργοί μας από το 2000 και μετά. Στο ελληνικό προτεκτοράτο όποιος μπορεί δουλεύει. Όποιος δεν μπορεί γίνεται πολιτικός- έτσι εξηγούνται οι επαγγελματίες πολιτικοί και τα πολιτικά τζάκια- και δήθεν διοικεί στα πλαίσια που του θέτουν εξωπολιτικοί παράγοντες. Αλλά εκείνος που δεν μπορεί να διοικεί αυτόβουλα, κυβερνάει αποτελώντας ένα πιόνι μιας χρήσης για τους παρασκηνιακούς εξουσιαστές. Είναι αδίστακτοι και εχθροί του λαού- άσχετα αν φορούν το προσωπείο του λαϊκιστή- φιλοτομαριστές και εξουσιομανείς. Γι’ αυτούς ο Μακόλεϊ Τ. έχει πει: «Σ’ όλες τις εποχές τους πιο κακόβουλους αντιπρόσωπους της ανθρώπινης ράτσας πρέπει να τους ψάξουμε ανάμεσα στους λαϊκούς ηγέτες».
Εδώ θα πρέπει να αναλογιστούμε και τις δικές μας ευθύνες ως πολίτες. Οι πολιτικοί είναι «κατ’ εικόνα και ομοίωση» δική μας. Είμαστε κι εμείς φιλοτομαριστές κι ανεπαρκείς ως πολίτες. Αυτό που μας αναλογεί, θέλουμε να το κάνει ο άλλος κι εμείς να λουφάρουμε. Προφανώς και υπάρχουν οι εξαιρέσεις. Αλλά η οικτρή πραγματικότητα είναι πως στο μεγαλύτερο ποσοστό δεν είμαστε ενεργοί κι ευσυνείδητοι πολίτες. Πολλά χρόνια πριν την εποχή μας ο Αϊσντάιν είχε πει: «Στην πολιτική όχι μόνο λείπουν οι ηγέτες, αλλά η ανεξαρτησία του πνεύματος και η έννοια του δίκαιου του πολίτη έχουν σε ένα μεγάλο ποσοστό παρακμάσει». Πολίτες σε παρακμή, συνεπώς, εκλέγουν ανεπαρκείς πολιτικούς και αναδεικνύουν ολίγιστους κι ανήθικους ηγέτες.
Ηγέτης- από το ρήμα “ηγούμαι”- είναι αυτός που έχει τα προσόντα αρχηγού, ο πρωτοπόρος, ο κορυφαίος σε ένα τομέα (κι εδώ στον τομέα της πολιτικής). Ήσαν, όμως, πρωτοπόροι οι μνημονιακοί πρωθυπουργοί: ο Γιωργάκης Παπανδρέου, ο Λουκάς Παπαδήμος, ο Αντωνάκης Σαμαράς ή ο Αλέξης Τσίπρας; Το ίδιο κι αυτοί που εξακόντισαν το εξωτερικό χρέος στα ύψη και δεν έλαβαν κανένα μέτρο: ο Κώστας Σημίτης και ο Κώστας Καραμανλής ο νεώτερος. Όλοι τους ήσαν εκλεκτά παιδιά της Λέσχης Μπίλντερμπεργκ και του Ρότσιλντ.
Ο Fred A. Manske μας λέει: « Πραγματικός ηγέτης είναι εκείνος που πρόθυμα βοηθά τους ανθρώπους να αναπτυχθούν μέχρι το σημείο που θα τον ξεπεράσουν τελικά σε γνώσεις και σε ικανότητες».
Πολλοί χαρακτηρίζουν τον ηγέτη σαν το «φύλακα άγγελο». Και αυτό γιατί ειδικότερα σε περιόδους κρίσης καταφέρνει να επιλύσει τα διάφορα προβλήματα- κοινωνικά ή οικονομικά- που παρουσιάζονται και να αντιμετωπίζει τους εξωτερικούς κινδύνους. Επιπλέον υποκινεί και εμπνέει τους πολίτες να εργάζονται πιο αποδοτικά, γεγονός που οδηγεί στην αύξηση της παραγωγικότητας για την έξοδο από την κρίση.
Ποια από τα παραπάνω χαρακτηριστικά έχει ο Αλέξης, ώστε η κυράτσα Θεανώ Φωτίου- εκείνη η πονετικιά γυναίκα που μας προέτρεπε να τρώμε γεμιστά για να μην πεθάνουμε από την πείνα- να πετάξει τον μέγα τσιμεντόλιθο, γλύφοντας τον Τσίπρα; «Ο Τσίπρας είναι ένας ηγέτης παγκόσμιας ακτινοβολίας, απ’ αυτούς που γεννιούνται κάθε 100 χρόνια»; Το συνονθύλευμα αυτής της παράταξης, πέρα από την ανικανότητα, την αλαζονεία και την απαιδευσία, ποτέ του δεν είχε επαφή με το βιβλίο της ιστορίας. Αν την γνώριζαν θα αντιστέκονταν στην παραποίησή της. Κι αν είχαν στοιχειώδεις γνώσεις, θα τους αναστάτωνε η άποψη περί προδοσίας του Θουκυδίδη. Ο αρχαίος ιστορικός συγγραφέας έχει γράψει: «Προδότης δεν είναι μόνο αυτός που φανερώνει τα μυστικά της πατρίδος στους εχθρούς, αλλά είναι και εκείνος που ενώ κατέχει δημόσιο αξίωμα, εν γνώση του δεν προβαίνει στις απαραίτητες ενέργειες για να βελτιώσει το βιοτικό επίπεδο των ανθρώπων πάνω στους οποίους άρχει...» Η κυρά Φανή Φωτίου μπορεί να έχει μόρφωση, αλλά δεν έχει παιδεία! Κι αυτό είναι το λυπηρό με όλους τους πολιτικούς μας!
Τα αναλώσιμα σκουλήκια της Νέας Τάξης, κυρία των γεμιστών, δεν είναι ηγέτες…
Και εμείς θέλουμε τον ηγέτη που θα ορθώσει το ανάστημά του στους αλκοολικούς και τους ανάπηρους, όχι σωματικά, αλλά στο μυαλό και στην ψυχή, υπαλλήλους της οικονομικής μαφίας, που σκοτώνει λαούς στο όνομα του εύκολου κέρδους και της λεηλασίας. Γιατί το ελληνικό χρέος είναι πλασματικό! Δεν είναι το πραγματικό. Υπάρχουν καταγγελίες ότι σε μια νύχτα το φούσκωσαν κατά 120 δισεκατομμύρια. Μας έβαλαν στο Νταχάου του ΔΝΤ και των λοιπών δανειστών με τα παραποιημένα στοιχεία του Γεωργίου της ΕΛΣΤΑΤ. Και όταν τόλμησαν μετά από επτά χρόνια να τον στείλουν στην δικαιοσύνη, με εντολή της Ε.Ε. σταμάτησε η παραπομπή για να μην φανερώσει ότι εκτελούσε διατεταγμένη υπηρεσία με εντολή των οικονομικών δολοφόνων.
Στο σώμα του ελληνικού λαού ασέλγησαν οι παράφρονες και οι ληστές. Τον σταύρωσαν για να του πάρουν την όμορφη πατρίδα, για να κάνουν πλιάτσικο στον πλούτο της γης του. Διαμοίρασαν τα ιμάτιά του- (διεμερίσαντο τὰ ἱμάτιά μου ἑαυτοῖς, καὶ ἐπὶ τὸν ἱματισμόν μου ἔβαλον κλῆρον)- οι πολυεθνικές εταιρείες. Ιούδας ο πολιτικός κόσμος. Η προφητεία της Άννας Ψαρούδα Μπενάκη στο Κάρολο Παπούλια, αρκετά χρόνια πριν ξεσπάσει η οικονομική κρίση, δηλώνει πως η σταύρωσή μας ήταν προδιαγεγραμμένη. Οι πειθήνιοι υπαλληλίσκοι της διεθνούς οικονομικής μαφίας, που μας αντιμετωπίζουν σαν να ήμασταν αναλώσιμες μονάδες για τη δική τους καλοπέραση, είχαν συμφωνήσει προ πολλού με τα σχέδιά της για την σκλαβοποίησή μας, την επιμειξία μας με τους λαθρομετανάστες και να γίνουμε το πειραματόζωο για την επιβολή της παγκόσμιας δικτατορίας. Τα αργύρια της προδοσίας τους το 10% του εθνικού πλούτου, που μεταφράζεται σε 2-3 τρισεκατομμύρια ευρώ! Επομένως και αυτοί που κάνουν τη βρώμικη δουλειά και όσοι χύνουν κροκοδείλια δάκρυα, και οι δημοσιογράφοι που χαπακώνουν με ειδήσεις το λαό πήραν και θα πάρουν πάμπολλα αργύρια.
Θέλουμε τον ηγέτη που θα μας πει την αλήθεια. Που θα αποδιώξει από πάνω μας την ενοχή ότι «μαζί τα φάγαμε». Δεν συγκρίνονται τα 10-20-30 χιλιάρικα της δικής μας πιθανής φοροδιαφυγής, με τα εκατομμύρια που ξέχασαν να δηλώσουν ή χάθηκαν κάπου στο εξωτερικό των πολιτικών.
Τον ηγέτη που θα μας πει πως όλα είναι ένα Μεγάλο Ψέμα, μια μεγάλη πλεκτάνη, για να μας πάρουν την χώρα μας. Την πλούσια Ελλάδα που μπορεί να γίνει παράδεισος για τους κατοίκους της. Την Ελλάδα που θα προσφέρει παιδεία ανθρωπιστική. Οι τεχνοκρατική παιδεία μας έκανε αναλώσιμες μονάδες. Εμείς θέλουμε να ξαναγίνουμε υπολογίσιμοι άνθρωποι με ενδιαφέροντα, όνειρα και σωστή παιδεία.
Να μη στέκουμε όπως λέει ο Κώστας Βάρναλης «δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα, προσμένοντας, ίσως, κάποιο θάμα». Να αποτινάξουμε το ραγιαδισμό και να γίνουμε αγωνιστές ζητώντας το δίκιο μας, το δικαίωμα να ζήσουμε σαν ελεύθεροι άνθρωποι. Να επιστρέψει το χαμόγελο στη ζωή μας και το δικαίωμα να κάνουμε όνειρα, να γευτούμε τις χαρές της ζωής. Δεν τους χαρίζουμε, μωρέ, τη ζωή μας. Μας ανήκει!
Ψάχνουμε τον ηγέτη που ακόμη και με τη θυσία του να μας κάνει να ξανασταθούμε στα πόδια μας, όπως το άλογο της ιστορίας μας, και να ξανακαλπάσουμε προς την ανάπτυξη, την πρόοδο, την ευημερία. Κυρίως, όμως, να ξανακερδίσουμε το χαμένο ελληνικό φιλότιμο, την εργατικότητα και την τιμιότητα για την οποία ήσαν υπερήφανοι οι παππούδες και οι πατεράδες μας…

Τρίτη, 30 Μαΐου 2017

Η πραγματική αγάπη…

[[ δαμ- ων ]]

Αγάπη! Μια λέξη που για τον καθένα μας έχει διαφορετικό νόημα. Ο καθένας μας την κόβει και την ράβει στα μέτρα του. Την κάνει σαν το πανί που κρύβει τη γύμνια του. Σε κάποιους- πολύ λίγους, δυστυχώς- γίνεται ένα πολύ ωραίο ένδυμα, που δεν κρύβει τη γύμνια, αλλά, αντίθετα, στολίζει την ψυχή. Μόνον, που αυτοί είναι σπάνιοι. Αποτελούν, όμως, τα πολύτιμα πετράδια και τα μαργαριτάρια της ανθρωπότητας.
Η αγάπη δεν μολογιέται με λόγια. Εκφράζεται με πράξεις. Δε μετριέται με τα λόγια που θα πεις, αλλά με τις θυσίες που μπορείς να κάνεις. Δεν μπορούν να την εκφράσουν τα χείλη, αλλά τα μάτια. Γιατί τα χείλη μπορούν να εκστομίσουν ψεύτικα λόγια, τα μάτια, όμως, είναι αδύνατο να βγάλουν πλανερή λάμψη! Γι αυτό κι ο σοφός Ανατολίτης Τζελαλεντίν Ρουμί είπε: «Η αγάπη είναι ο εξάντας της αλήθειας».
Η πραγματική αγάπη ξεφεύγει από το «εγώ» και μετατοπίζεται στο «εμείς». Σπάει τα δεσμά του εγωισμού! Παίρνει άλλες διαστάσεις, έχοντας απαγγιστρωθεί από το χωροχρονικό κλουβί του «εαυτούλη». Αντιμετωπίζει τον/την σύντροφο σε έναν πολυδιάστατο κόσμο, όπου υπάρχει μεγαλύτερη ελευθερία. Γνωρίζει πως δεν είναι του «εαυτού», αλλά ένα μέρος του κόσμου! Πως το «εγώ» είναι μια περιοριστική αυταπάτη. Οπότε πολύ εύκολα μπορεί να θυσιάσει το «εγώ», γιατί το «εγώ» και οι «άλλοι» είμαστε ένα! Κι αυτή η θυσία παύει να βιώνεται σαν πόνος, και γίνεται άφατη χαρά. Έτσι δικαιώνεται ο Βίκτωρ Ουγκώ που είπε: «Η αγάπη μεταμορφώνει ακόμα και τη θυσία σε χαρά.»

Η συνέχεια >>> VagiaBlog…

Η ομορφιά της αγάπης πάντοτε κρύβει μια μικρή ή μια μεγάλη θυσία. Αυτό μας λέι η ακόλουθη ιστορία:
[[ “Τι είναι η ασχήμια;” ρώταγε η άγνοια, την γνώση και εκείνη της έδειξε μια κυρία με ακριβά ρούχα.
Είχε φορέσει μια απ αυτές τις γούνες, που σε κάνει να αναρωτιέσαι ποιο άγρια αγέρωχο ζωάκι κατάντησε στη ντουλάπα της και πόσες χρωστικές έχει το μπογιάτισμα στο πρόσωπο της.
Η άγνοια δεν ικανοποιήθηκε με την απάντηση και ξαναρώτησε “τι άλλο είναι ασχήμια;”
Της έδειξε τα χρήματα, τις τράπεζες και τα δάκρυα ενός κακοποιημένου παιδιού.
Η άγνοια δυσαρεστήθηκε δεν ήθελε να ακούει άλλο.
Βλέπετε έτσι είναι η άγνοια πολλές φορές ρωτάει πράγματα που δεν αντέχει.
Προτιμάει τα βασικά και ξανακλείνεται στο καβούκι της.
Ο κόσμος μας συνηθίζει να λέει ο,τι είναι σαν τον ήλιο, κάνεις δεν μπορεί να τον κοιτάξει πολλή ώρα κατάματα.
Έτσι η άγνοια θέλοντας να φτιάξει τη διάθεση της ρώτησε αυτή τη φορά “τι είναι ομορφιά;”
H γνώση της έδειξε ένα σωρό αποχωρισμούς.
Ένα ζευγάρι που χώριζε μα αποχαιρετίστηκε με ένα τελευταίο φιλί, μια μάνα που αγκάλιαζε το γιο της πριν πάει φαντάρος, ένας πατέρας που δούλευε όλη μέρα και τρύπωνε σαν ξένος σπίτι του ίσα να κοιμηθεί να φάει και να φιλήσει τα παιδιά του.
“Με κάνεις όλο και πιο θλιμμένη”, είπε θυμωμένα η άγνοια!
“Μα γιατί λυπάσαι; Εγώ, μόνο σου δείχνω την ομορφιά της αγάπης. Δεν μπορώ να σου δείξω τίποτα όμορφο που δε κρύβει μέσα του μια μικρή θυσία. Μα έχεις δίκιο σου χάλασα τη γαλήνη. Έτσι είναι όταν δε ξέρεις, είσαι ήρεμος. Όταν ξέρεις έχει ευθύνη, μα τουλαχιστον είσαι σίγουρος πως περπάτησες ζωντανός επί της γης και όχι φαντασμένος επί των κυμάτων.” ]]
Η ομορφιά της αγάπης κρύβει μέσα της τη θυσία! Η αγάπη δεν είναι κτητική. Είναι θυσιαστική. Όποιος αγαπάει πραγματικά δεν εκμεταλλεύεται την αγάπη για να κερδίσει. Παραχωρεί τα δικαιώματα του κατακτητή και του κτήτορα! Σμίγει με τον/την σύντροφο και γίνονται ένα. Ο μεγάλος Κρητικός στοχαστής Νίκος Καζαντζάκης μας λέει: «Τι είναι η αγάπη; Δεν είναι συμπόνια μήτε καλοσύνη. Στη συμπόνια είναι δύο, αυτός που πονάει κι αυτός που συμπονάει. Στην καλοσύνη είναι δύο, αυτός που δίνει κι αυτός που δέχεται. Μα στην αγάπη είναι ένας. Σμίγουν οι δύο και γίνονται ένα. Δεν ξεχωρίζουν. Το εγώ κι εσύ αφανίζονται. Αγαπώ θα πει χάνομαι…!» Πραγματικά, όποιος αγαπάει αληθινά παύει να θεωρεί τον εαυτό του σαν μια εγωκεντρική οντότητα και αφήνεται να γίνει μέρος της ολότητας. Δεν είναι το κέντρο του κόσμου, αλλά ένα σημείο του κύκλου του κόσμου.
Για να δείξουμε πώς είναι η πραγματική αγάπη θα χρησιμοποιήσουμε δύο ιστορίες. Γιατί οι ιστορίες με λίγα απλά λόγια μπορούν να μας πουν περισσότερα από πολυσέλιδες αναλύσεις και μελέτες. Στην πρώτη ιστορία η αγάπη εκδηλώνεται μονομερώς. Ο νέος αγαπάει πραγματικά, ενώ η κοπέλα εγωιστικά.
[[ Υπήρχε ένα τυφλό κορίτσι που μισούσε τον εαυτό του ακριβώς επειδή ήταν τυφλή. Μισούσε τους πάντες, εκτός απ’ τον αγαπημένο της φίλο. Αυτός ήταν πάντα εκεί για εκείνη.
Είχε πει ότι αν ποτέ μπορούσε να δει τον κόσμο, θα παντρευόταν το φίλο της.
Μια μέρα, κάποιος της χάρισε ένα ζευγάρι μάτια και τότε εκείνη μπορούσε να δει τα πάντα, μαζί και το αγόρι της. Ο φίλος της τότε τη ρώτησε: «Τώρα που μπορείς να δεις τον κόσμο, θα με παντρευτείς;»
Το κορίτσι σοκαρίστηκε όταν είδε ότι και ο φίλος της ήταν τυφλός και αρνήθηκε να τον παντρευτεί.
Ο φίλος της έφυγε μακρυά δακρυσμένος και αργότερα της έγραψε ένα γράμμα λέγοντάς της:
«Μόνον πρόσεχε τα μάτια μου, σε παρακαλώ…» ]]
Να τονίσουμε εδώ, πως όποιος αγαπάει δεν αφήνει χώρο στο μίσος. Επομένως, η κοπέλα από τη στιγμή που μισούσε τον ίδιο τον εαυτό της για την κατάστασή της, που ήταν τυφλή, δεν ήταν ικανή να αγαπήσει αληθινά. Αγαπούσε τον νεαρό με ιδιοτέλεια, επειδή την συντρόφευε στις σκοτεινές της μέρες και τη βοηθούσε στην ανημπόρια της να κάνει τα περισσότερα πράγματα. Από τη στιγμή που απόκτησε το φως της- με τη θυσιαστική εκδήλωση της αγάπης του νέου- ο εγωισμός την οδήγησε να απαρνηθεί τον φίλο της και να ξεχάσει την υπόσχεση πως θα παντρευτούν μόλις ‘δει.
Αντίθετα ο φίλος της, για να την κάνει ευτυχισμένη, της χάρισε ό,τι πολυτιμότερο είχε. Τα μάτια του! Έτσι εκδήλωσε την μεγάλη κι ανιδιοτελή αγάπη του. Με αυτή τη μεγάλη θυσία! Για να εισπράξει την απάρνηση, την περιφρόνηση, την απόρριψη. Αυτό ήταν το τίμημα της μεγάλης θυσίας του στο βωμό της αγάπης!
Ο νεαρός πρόσφερε τα μάτια του, γνωρίζοντας ότι βυθίζεται στο φυσικό σκοτάδι, που το αντιστάθμιζε, όμως, το ψυχικό φως της θυσιαστικής του πράξης. Ίσως όταν πήρε την απόφασή του σιγοτραγουδούσε τους στίχους από το τραγούδι της μεγάλης ερμηνεύτριας Τζένης Βάνου:
«Αγάπη σημαίνει θυσία
κι εσύ δεν το ξέρεις αυτό.
Αγάπη σημαίνει να δίνεις
κι αυτό θα σ’ το μάθω εγώ.»
Μεγάλα μαθήματα μας δίνουν τα διαχρονικά παραδείγματα όλων αυτών των μεγάλων ψυχών που θυσίασαν ακόμη και τη ζωή τους στο βωμό της αγάπης. Είναι οι ψυχές που από έρπουσες κάμπιες έβγαλαν φτερά κι έγιναν πεταλούδες!
Η δεύτερη ιστορία μας είναι ένα δείγμα αμοιβαίας θυσιαστικής αγάπης. Εδώ δεν υπάρχει ιδιοτέλεια. Και το παλικάρι και η κοπέλα θυσιάζουν ό,τι ακριβό και πολύτιμο έχουν για να κάνουν ευτυχισμένο το πρόσωπο της αγάπης τους. Την αναφέρει ο αμερικάνος συγγραφέας Ο’ Χένρι και την πήρε από ένα ελβετικό παραμύθι:
[[ Κάποτε ήταν ένα ωραίο νεαρό ζευγάρι σ’ ένα χωριουδάκι ξυλοκόπων κοντά σ’ ένα βουνό, που αρραβωνιάστηκαν όταν εκείνη ήταν δεκατριών κι εκείνος δεκαοχτώ. Εκείνος, καθώς είχε μάθει να κόβει ξύλα από μικρό παιδί, ήταν ψηλός, σβέλτος και μυώδης, κι εκείνη ήταν ξανθιά, με πολύ μακριά μαλλιά ως τη μέση της και υπέροχα γαλανά μάτια.
Οι δύο νέοι έφτασαν στον αρραβώνα με τις ευλογίες όλου του χωριού. Ώσπου μια μέρα, όταν εκείνη έγινε δεκαοχτώ κι εκείνος είκοσι τριών, το χωριό ολόκληρο συμφώνησε να βοηθήσει τους δύο νέους να παντρευτούν.
Τους έκαναν δώρο μια ξύλινη καλύβα κι ένα μικρό κομμάτι γης με δέντρα για να μπορεί εκείνος να δουλέψει ως ξυλοκόπος. Παντρεύονται λοιπόν τα παιδιά και μετά το γάμο πάνε να ζήσουν εκεί, προς μεγάλη χαρά όλων, των ίδιων, των οικογενειών τους και του χωριού, που είχε βοηθήσει τόσο αυτή τη σχέση.
Ζουν εκεί όλες τις μέρες του χειμώνα, του καλοκαιριού, της άνοιξης και του Φθινοπώρου και χαίρονται πολύ που είναι μαζί. Πλησιάζει η πρώτη επέτειος του γάμου τους κι εκείνη νιώθει την ανάγκη να κάνει κάτι, για να του δείξει τη μεγάλη της αγάπη. Σκέφτεται να του κάνει ένα δώρο που θα έχει νόημα.
Αν του χαρίσει ένα καινούργιο τσεκούρι, αυτό θα έχει να κάνει με τη δουλειά του… Ένα πουλόβερ πλεγμένο από την ίδια δεν την ικανοποιεί, γιατί του έχει ήδη πλέξει διάφορα ρούχα, με άλλες ευκαιρίες, κι ένα ωραίο φαγητό πάλι, δεν της φαίνεται αρκετά μεγαλοπρεπές…
Αποφασίζει να πάει στο χωριό για να δει μήπως βρει εκεί κάτι κι αρχίζει να τριγυρνάει στους δρόμους. Βέβαια, όσο κι αν ψάχνει, δε βρίσκει και τίποτα σπουδαίο που να μπορεί ν’ αγοράσει με τα λιγοστά που βάζει στην άκρη από τα ρέστα.
Περνώντας έξω από ένα κοσμηματοπωλείο, το μοναδικό του χωριού, βλέπει στη βιτρίνα μια ωραία, χρυσή αλυσίδα. Αυτομάτως θυμάται πως υπάρχει ένα μόνο υλικό πράγμα που εκείνος λατρεύει και θεωρεί στ’ αλήθεια πολύτιμο: ένα χρυσό ρολόι που του είχε χαρίσει ο παππούς του πριν πεθάνει. Απ’ όταν ήταν παιδάκι, αυτό το ρολόι το φύλαγε σε μια παλιά θήκη που έχει πάντα δίπλα στο κρεβάτι, και κάθε βράδυ άνοιγε το συρτάρι του κομοδίνου, έβγαζε το ρολόι απ’ τη θήκη του, το σκούπιζε, το κούρδιζε λιγάκι, το άκουγε μέχρι να σταματήσει, το ξανασκούπιζε, το χάιδευε για λίγο και το έβαζε πάλι στη θήκη του.
Εκείνη σκέφτεται: «Τί θαυμάσιο δώρο θα ήταν αυτή η χρυσή αλυσίδα για κείνο το ρολόι…» Μπαίνει στο μαγαζί να ρωτήσει πόσο κάνει και μένει άναυδη ακούγοντας την απάντηση. Κάνει πολύ παραπάνω απ’ όσο είχε φανταστεί κι απ’ όσα είχε ήδη μαζέψει. Θα έπρεπε να περιμένει τρείς επετείους για να μπορέσει να την αγοράσει, αυτή όμως δεν μπορεί να περιμένει τόσο πολύ.
Φεύγει από το χωριό αρκετά λυπημένη, και σκέφτεται τι θα μπορούσε να κάνει, για να βρει τα λεφτά για την αλυσίδα. Καθώς δεν είχε μάθει να κάνει κάποια εργασία, στύβει το μυαλό της για να βρει μια λύση, ώσπου, περνώντας έξω από το κομμωτήριο του χωριού, βλέπει μια επιγραφή που λέει: «Αγοράζουμε φυσικά μαλλιά».
Καθώς εκείνη έχει τα ξανθά μαλλιά της ακόμα από την ηλικία των δέκα, μπαίνει αμέσως μέσα να ρωτήσει. Τα λεφτά που προσφέρουν φτάνουν, για ν’ αγοράσει τη χρυσή αλυσίδα και περισσεύουν, για να πάρει κι ένα κουτί όπου θα φυλάνε την αλυσίδα μαζί με το ρολόι. Χωρίς δισταγμό, λέει στην κομμώτρια:
«Αν έρθω σε τρείς μέρες για να σας πουλήσω τα μαλλιά μου, θα τ’ αγοράσετε;»
«Βέβαια» είναι η απάντηση.
«Τότε σε τρείς μέρες θα είμαι εδώ».
Επιστρέφει στο κοσμηματοπωλείο, λέει να της κρατήσουν την αλυσίδα και γυρίζει σπίτι της χωρίς να πει τίποτα.
Την ημέρα της επετείου, το ζευγάρι αγκαλιάζεται λίγο πιο σφιχτά απ’ ότι συνήθως, εκείνος φεύγει για τη δουλειά κι εκείνη κατεβαίνει στο χωριό.
Στο κομμωτήριο, της κόβουν κοντά τα μαλλιά, παίρνει τα λεφτά και πάει στο κοσμηματοπωλείο. Αγοράζει τη χρυσή αλυσίδα και το ξύλινο κουτί, επιστρέφει σπίτι, μαγειρεύει και περιμένει να έρθει το βράδυ και να γυρίσει εκείνος από τη δουλειά.
Αντίθετα από άλλες φορές που άναβε όλα τα φώτα για να τον περιμένει, απόψε ανάβει μόνο δύο κεριά και φοράει ένα μαντίλι στο κεφάλι, γιατί του αρέσουν τα μαλλιά της και δεν θέλει να καταλάβει πως τα έχει κόψει. Μετά, θα βρει χρόνο να του εξηγήσει…
Κι έρχεται εκείνος. Αγκαλιάζονται σφιχτά και λένε ο ένας στον άλλον πόσο πολύ αγαπιούνται. Τότε, παίρνει αυτή κάτω από το τραπέζι το ξύλινο κουτί που περιέχει τη χρυσή αλυσίδα για το ρολόι. Πάει κι εκείνος στο ντουλάπι και βγάζει ένα μεγάλο κουτί που το είχε φέρει στο σπίτι την ώρα που εκείνη έλειπε στο χωριό. Μέσα στο κουτί βρίσκονται δύο τεράστια διακοσμητικά χτενάκια για τα μαλλιά της. Για να τα αγοράσει, είχε πουλήσει το χρυσό ρολόι του παππού… ]]
Πόση συγκίνηση και πόσο μεγαλείο κρύβει αυτή η απλή ιστορία! Αλλά και πόσο μεγάλο μάθημα μπορεί να μας προσφέρει. Θεωρώ ότι δεν χρειάζεται να γράψω ούτε μια λέξη, γιατί θα της αφαιρούσα όλη τη μαγεία της απλότητας! Εξάλλου δεν είναι απαραίτητη κάποια ανάλυση για να κρούσει τις χορδές των ευαίσθητων καρδιών...
Χρησιμοποιώντας την παραπάνω ιστορία ο συγγραφέας Χόρχε Μπουκάι, κάνει το ακόλουθο σχόλιο:
«Αν πιστεύεις ότι η θυσία είναι το μέτρο της αγάπης, σε παρακαλώ να μην ξεχάσεις αυτήν την ιστορία. Η αγάπη δε μετριέται μόνο με το πόσο πολύ γινόμαστε θυσία για τον άλλον αλλά επίσης και πάνω απ’ όλα, με το πόσο μεγάλη χαρά μας δίνει η ύπαρξή του.
Αν σ’ αγαπάω, τότε πασχίζω να καλλιεργήσω τις συνθήκες, για να συνυπάρξουμε μέσα στην πιο μεγάλη χαρά: τη συνάντηση…
Μια συνάντηση όπου εσύ θα ξέρεις ότι είμαι δίπλα σου γιατί μ’ αγαπάω και με ευνοώ, κι εγώ θα ξέρω ότι είσαι μαζί μου γιατί, κάνοντας χρήση των καλύτερων εγωισμών σου, με διαλέγεις για να είμαι μαζί σου...»
Κάποτε η αγάπη μπορεί να φτάσει μέχρι τον θάνατο. Θυσιάζομαι γι’ αυτούς που αγαπάω: τους δικούς μου, την πατρίδα, την ανθρωπότητα. Αυτήν την θυσιαστική αγάπη μας δίνει ο Γάννης Ρίτσος με τους στίχους:
« Κι αλήθεια, ξέχασα να σας πω το κ υ ρ ι ό τ ε ρ ο
-που μόλις τ ώ ρ α... τό μαθα -
δεν είναι τόσο δύσκολος ο θάνατος. Το αντίθετο μάλιστα.
Και σας βεβαιώνω τ ώ ρ α με το αίμα μου:
Ποτέ... δεν ήταν τόσο ευτυχισμένος ο Χριστός
Όσο την ώρα.. που το τελευταίο καρφί τον άφησε ακίνητο,
χωρίς να τον σκοτώσει,
για να κοιτάξει κατάματα... τον ουρανό και την θυσία του,
ποτέ... ο Προμηθέας δεν αντίκρισε τόσο γαλήνια
κι ολόφωτα τον κόσμο... όσο την ώρα που..
το ράμφος του όρνεου... βρήκε τα μάτια του ξέροντας,
τότε μόνο... πως είχε αξιωθεί να δώσει...
το Φως... και την Φωτιά... στον άνθρωπο,
Κι ακόμα, ναι... ποτέ τόσο όμορφος δεν ήταν ο μικρός
Γρηγόρης Αυξεντίου, 29 χρονών.»
Η μυθολογία μας αναφέρει την θυσία της Άλκηστης για να ζήσει ο αγαπημένος της σύζυγος Άδμητος. Περιληπτικά έχουμε:
[[ Ο Πελίας, βασιλιάς της Ιωλκού και θείος του Άδμητου είχε μια πανέμορφη θυγατέρα, την Άλκηστη, που αγαπούσε ο Άδμητος. Διακήρυξε ο Πελίας πως όποιος τη θυγατέρα του ήθελε για γυναίκα, για να δείξει την αξιοσύνη του έπρεπε να πάει να του ζητήσει πάνω σε άρμα, όπου θα είχε ζεμένο ένα λιοντάρι κι ένα κάπρο. Ο Απόλλωνας για να δείξει την ευγνωμοσύνη του στον Άδμητο, που τον φιλοξένησε στο παλάτι του όταν ο πατέρας του Δίας τον είχε τιμωρήσει γιατί του σκότωσε τους Κύκλωπες, του έζεψε τα άγρια θηρία, που ’σερναν το άρμα καλύτερα κι από άτια ήμερα. Μόλις ο Πελίας είδε το θέαμα, θαύμασε τον ανιψιό και με χαρά του έδωσε την Άλκηστη για γυναίκα.
Όταν γεννήθηκε ο Άδμητος, οι Μοίρες τον μοίραναν να πεθάνει νέος. Ο Απόλλωνας, που αγαπούσε τον βασιλιά αφέντη του, κι εκεί θέλησε να παρέμβει. Βρήκε, λοιπόν τις υφάντρες του πεπρωμένου, κι αφού τις μέθυσε, τις έπεισε ν’ αλλάξουν το πεπρωμένο και ν’ αναβάλλουν τον θάνατο του Άδμητου, ώστε να τον πάρει ο Θάνατος στα βαθιά του γηρατειά, αρκεί να δεχόταν κάποιος άλλος να πεθάνει στη θέση του.
Ξέροντας τι του έμελλε ο νεαρός βασιλιάς, μετά του γάμου τη χαρά, ζήτησε να βρει αντικαταστάτη. Μάταιος ο κόπος του, γιατί κανένας γνωστός του δε δεχόταν, ακόμη και οι γερογονιοί του, να πάνε στου Άδη τα σκοτάδια πριν να έρθει η ώρα τους. Και σαν πλησίαζε η μέρα, που έπρεπε ν’ αφήσει του ήλιου το φως, για να κατέβει στου Πλούτωνα το ζοφερό βασίλειο, τον κυρίευε περισσότερο η μαύρη απελπισιά. Μόνο η αγαπημένη του, η Άλκηστη, αν και είχε πολύ μικρά τα δυο τους τα παιδιά, κι ήταν ακόμα πολύ νέα, δέχτηκε να πάρει τη θέση του, από την πολύ αγάπη της γι’ αυτόν.
Έτσι, η Άλκηστη, πρόσφερε τη ζωή της , για να μην πεθάνει ο αγαπημένος της. Όμως, για καλή τους τύχη, τις μέρες αυτές περνούσε απ’ εκεί ο γιος της Αλκμήνης, ο Διογενής Ηρακλής, έχοντας πάρει το δρόμο για τη Θράκη. Ο Ευρυσθέας του είχε αναθέσει να του φέρει τα άλογα του Διομήδη, που είχαν σαν τροφή ανθρώπινες σάρκες. Πέρασε από τον φίλο του τον Άδμητο για να ξαποστάσει από τη κούραση της πορείας. Το παλάτι των Φερών ήταν βυθισμένο στο πένθος. Ο βασιλιάς δεν φανέρωσε στον Θηβαίο ήρωα το θάνατο της αγαπημένης του, ώστε να προσφέρει την πατροπαράδοτη φιλοξενία στο διαβάτη φίλο.
O Ηρακλής έμαθε από κάποιο δούλο την αιτία της θλίψης στο παλάτι. Τότε έτρεξε στον τάφο, όπου πριν από λίγο είχαν βάλλει το κορμί της Άλκηστης, και όταν εμφανίστηκε ο Θάνατος για να την κατεβάσει στου Άδη τα παλάτια, χύθηκε καταπάνω του με τη γνωστή του ορμή, που τον έκανε ξακουστό, και την απόσπασε από τα χέρια του. Έτσι με μεγάλη χαρά, την επανέφερε στον αξιαγάπητο φίλο του, γεμίζοντας χαρά το παλάτι του Άδμητου. ]]
Η Άλκηστη, λοιπόν, δεν διστάζει να πεθάνει στη θέση του άντρα της: « εγώ σε πρεσβεύουσα καντί της εμής ψυχής καταστήσασα φως τόδ’ εισοράν, θνήσκω, παρόν μοι μη θανείν, υπέρ σέθεν ». Η ηρωίδα λέει: « δεί γαρ θανείν με ». Θεωρεί χρέος της να πάει στον Άδη, για να μη χαθεί ο Άδμητος, τον οποίο υπεραγαπά. Πιστεύουμε ότι αυτή είναι η υπέρτερη θυσιατική πράξη στο βωμό της αγάπης!
Κι όμως, αυτές είναι οι εκδηλώσεις που φανερώνουν πως ο άνθρωπος έχει και θεϊκή φύση. Γιατί από αγάπη ο Θεός εγκατέλειψε την κατάσταση ηρεμίας Του και ήρθε σε κατάσταση εκδήλωσης! Δημιούργησε τον Κόσμο! Από αγάπη ο Θεός μας έστειλε τον μονογενή Του Υιό. Κι Αυτός από αγάπη θυσιάστηκε για να επισπεύσει τον απεγκλωβισμό μας από την ύλη και την επάνοδό μας στην Βασιλεία του Ουρανού, την πνευματοποίησή μας…

Δευτέρα, 22 Μαΐου 2017

Φρουρά, φρουρά, ζητείται επειγόντως η φρουρά…

“Ούτις”

Πότιζα, καρντάσια μου, με το λάστιχο τα λουλούδια στον κήπο- τριανταφυλλιές με ροδοπέταλα σαν βελούδο, γιασεμιά με άρωμα μεθυστικό, αμαρυλλίδες με κατακόκκινα πελώρια χωνιά- κι ακούω από το βάθος της κουζίνας τη στριγγλή φωνή της Αγλαΐας:
«Αγησίλαε, έλα να δεις, στην βουλή έγινε της Πόπης»!
Έλα Χριστέ και Παναγιά, η χάρη της Πόπης, της κουμπάρας, έφτασε στη βουλή; Γιατί το Ποπάκι ήταν μεγάλη ανακατωσούρα και παντού έχωνε την ουρά της. Δεν το είχε σε τίποτα να πάει στη βουλή, να κάνει την κυρία, εκεί στα θεωρεία των επισκεπτών, και ξάφνου να βγάλει κανένα αναρχικό πανό και να γίνει της επί χρήμασι εκδιδομένης γυναικός το σιδηρούν κιγκλίδωμα (επί το λαϊκότερον της πουτάνας το κάγκελο)!
Έκλεισα τη βάνα, αφήνοντας στη μέση το πότισμα, και μπήκα στο σπίτι, βέβαιος πως η Πόπη θα το είχε κάνει το χουνέρι της. Περισσότερο λυπήθηκα τον καημένο τον Βρασίδα- παιδικό μου φίλο και κουμπάρο, αυτός με στεφάνωσε- που ήταν ένα φιλήσυχο ανθρωπάκι. Όταν ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου- ο ποιητής ντε- έγραφε το ποίημα που σημάδεψε τα μαθητικά μας χρόνια: «Στο λιβάδι ξεχασμένος/ ένας γάιδαρος βοσκούσε·/τίποτ’ άλλο δε ζητούσε/ ο καημένος.
Το χορτάρι του μασούσε/ κι ήταν τρισευτυχισμένος/ και το ξύλο λησμονούσε/ ο καημένος.
Και την τύχη ευχαριστούσε,/ που δεν ήταν φορτωμένος,/και τα δυο του αυτιά κουνούσε/ ο καημένος.» τον Βρασίδα θα είχε κατά νου. Κι όσο άκακος και ήσυχος ήταν ο κουμπάρος, τόσο ντιρντίλα, ανακατώστρα και καβγατζού ήταν το στεφάνι του, η Πόπη. Καλλιόπη ήταν το βαφτιστικό, αλλά ήθελε να την φωνάζουμε καλλιτεχνικά Πόπη.

Η συνέχεια >>> VagiaBlog…

«Τι έγινε, μωράκι μου» είπα, βγάζοντας τα παπούτσια για να μη λερώσω τη μοκέτα και ποιος είχε την όρεξη ν’ ακούσει την Αγλαΐα. Γιατί έτσι κι άρχιζε την κατσάδα, έπρεπε να κλείσει οχτάωρο για να σταματήσει. Ομολογώ πως στο οχτάωρο σταματούσε. Υπερωρίες δεν έκανε. Και είδατε, ρε καρντάσια; Το ‘ριξα το γαργαλιστικό μου. Το «μωράκι μου» ντε, που είναι το αλατοπίπερο στη συζυγική κουβέντα.
«Πλακώθηκαν ο Κασιδιάρης με τον Δένδια» απάντησε το στεφάνι μου.
Έλα αιδοίον στον τόπο σου, σκέφτηκα. Ο Λιάκος άφησε τις γυναίκες και ρίχνει ανάποδες σε φαλακρούς ψηλολέλεκες; Καλά, ρε συ, πώς έφτασε τον Δένδια, αφού είναι μισό μέτρο κοντύτερος. Εντάξει Νίκο Ρίζο δεν τον λες τον Λιάκο τον Κασιδιάρη, αλλά ο Νεοδημοκράτης καράφλας είναι δυο κεφάλια μακρύτερος, πώς να το κάνουμε δηλαδής;
Κάργα στην περιέργεια πήγα στην τηλεόραση. Ένα πανδαιμόνιο, ένα τουρλουμπούκι γινόταν στη βουλή. Αυτό, ρε π@ύστη μου, δεν ήταν βουλή. Γήπεδο ήταν όπου οι επιστήμονες του Ολυμπιακού έδιναν μάχη και μαχαιρώνονταν με τους μεταπτυχιακούς του Παναθηναϊκού! Ευτυχώς οι βουλευτάδες δεν έριχναν κομφετί με μπουκάλια και κροτίδες, όπως κάνουν οι αγνοί φίλαθλοι στα γήπεδα. Θα το αναγνωρίσουμε. Οι τριακόσιοι έχουν ένα επίπεδο. Μόνο μπινελίκια και αριστεροδέξια κροσέ ρίχνουν.
Πολλά δεν είδα γιατί το λαμόγιο ο σκηνοθέτης της βουλής πρόκαμε και έκανε την πάπια Πεκίνου. Ζουμάρισε τον προεδρεύοντα Μπαλαούρα που τσίριζε: «Φρουρά- φρουρά- φρουρά» σαν να ήταν σχολιαρόπαιδο και του ‘βαλε ο δάσκαλος να γράψει χίλιες φορές τιμωρία. Μα η φρουρά πουθενά. Άλλοι είχαν πάει για τσίσα τους, άλλοι να τα ξύσουν κι άλλοι την είχαν κάνει κοπάνα, μιμούμενοι τους κοπανατζήδες βουλευτάδες, που κάνουν σύναξη μόνο όταν εμφανίζονται στα έδρανα οι αρχηγοί τους για να τους χειροκροτήσουν. Μπορεί να καταπίνουν τη γλώσσα τους και να μην μιλάνε για τους καημούς του λαουτζίκου, που τους έκανε ακριβοπληρωμένους τεμπελχανάδες στης βουλής τα έδρανα, αλλά στο χειροκρότημα των αρχηγών τους πρώτοι. Γιατί δοσίλογοι μπορεί να γίνανε, μ@λ@κες, όμως, να χάσουν τα μισθά τους και τα ωραία τους δεν γίνονται.
Η φρουρά, το λοιπόν, καρντάσια μου, δε βρισκότανε. Ρε πήρανε τηλέφωνο τη Νικολούλη, πήρανε τις μυστικές υπηρεσίες των Εβραίων και των Τούρκων- στη δικιά μας την ΕΥΠ ούτε που να το κουβεντιάζουμε, καμιά εμπιστοσύνη γιατί ο αρχηγός της ήταν δικός τους και τον ξέρανε-, η φρουρά άφαντη. Σαν τον Τσίπρα στην «ώρα του πρωθυπουργού». Αυτός τα ‘ξυνε από την εποχή που ήταν μαθητής με τις καταλήψεις, μετά λόγω κεκτημένης ταχύτητας το συνέχισε σαν φοιτητής και τώρα σαν πρωθυπουργός. Οι αστυνομικοί, με όλες αυτές τις περικοπές μισθού που τους κάνουν γιατί να μην κάνουν το «τρία πουλάκια κάθονται και πλέκουνε γιλέκο»; Ο μπαρμπα-Μάκης- Γεράσιμο τον είπε ο νουνός, αλλά αυτός σαν μεγάλωσε και έγινε αριστερός άθεος το έκανε Μάκης- ο Μπαλαούρας, το λοιπόν, καρντάσια, έδειχνε την έξοδο και φώναζε: «έξω- έξω, έξω ο Κασιδιάρης, γιατί μολύνει τη βουλή».
Ναι, αδέρφια, έτσι ακριβώς το είπε: ο Λιάκος μολύνει τη βουλή! Το κυ(οι)νοβούλιο δεν το είχε μολύνει ο Θόδωρας, ο Βαγγέλας, ο Αντρέας, ο Μπουμπούκος, ο Γιωργάκης, ο Αντωνάκης, η κυρά Τασία με την καλπάζουσα φαντασία που φαντάστηκε τους εισβολείς μετανάστες σαν φίλους της που λιάζονταν στις πλατείες, η Σία η αφανομαλούσα, ο Γιώργος ο εκατομμυριοξεχασιάρης, ο μπαρμπα- Αλέκος και όλοι οι μπουμπουκολαμογιοκλεφτοδολοφόνοι του λαού, ο Λιάκος το μόλυνε. Έλα νινί στον τόπο σου!
Και τι έκανε το ανθρωπάκι; Τη στιγμή που το λάλαγε κι έλεγε να βάλουν το μνημόνιο, αυτοί που το έφεραν, εκεί που ξέρουν, πέρασε μπροστά του σαν μαγκίτης ο Νικόλας ο ψηλολέλεκας με τουπέ είκοσι καρδιναλίων και σαν να είχε καταπιεί το ξίφος του Λάνσελοτ. Τα πήρε, το λοιπόν, ο Λιάκος, «ρε λεβεντομ@λ@κα, μιλάω» του είπε, «τι επισκιάζεις το λόγο μου;» Και ο άντρας ο πολλά βαρύς ο Νεοδημοκράτης, γύρισε να του ζητήσει το λόγο. Που πάς, ρε Καραμήτρο; Ο Λιάκος έριξε σβουριχτές στη Λιάνα, αυτή ντε που ενώ ήταν παιδί της Ν.Δ. θέλησε να δοκιμάσει και την αριστερή μεριά. Και παρίστανε την προλεταριατζού, ρε π@ύστη μου, αυτή που μύριζε από τα δέκα χιλιόμετρα καπιταλισμό! Εδώ, το λοιπόν, έκανε τη γλωσσοδοστρωτήρα να τραγουδήσει «τα δυο σου χέρια, Λιάκο τύραννε, μου δώσαν’ σκαμπίλια και με δείρανε…» και θα κόλωνε στο τζιτζιφιόγκο Νικολάκη;
Κανένα ρεπορτάζ δεν ήταν ξεκάθαρο. Ο Δένδιας έφαγε λίγες ή πολλές σβουριχτές; Οι δημοσιογράφοι κάλυψαν το θέμα, όπως η γάτα τις ακαθαρσίες της στην άμμο. Φωτογραφία ή δημόσια εμφάνιση του μαγκίτη Δένδια πουθενά. Να δούμε, ρε αδερφέ, αν ήταν ανέπαφος ή είχε βουλωμένο το μάτι σαν πειρατής. Άκρα του τάφου σιωπή….
Μα είδαμε σκηνές απείρου κάλλους στο διάδρομο της βουλής, να βγαίνει ο Λιάκος μαινόμενος, αφού πήρε την κόκκινη κάρτα της αποβολής, και να λέει: «Μόλις πήδησα μια αδελφή και με αποβάλανε». «Πήδησα», βέβαια, δεν είπε, χρησιμοποίησε την ορίτζιναλ λέξη, κι όχι την ιμιτασιόν, που χρησιμοποίησα εγώ, ρε καρντάσια, γιατί έχω αρχές. Κυκλάμινα, κατηχητικό και παπαδάκι στην εκκλησία με στείλανε οι γέροι μου, σαν ήμουνα πιτσιρικάς, για να γίνω ηθικός άνθρωπος. Και κάθε φορά που έλεγα μια κακιά λέξη, να το πιπέρι στο στόμα η μακαρίτισσα η μάνα μου.
Ναι, ρε, ο γαμίκουλας ο Κασιδιάρης λέει πως τον βατίκωσε τον ψηλέα, άνευ σιέλου και λιπαντικού. Λιάκο μου, να σου φέρω και τη γίδα μας, την Κανέλω, να την βατικώσεις, λεβέντη μου, για να γεννήσει κατσικάκια ράτσας!
Αυτά τα ωραία και σημαντικά, αδέρφια μου, γίνηκαν στη βουλή, πριν λίγες μέρες. Κάποιοι εξυπνάκηδες είπαν πως το επεισόδιο ήταν σικέ, προκατασκευασμένο, για να μην πάρουμε χαμπάρι τα ψιλά γράμματα του 4ου μνημόνιου και να αποκλείσουν τους Χρυσαυγίτες από τη ψηφοφορία. Εγώ, ο καημενούλης Αγησίλαος, που βλέπω τη συνταξούλα μου να μικραίνει όπως το ελεεινό πουλί μου- που εξαφανίστηκε λόγω γήρατος- έχω άδικο να λέω ότι την βουλή από ναό της δημοκρατίας την καταντήσανε μπ@υρδέλο; Και να θέλω να βρω λάθος στην εκτίμησή μου, έρχεται ο Κασιδιάρης με τον Δένδια, που σε περίοδο έντονης κρίσης κάνουν τα κοκοράκια, να μου το επιβεβαιώσουν. Και η φράση του Λιάκου «μόλις τώρα γ…σα μια αδελφή» να βάλει τη σφραγίδα της…

Σάββατο, 22 Απριλίου 2017

Ελεείστε μας φτωχοί να μη σας μοιάσουμε

“Ούτις”
Τρίτη μέρα μετά την Ανάσταση. Μόλις είχα φάει, καρντάσια μου, και βγήκα στη βεράντα να πιω μια green cola- την ελληνική coca cola, με στέβια παρακαλώ, για λίγες θερμίδες- γιατί παράφαγα από το πασχαλινό αρνί. Αυτό δεν ήταν απλό έδεσμα. Αμβροσία ήταν! Πέντε ώρες το έψηνα την Κυριακή. Μπορεί να έζεχνα ένα ενδιάμεσο άρωμα μεταξύ καρβουνίλας και τσικνίλας, αλλά το έκανα λουκούμι! Αφού, το λοιπόν, περιδρόμιασα το αρνάκι και την έκανα ταράτσα, για να κάνω «κράτει» στις ρημάδες τις θερμίδες, το ‘ριξα στην green cola. Και πάνω που ήμουν έτοιμος να ρίξω το πρώτο ρέψιμο, τσουουουπππ, προβάλει η Αγλαΐα, το γυναικάκι μου, από την κουζίνα. Είχε και τα μπικουτιά στα μαλλιά- γιατί το απόγευμα θα πηγαίναμε επίσκεψη στον κουμπάρο τον Βρασίδα, και ήταν σκέτη Γεωργία Βασιλειάδου. «Αγησίλαε», μου λέει, «αυτή η συγκυβέρνηση έχει μαζέψει όλα τα ζαβά. Κάνουν αγώνα ποιος θα πει την μεγαλύτερη μ@λ@κία».
«Κορίτσι μου» της λέω- πότε, πότε λέμε και κανένα ψέμα για να ανεβάζουμε το ηθικό στις γυναίκες, γιατί η Αγλαΐτσα ήταν ετών εξηνταδυό, είχε και την ομορφάδα της Βασιλειάδου- «δεν μας έχεις συνηθίσει να λες κακά λόγια. Για να χρησιμοποιήσεις αυτή την κακιά λέξη, τη μ@λ@κία, θα έχεις πολύ εκνευριστεί».
«Μα είναι να μη τζοχαδιάζεσαι με τις π....ς που λέει το ξαδερφάκι του Πανούλη, ο Δημήτρης Καμμένος;» Εδώ, ομολογώ, με κατέλαβε εξαπίνης- είδαtε, ρε, πως το κατέχω το ελληνικό- το στεφάνι μου. Δεν το γνώριζα το θέμα.
«Τι έγινε, ρε μαναράκι μου;» τη ρώτησα- δεύτερο κομπλιμέντο σε χρόνο ντε τε (dt).
«Ο π...ξ είπε να κόψουν εκατό ευρώ από τη σύνταξη του παππού, που το παίρνει ο εγγονός και πίνει τους φραπέδες παίζοντας τάβλι, και αυτό το κατοστάρι το κράτος θα το δώσει στον εργοδότη για να δώσει δουλειά στο νέο».

Η συνέχεια>>> VagiaBlog…

Έλα αιδοίον στον τόπο σου! Έκανε τέτοια σκέψη ο Μήτσος ο Καμμένος; Για να πει τέτοια κουβέντα, σίγουρα έχει κάψει φλάτζα. Και επειδή ήμουν πολύ περίεργος να μάθω τα λόγια του με ακρίβεια, πήρα το τάμπλετ- το κατέχουμε το άθλημα της τεχνολογίας, να ‘ναι καλά το βαφτιστήρι μου, τρεις μέρες έφαγε για να μου το μάθει το ρημάδι- οπότε, νααααα το δάχτυλο πάνω στην οθόνη, και άρχισε να προβάλει η ειδησάρα! Η έτσι μου, η Αγλαΐα, ντε, είχε δίκιο. Έτσι ακριβώς τα είπε ο μινάρας. Και να, ρε καρντάσια, τι παπαριά είπε:
«Όταν κόψω τη φορολογία από το 29% στο 26% δεν έχει άμεσο αντίκτυπο σε αυτόν που στο ΑΤΜ θα πάρει 40 ή 20 ευρώ λιγότερα το μήνα. Έχει όμως, διότι τα παιδιά του παππού ή οποιουδήποτε τη σύνταξη την κόβω, εάν καταφέρουμε και εξηγήσουμε στον κόσμο ότι από το να έχει τη σύνταξη ο παππούς και να του παίρνει ένα 100αρικο το μήνα ο εγγονός, να πίνει φραπέ και να παίζει τάβλι, προτιμώ να του πάρω εγώ σαν κράτος, εφόσον είμαι σοβαρό, το 100αρικο και να το κάνω εργοδοτική εισφορά, να πάω να βρω δουλειά στο παιδί για να μην πίνει φραπέ».
Απορώ, ρε π@ύστη μου, πώς με τέτοια φλασιά δεν λιποθύμησε για τρεις μέρες, όπως έκανε ο Ραν Ταν Πλαν στο Λούκυ Λουκ. Γιατί όταν κάνεις εγκεφαλική εκκένωση τέτοιου μεγέθους ξεμένεις από μπαταρία! Και ένιωσα, ρε π@ύστη μου, υπερήφανος που ο Μήτσος, το σοβαρό κράτος, ντε, μεριμνά για τα παιδιά μας. Γιατί όλα αυτά τα χρόνια έχω πειστεί για τη σοβαρότητα του κράτους και πολύ περισσότερο για την εντιμότητα και τη σοβαρότητα του πολιτικού κόσμου. Κι αν, ρε καρντάσια, λέω ψέματα, να πέσει αστροπελέκι στη βουλή και να μη μείνει ρουθούνι!
Σαν άνθρωπος, που στροφάρει το κουζουλό του το νιονιό, σκέφτομαι πως η Αγλαΐτσα μου έχει απόλυτο δίκιο. Τα δύο κόμματα, που μας κυβερνούν, έχουν μαζέψει όλα τα ζαβά, κι άλλα τα έχουν στην κυβέρνηση, άλλα βουλευτές, κι άλλα σε επιτελικές θέσεις συμβούλων. Και να ‘ναι καλά οι άνθρωποι, γιατί όλα τα ευτράπελα, που κάνουν από ατζαμοσύνη για να μας πάνε ντουγρού για το γκρεμό, τα συνοδεύουν και με δηλώσεις, που αν υπήρχε βιβλίο παρόμοιο με αυτό του Γκίνες, αλλά να συγκέντρωνε τις μ@λ@κίες και τις ηλιθιότητες, θα είχαμε πάρει παγκόσμια το χρυσό μετάλλιο! Τι να πρωτοθυμηθείς: τους μετανάστες που λιάζονται στις πλατείες της κυρά Τασίας; τα γεμιστά της καρακαηδόνας Φωτίου; τη διαρροή στο υδρευτικό δίκτυο και την απαλλαγή από την κατανάλωση νερού στην πισίνα του παππού Φλαμπουράρη; τη δικολαβίστικη συγκάλυψη του αρχιλαμόγιου Νίκα από τον Σταθάκη; τις απόψεις του Μπαλαούρα για το Άγιο Φως; το ψευτοθαύμα της Βάκη; τις εβδομαδιαίες ασυναρτησίες του γιδοβοσκού Πολάκη; Και ήρθε τώρα ο Μήτρος, ο Καμμένος, βρε, να κάνει τον μέγα συνειρμό σκέψης! Κόβουμε το κατοστάρικο από τον συνταξιούχο, για μην του τα τρώει το κακομαθημένο εγγόνι σε φραπεδιές και τάβλια- πάνω που πήγε να βγει από το στόμα του ο ευγενικός χαρακτηρισμός «κ@λόπαιδο», θυμήθηκε την ευγενική του μόρφωση στο Αμερικάνικο Κολλέγιο- και το τρώμε εμείς, το σοβαρό κράτος! Κανένας από το σοβαρό κράτος δεν καταδέχτηκε να μας εξηγήσει που πάνε όλες αυτές οι περικοπές των μισθών και των συντάξεων, οι κρατήσεις υπέρ ταμείου αλληλεγγύης, οι υπέρμετροι φόροι. Γιατί, αδερφέ μου, όλες αυτές οι θυσίες του λαού μας δεν έκλεισαν καμιά τρύπα. Αντίθετα, πάμε από το κακό στο χειρότερο. Όμως οι Κοκκαλέοι, οι Μπομπολέοι, οι Σαλέοι, οι Βαρδινογιάννηδες, οι Λάτσηδες και τα λοιπά κοράκια, ακόμα τρώνε. Οι πολιτικοί ακόμα κλέβουν. Κι ούτε ένα έργο ανάπτυξης δεν έχουμε δει. Κι αν μια επιχείρηση ανοίγει, εκατό κλείνουν.
Καλό το παραμύθι, που μας πούλησε ο Μήτσος ο Καμμένος, αλλά η πείνα και η αγωνία δεν μας αφήνουν να κοιμηθούμε. Και το σοβαρό κράτος του να πάει στο Βελζεβούλη, γιατί είναι ένα τσίρκο με αδέξιους ακροβάτες γ΄ κατηγορίας και πολλούς κλόουν. Οι αχόρταγοι του πολιτικοοικονομικού μαφιόζικου συστήματος να φάνε την κουτσουρεμένη σύνταξη του παππού θέλουν. Κανένα σχέδιο να ξεφύγουμε από την οικονομική κρίση δεν έχουν. Γιατί την οικονομική κρίση την προκάλεσαν οι ίδιοι και δεν θέλουν να ξεφύγουμε από τις Συμπληγάδες πέτρες. Το σχέδιό τους είναι να συνθλιβούμε! Οι συνταξιούχοι τους είναι βάρος. Γι’ αυτό τους κόβουν την σύνταξη, κατάργησαν το αφορολόγητο, κόβουν τα φάρμακα και την νοσοκομειακή περίθαλψη. Όσο πιο γρήγορα φύγουμε από αυτή την κόλαση, που δημιούργησαν, τόσο το καλύτερο γι’ αυτούς. Και η δήθεν μέριμνα για τον τεμπέλη νέο να βρει δουλειά, παραμύθι της Χαλιμάς. Να τον διώξουν μετανάστη στην ξενιτιά σκοπεύουν για να φέρουν κι άλλους λαθρομετανάστες. Εκεί είναι το εύκολο χρήμα! Όσον αφορά για τη ρετσινιά πως φαγώθηκε ένα δισεκατομμύριο από τις ΜΚΟ για τους λαθρομετανάστες εισβολείς, ε και τι έγινε. Έχει ανάγκη το μουτζουρωμένο τηγάνι; Κανένας πολιτικός κλέφτης, κανένας απατεώνας δεν βρέθηκε στη φυλακή. Στην Ελβετία για να φάει τα κλεμμένα βρέθηκε- σαν τον Γιάννο τον Παπαντωνίου- στη φυλακή ποτέ, γιατί το ίδιο το σάπιο σύστημα τον προστατεύει. Όλοι της πολιτικής απατεωνιάς είναι σαν τα συγκοινωνούντα δοχεία. Υπόγεια διασύνδεση, γεμάτη σκ@τ@ και βούρκο! Οι σύγχρονοι Εφιάλτες, οι δωσίλογοι του 21ου αιώνα, ουσιαστικά μας λένε: «Βοηθείστε μας φτωχοί και πένητες να μη σας μοιάσουμε»…
Ρε Μήτσο, ποιος σου έδωσε το δικαίωμα να γίνεις διαχειριστής της κατακρεουργημένης σύνταξης του παππού; Αντί να δείξετε ευγνωμοσύνη, που σας πήρε από την αφάνεια και παρ’ όλη την ασχετοσύνη σας έκανε βουλευτές, πιστεύοντας στα παραμύθια των αρχηγών σας, εσείς, οι χωρίς παιδεία και ήθος, θέλετε να τον στείλετε στο τάφο. Αλλά έπρεπε να είχες κι εσύ έναν πατέρα, σαν τον παππού που έβαλες στον στόχο, να ήταν ο γιος σου στη θέση του άνεργου νέου, που κατηγορείς, για να δούμε αν θα τολμούσες να πεις τέτοια κουβέντα. Ο παππούς και ο εγγονός του, που πυροβολείς, σας ψήφησαν για να σκίσετε τα μνημόνια, κι όχι να υπογράψετε άλλα δύο. Αλλά όσα κι αν πούμε σε ντουβάρια, χαμένα θα πάνε. Για τα αργύρια της προδοσίας πουλήσατε την ψυχή σας στον “εξαποδώ”.
Για την αλαζονεία και την αμετροέπειά σου, το μόνο που έχουμε να σου πούμε, είναι αυτό που είπε προ ημερών ο αρχηγός σου ο Πανούλης στον Τούρκο χειριστή ραντάρ: «Ρε, άι σιχτίρ….»