Δευτέρα, 9 Οκτωβρίου 2017

Γιγαντομαχία

[[ δαμ-ων ]]

Ενώ ο Ησίοδος μας περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια την Τιτανομαχία- ποιοι ήταν οι αντίμαχοι, τις φάσεις του αγώνα και με ποιο τρόπο πολέμησαν- για τη Γιγαντομαχία δεν αναφέρει λέξη. Για τους Γίγαντες αναφέρει μόνο μια εκδοχή του μύθου για τη γέννησή τους. Μας λέει πως όταν ο Κρόνος έκοψε, μετά από προτροπή και με τη βοήθεια της μάνας του Γης, τα αιδοία του πατέρα του Ουρανού, σταλαγματιές από το αίμα του έπεσαν στο σώμα της Γης. Και τότε αυτή, σαν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, γέννησε τις φοβερές Ερινύες, τους τρομαχτικούς Γίγαντες και τις Μελίες Νύμφες:
[[ Ήρθε και έφερε τη νύχτα ο Ουρανός ο μέγας και γύρω απ᾽ τη Γη
απλώθηκε ποθώντας έρωτα και σ᾽ όλα τα μέρη της
τεντώθηκε. Κι ο γιος του απ᾽ την ενέδρα τ᾽ αριστερό του χέρι
άπλωσε και με το δεξιό του άδραξε το πελώριο δρεπάνι,
το μακρύ, το κοφτερό, κι ορμητικά τα αιδοία του πατέρα του
τα θέρισε και πάλι τα ᾽ριξε να πέσουν προς τα πίσω.
Κι εκείνα ανώφελα απ᾽ το χέρι του δεν έφυγαν:
όσες σταγόνες ματωμένες έσταξαν,
όλες τις δέχτηκε η Γη. Κι όταν παρήλθε ο χρόνος
τις Ερινύες γέννησε τις δυνατές και τους μεγάλους Γίγαντες,
που έλαμπαν στα όπλα τους και δόρατα μακρά στα χέρια τους κρατούσαν,
μα και τις Νύμφες που τις λεν Μελίες επάνω στην απέραντη γη. ]] (Ησίοδος, “Θεογονία”, 176-187)

Η συνέχεια >>> VagiaBlog…

Η Γιγαντομαχία, λοιπόν, είναι άγνωστη στον Ησίοδο. Άγνωστη ήταν και στον Όμηρο, γιατί κι αυτός δεν αναφέρει τίποτα. Αναφέρει μονάχα πως οι Γίγαντες ήταν λαός με αυθάδεις κι ασεβείς ανθρώπους:
[[ και πρώτα τον Ναυσίθοον ο σείστης Ποσειδώνας
γέννησε και η Περίβοια, π’ ασύγκριτη στα κάλλη
ήταν του Ευρυμέδοντα νεοτάτη θυγατέρα,
μεγαλοψύχου βασιλιά των προπετών Γιγάντων·
αλλ’ έχασε τον ασεβή λαόν, κι εχάθη κι εκείνος. ]] (Όμηρος, Οδύσσεια, η΄, 56-60)
Από τον Πίνδαρο παίρνουμε την πληροφορία πως η μάχη έγινε στην πεδιάδα της Φλέγρας. Στον Νεμεόνικο αναφέρει πως ο Θηβαίος ήρωας Ηρακλής πήρε μέρος στη Γιγαντομαχία, όπου βοήθησε τους θεούς με τα τόξα του:
[[……………………. Κι όταν
οι θεοί στης Φλέγρας τον κάμπο θα πολεμούν
τους Γίγαντες, τα λαμπρά μαλλιά τους
από τις πυκνές του σαϊτιές θ’ ανακατωθούν
με το χώμα……… ]] (Πίνδαρος, “Νεμεόνικος” Ι, 97- 103)
Ο Απολλόδωρος αναφέρεται στη Γιγαντομαχία και δίνει αρκετές πληροφορίες:
«Γῆ δὲ περὶ Τιτάνων ἀγανακτοῦσα γεννᾷ Γίγαντας ἐξ Οὐρανοῦ, μεγέθει μὲν σωμάτων ἀνυπερβλήτους, δυνάμει δὲ ἀκαταγωνίστους, οἳ φοβεροὶ μὲν ταῖς ὄψεσι κατεφαίνοντο, καθειμένοι βαθεῖαν κόμην ἐκ κεφαλῆς καὶ γενείων, εἶχον δὲ τὰς βάσεις φολίδας δρακόντων. ἐγένοντο δέ, ὡς μέν τινες λέγουσιν, ἐν Φλέγραις, ὡς δὲ ἄλλοι, ἐν Παλλήνῃ. ἠκόντιζον δὲ εἰς οὐρανὸν πέτρας καὶ δρῦς ἡμμένας. διέφερον δὲ πάντων Πορφυρίων τε καὶ Ἀλκυονεύς, ὃς δὴ καὶ ἀθάνατος ἦν ἐν ᾗπερ ἐγεννήθη γῇ μαχόμενος. οὗτος δὲ καὶ τὰς Ἡλίου βόας ἐξ Ἐρυθείας ἤλασε. τοῖς δὲ θεοῖς λόγιον ἦν ὑπὸ θεῶν μὲν μηδένα τῶν Γιγάντων ἀπολέσθαι δύνασθαι, συμμαχοῦντος δὲ θνητοῦ τινος τελευτήσειν. αἰσθομένη δὲ Γῆ τοῦτο ἐζήτει φάρμακον, ἵνα μηδ᾽ ὑπὸ θνητοῦ δυνηθῶσιν ἀπολέσθαι. Ζεὺς δ᾽ ἀπειπὼν φαίνειν Ἠοῖ τε καὶ Σελήνῃ καὶ Ἡλίῳ τὸ μὲν φάρμακον αὐτὸς ἔτεμε φθάσας, Ἡρακλέα δὲ σύμμαχον δι᾽ Ἀθηνᾶς ἐπεκαλέσατο. κἀκεῖνος πρῶτον μὲν ἐτόξευσεν Ἀλκυονέα· πίπτων δὲ ἐπὶ τῆς γῆς μᾶλλον ἀνεθάλπετο· Ἀθηνᾶς δὲ ὑποθεμένης ἔξω τῆς Παλλήνης εἵλκυσεν αὐτόν.
κἀκεῖνος μὲν οὕτως ἐτελεύτα, Πορφυρίων δὲ Ἡρακλεῖ κατὰ τὴν μάχην ἐφώρμησε καὶ Ἥρᾳ. Ζεὺς δὲ αὐτῷ πόθον Ἥρας ἐνέβαλεν, ἥτις καὶ καταρρηγνύντος αὐτοῦ τοὺς πέπλους καὶ βιάζεσθαι θέλοντος βοηθοὺς ἐπεκαλεῖτο· καὶ Διὸς κεραυνώσαντος αὐτὸν Ἡρακλῆς τοξεύσας ἀπέκτεινε. τῶν δὲ λοιπῶν Ἀπόλλων μὲν Ἐφιάλτου τὸν ἀριστερὸν ἐτόξευσεν ὀφθαλμόν, Ἡρακλῆς δὲ τὸν δεξιόν· Εὔρυτον δὲ θύρσῳ Διόνυσος ἔκτεινε, Κλυτίον δὲ δᾳσὶν Ἑκάτη, Μίμαντα δὲ Ἥφαιστος βαλὼν μύδροις. Ἀθηνᾶ δὲ Ἐγκελάδῳ φεύγοντι Σικελίαν ἐπέρριψε τὴν νῆσον, Πάλλαντος δὲ τὴν δορὰν ἐκτεμοῦσα ταύτῃ κατὰ τὴν μάχην τὸ ἴδιον ἐπέσκεπε σῶμα. Πολυβώτης δὲ διὰ τῆς θαλάσσης διωχθεὶς ὑπὸ τοῦ Ποσειδῶνος ἧκεν εἰς Κῶ· Ποσειδῶν δὲ τῆς νήσου μέρος ἀπορρήξας ἐπέρριψεν αὐτῷ, τὸ λεγόμενον Νίσυρον. Ἑρμῆς δὲ τὴν Ἄιδος κυνῆν ἔχων κατὰ τὴν μάχην Ἱππόλυτον ἀπέκτεινεν, Ἄρτεμις δὲ Γρατίωνα, μοῖραι δ᾽ Ἄγριον καὶ Θόωνα χαλκέοις ῥοπάλοις μαχόμεναι τοὺς δὲ ἄλλους κεραυνοῖς Ζεὺς βαλὼν διέφθειρε· πάντας δὲ Ἡρακλῆς ἀπολλυμένους ἐτόξευσεν.» (Απολλόδωρος, “Βιβλιοθήκη” Α΄, 6, 1-2)
(Μετ.: […] η Γη, αγανακτισμένη για την τύχη των Τιτάνων [ο Δίας τους είχε ρίξει στον Τάρταρο], γέννησε από τον Ουρανό τους Γίγαντες, τεράστιους και ανίκητους, φοβερούς στην όψη, με πυκνά, πλούσια και μακριά μαλλιά και γένια και με λέπια φιδιού στα πόδια. Μερικοί λένε ότι γεννήθηκαν στις Φλέγρες, άλλοι πάλι στην Παλλήνη. Αυτοί εξακόντιζαν στον ουρανό πέτρες και φλεγόμενες δρυς. Απ’ όλους τους διέφερε ο Πορφυρίωνας και ο Αλκυονέας, που παρέμενε αθάνατος, όσο πολεμούσε στη γη που γεννήθηκε. Αυτός έδιωξε και τις αγελάδες του Ήλιου από την Ερύθεια. Στους θεούς δόθηκε σαφής χρησμός ότι κανένας τους δεν θα μπορούσε να σκοτώσει τους Γίγαντες, και ότι θα μπορούσαν να τους εξοντώσουν αν κάποιος θνητός συμμαχούσε μαζί τους. Όταν το πληροφορήθηκε η Γη, αναζήτησε ένα βοτάνι, για να μη σταθεί δυνατό να εξολοθρευτούν από κανένα θνητό. Αλλά ο Δίας απαγόρευσε στην Ηώ, στη Σελήνη και στον Ήλιο να φέγγουν και πρόλαβε αυτός και έκοψε το βοτάνι· με τη μεσολάβηση μάλιστα της Αθηνάς εξασφάλισε για σύμμαχο τον Ηρακλή. Και εκείνος σημάδεψε με το τόξο του πρώτα τον Αλκυονέα· αλλά πέφτοντας αυτός στη γη, ξανάβρισκε τις δυνάμεις του· με τη συμβουλή όμως της Αθηνάς ο Ηρακλής τον τράβηξε έξω από την Παλλήνη. 2 Και εκείνος λοιπόν με αυτόν τον τρόπο πέθανε. Ο Πορφυρίωνας πάλι, την ώρα της μάχης με τον Ηρακλή, όρμησε και στην Ήρα. Γιατί ο Δίας του ξύπνησε πόθο ερωτικό για τη θεά, η οποία, καθώς αυτός τις ξέσκιζε τα πέπλα θέλοντας να τη βιάσει, έβαλε τις φωνές καλώντας σε βοήθεια· και καθώς ο Δίας τον κατακεραύνωσε, ο Ηρακλής τον σκότωσε με το τόξο του. Όσο για τους υπόλοιπους, ο Απόλλωνας χτύπησε με τα βέλη του το αριστερό μάτι του Εφιάλτη και ο Ηρακλής το δεξιό· τον Εύρυτο τον σκότωσε ο Διόνυσος με τον θύρσο, τον Κλυτίο η Εκάτη με δαυλούς, τον Μίμαντα ο Ήφαιστος που τον χτύπησε με πυρακτωμένο σίδερο. Η Αθηνά με τη σειρά της, καθώς ο Εγκέλαδος το έσκαγε, έριξε επάνω του το νησί της Σικελίας, ύστερα έγδαρε τον Πάλλαντα και με το δέρμα του προστάτευε το σώμα της την ώρα της μάχης. Ο Πολυβώτης, κυνηγημένος μεσοπέλαγα από τον Ποσειδώνα, φθάνει στην Κω· και ο Ποσειδώνας έκοψε ένα κομμάτι του νησιού, που ονομαζόταν Νίσυρος, και το έριξε επάνω του. Ο Ερμής, φορώντας στην μάχη τη δερμάτινη περικεφαλαία του Άδη, σκότωσε τον Ιππόλυτο, η Άρτεμη τον Γρατίωνα, οι Μοίρες πολεμώντας με χάλκινα ρόπαλα, σκότωσαν τον Άγριο και τον Θόωνα, τους υπόλοιπους τους χτύπησε ο Δίας με κεραυνούς και τους εξόντωσε· και σε όλους εξαπέλυε τα βέλη του ο Ηρακλής και τους αποτελείωνε.)
Η παραπάνω περιγραφή είναι περιληπτική. Στη συνέχεια θα βασιστούμε κυρίως στις πληροφορίες που δίνει ο Αθανάσιος Σταγειρίτης στο έργο του “Ωγυγία”, που έγραψε το 1815, καθώς επίσης και σε άλλες πηγές και θα δώσουμε συνθετικά τις λεπτομέρειες της Γιγαντομαχίας.
Μετά την νίκη του Δία και των υπόλοιπων Κρονείων κατά των Τιτάνων, όταν ο Δίας τους έριξε στα Τάρταρα, αγανάκτησε η Γη με τον χαμό των παιδιών της. Αν και είχε βοηθήσει τον εγγονό της Δία να νικήσει, δεν άντεχε στην ιδέα οι γιοι και οι κόρες της να βρίσκονται καταπλακωμένοι στα μαύρα Τάρταρα. Για να πάρει εκδίκηση, αλλά και για να τιμωρήσει τους Ολύμπιους θεούς, που έπαψαν να την τιμούν, γέννησε τους Γίγαντες. Τους γέννησε στις Φλέγρες της Θράκης. Αυτοί είχαν ανθρώπινη μορφή, ήσαν πανύψηλοι και τερατώδεις και ασυναγώνιστοι στη δύναμη. Είχαν φοβερές όψεις, μαλλιά σκληρά και μακριά, μεγάλα γένια και τα πόδια τους κατέληγαν, κάτω στους μηρούς, σε ουρές δράκοντα. Απ’ όλα το τρομερότερο ήταν ότι έβγαζαν φωτιά από το στόμα και εξέπεμπαν κραυγές αγριότατες και ποικίλες, άλλοτε σαν ταύροι, άλλοτε σαν λιοντάρια, και άλλοτε διαφορετικά. Έτσι μόνο η όψη και η κραυγή τους προξενούσαν μέγιστο τρόμο σε όσους τους έβλεπαν και τους άκουγαν. Αντίθετα με τους Τιτάνες, που ήταν αθάνατοι, οι Γίγαντες ήσαν θνητοί. Απ’ αυτούς, λένε, πως κρατούσε και το γένος των ανθρώπων.
Οι Γίγαντες ήταν πολύ περισσότεροι από τους Τιτάνες, τους Κύκλωπες και τους Εκατόγχειρες. Υπολογίζονται γύρω στους εκατό. Οι κυριότεροι ήσαν οι εξής: Κοίος, Οφίων, Κλύτιος, Άγριος, Αστραίος, Πάλλας,Αλκυονέας, Εφιάλτης, Έμφυτος, Εχίων, Καρύδων Ώτος, Αβσαίος, Άνδης, Άλμωψ, Αιγαίων, Ανώνυμος, Βισάλτης, Οπλάδαμος, Ολύμβρος, Όσταστος, Φέσμις, Πυρίπνοος, Θεοδάμας, Θούριος,Αχέρων, μακρόσιρις, μενεφιάραος,Γρατίων, Θόων, Πορφυρίων, Ιππόλυτος, Μίμας, Όμριμος, Πέλωρος, Δαμάστωρ, Ροίτος, παλληνεύς, Ασκός, Πρόνομος, Κελάδων, Άθως, Εύρυτος, Εγκέλαδος, Αλκυονεύς. Μερικά απ’ αυτά τα ονόματα συγχέονται με αυτά των Τιτάνων. Απ’ αυτούς ο Πορφυρίων ήταν ο πιο αντριωμένος και ο αγριότερος όλων. Ο Αλκυονέας ήταν ο πρώτος και υπήρξε αθάνατος όσο βρισκόταν πάνω στη γη του. Όλοι τους ήσαν άτρωτοι από τους θεούς και μόνον οι άνθρωποι μπορούσαν να τους σκοτώσουν. Στην αρχή συχνά τους επισκέπτονταν οι θεοί και έπαιρναν μέρος στα συμπόσιά τους. Αυτό γινόταν στις γιορτές όταν οι Γίγαντες πρόσφεραν εκατόμβες. Ακόμα και στο δρόμο, όταν τους συναντούσαν οι θεοί, πήγαιναν μαζί τους. Η δύναμη των Γιγάντων ήταν αφάνταστη. Μπορούσαν να ξεκολλούν με ευκολία βράχους ολόκληρους και να τους εκσφενδονίζουν μακριά.
Υπάρχει η παραλλαγή του μύθου που λέει πως η Γη γέννησε στου Γίγαντες σμίγοντας με το Τάρταρο. Πάντως επικρατέστερη είναι η παράδοση που αναφέρει πως οι Γίγαντες γεννήθηκαν από το αίμα του Ουρανού, που έσταξε πάνω στο σώμα της Γης, σαν του έκοψε τα αιδοία ο γιος του ο Κρόνος με χαλύβδινο δρεπάνι, όπως αναφέραμε παραπάνω, σύμφωνα με τη “Θεογονία” του Ησίοδου. Πάντως, όλες οι παραλλαγές αναφέρουν σαν μάνα τους τη Γη. Αυτοί, λοιπόν, προετοίμασαν πόλεμο κατά του Δία, με την παρακίνηση της Γης, για να εκδικηθεί τον χαμό των Τιτάνων, ή με δική τους πρωτοβουλία για να κυριαρχήσουν στον κόσμο, ξέροντας την μεγάλη δύναμή τους. Έβαλαν όρη, το ένα πάνω στ’ άλλο, για ν’ ανέβουν στον ουρανό. Το πεδίο του πολέμου ήταν η πεδιάδα των Φλεγρών, που μετονομάστηκε αργότερα Παλλήνη, από την Παλλήνη την κόρη του Τυφώνα. Οι Φλέγρες βρίσκονταν στην χερσόνησο της Κασσάνδρας. Κάποιοι αναφέρουν ότι ο πόλεμος συνέβη στην Καμπανία της Ιταλίας, κοντά στην πόλη Κύμη, επειδή και εκεί ονομαζόταν η τοποθεσία πεδίο Φλέγραιο. Όμως, εκεί πραγματοποίησε ο Ηρακλής άλλον πόλεμο αργότερα με τους υπόλοιπους Γίγαντες. Ονομάστηκε ο τόπος της μάχης Φλέγραιος και στην Κασσάνδρα και στην Ιταλία, επειδή ο Δίας έριξε πολλούς κεραυνούς και κάηκε ο τόπος από την πολλή φωτιά. Γι’ αυτό ανάβλυσαν θερμά νερά.
Κάποιοι υποστηρίζουν ότι ο πόλεμος έγινε στην Ταρτησό της Ισπανίας και κάποιοι άλλοι στη Συρία. Όμως αυτοί ήσαν άλλοι πόλεμοι., που έγιναν αργότερα. Σίγουρα πραγματοποιήθηκαν πολλές μάχες αυτού του πολέμου σε πολλά μέρη όταν υποχώρησαν οι Γίγαντες.
‘Όταν οι άγριοι Γίγαντες ετοιμάστηκαν σε όλα, άρχισαν έναν άγριο πόλεμο, που ονομάστηκε Γιγαντομαχία. Χωρίς να το περιμένουν οι θεοί, μιας και είχαν καλές σχέσεις πρώτα με τους γιους της γιαγιάς τους Γης, δέχτηκαν ξαφνική επίθεση με βροχή από βράχους κι αναμμένους δαυλούς. Έκραζαν κι αλάλαζαν άγρια οι Γίγαντες και έριχναν σαν ακόντια ολόκληρα δένδρα πυρακτωμένα προς τον ουρανό. Και βράχους τόσο μεγάλους, ώστε όσοι έπεσαν στη θάλασσα έγιναν νησιά, και όσοι έπεσαν στη γη έγιναν ψηλά όρη. Έτσι σχηματίστηκαν τα μεγάλα όρη και τα νησιά της θάλασσας. Στη συνέχεια άρπαζαν αυτά τα όρη και τα έριχναν εναντίον των θεών. Όλα πάνω στη γη αναστατώθηκαν, νησιά βούλιαζαν, στεριές γκρεμίζονταν στη θάλασσα, ποτάμια χάνονταν σε χάσματα ή άλλαζαν πορεία, κάνοντας κατάξερα τα μέρη όπου περνούσαν άλλοτε. Το Αιγαίο έγινε μια απέραντη κόλαση φωτιάς, η Θεσσαλία τρανταζόταν συνθέμελα, κι όλα τα βουνά έτρεμαν σαν φύλλα από δέντρα. Τραντάζονταν η Οίτη, η Όθρυς, το Πήλιο, η Πίνδος, η Όσα, ο Όλυμπος, το Παγγαίο, ο Άθως, η Ροδόπη.
Όπως στην Τιτανομαχία, πάλι οι θεοί ζώστηκαν τα όπλα τους. Αρχηγός στο θεϊκό στρατόπεδο ήταν ο Δίας, οπλισμένος όχι μόνο με την αστραπή, τη βροντή και τον κεραυνό, όπως στην Τιτανομαχία, αλλά και με την αιγίδα, το δέρμα κατσίκας που είχε πάνω το κεφάλι της Γοργόνας. Η τρομερή μορφή της έσπερνε τον πανικό ή απολίθωνε όποιον την αντίκριζε.
Στο πλάι του, πρώτη και καλύτερη σύμμαχος η κόρη του η Αθηνά, η θεά των μαχών, που μόλις είχε γεννηθεί πάνοπλη από το κεφάλι του. Πάνω στο άρμα της, πάντα στο δεξιό του πατέρα της, φορώντας την πανοπλία της και με το γοργόνειο στο στήθος πολέμησε καλύτερα και από άντρας. Γι’ αυτό ο Δίας ονομάστηκε “γιγαντοφόνης” και “γιγαντολέτωρ” και η Αθηνά προσονομάστηκε “γιγαντολέτειρα”, δηλαδή αυτοί που σκότωσαν τους Γίγαντες.
Παραστάτες του Δία ήταν η φοβερή η Στύγα και η κόρη της η Νίκη. Πρωτοπαλίκαρά του ήταν ο Ποσειδώνας με την τρίαινα, ο Απόλλωνας με το τόξο και τα βέλη του και ο Ήφαιστος με τον άκμονα, τις πυράγρες και τους μύδρους του. Σε κάποια στιγμή, που είδε ο κουτσοπόδαρος θεός κουρασμένο τον Ήλιο, τον πήρε πάνω στο δικό του άρμα. Μαζί κι ο Άρης με όλα του τα όπλα, ο Ερμής με το κηρύκειο. Μα και οι θεές δεν έκαναν πίσω. Πρόσφεραν με κάθε τρόπο τη βοήθειά τους. Η Ήρα, η Αφροδίτη, η Άρτεμη, η Εκάτη και οι Μοίρες πολέμησαν ισάξια με τους άντρες. Μόνο η Δήμητρα δε συμμετείχε στον αγώνα αυτόν γιατί είχε ιδιαίτερη συγγένεια με τη Γη, που προστάτευε τους καρπούς της, οι οποίοι φύτρωναν στο ιερό της χώμα.

Τρίτη, 26 Σεπτεμβρίου 2017

Τιτανομαχία


[[ δαμ- ων ]]

Γ΄. Τιτανομαχία- κυριαρχία του Δία
Τα παιδιά του Κρόνου δεν συγχώρεσαν στον πατέρα τους την κατάποσή τους. Γι’ αυτό συντάχθηκαν εναντίον του. Μια πολύχρονη μάχη έμελλε να ξεσπάσει, που έμεινε στη μνήμη της ανθρωπότητας σαν Τιτανομαχία! Αν και νικήθηκε ο Κρόνος από τον Δία, ο γιος της Ρέας δεν έγινε αμέσως κύριος του Ολύμπου. Πριν να γίνει ο βασιλιάς του κόσμου, έπρεπε να υπερπηδήσει πολλές τρομερές δυσκολίες. Να πολεμήσει σκληρά. Γιατί χρειάστηκε να αντιμετωπίσει την επίθεση των παλαιών θεοτήτων, που δεν ανέχονταν να στερηθούν την εξουσία. Παλαιοί και νέοι θεοί, αρσενικοί και θηλυκοί πήραν μέρος σ’ αυτό τον πόλεμο, που διήρκεσε δέκα ολόκληρα χρόνια. Αντίπαλοι ήσαν τα παιδιά του Κρόνου, δηλαδή ο Δίας με τους αδελφούς και τις αδελφές του και ο Κρόνος με τ’ αδέλφια του τους Τιτάνες. Ο Ωκεανός κράτησε ουδέτερη στάση. Κάποιοι λένε πως υποστήριξε τον Δία. Η φοβερή, όμως, Ωκεανίδα, η Στύγα, μαζί με τα παιδιά της συμπαρατάχθηκε με τα παιδιά του Κρόνου.
Για την Στύγα ο Βοιωτός ποιητής γράφει:
[[ Και η Στύγα, του Ωκεανού η κόρη, έσμιξε με τον Πάλλαντα
και γέννησε μες στο σπίτι της το Ζήλο και τη Νίκη που ωραίους αστραγάλους έχει,
το Κράτος και τη Βία, παιδιά περίφημα.
Σπίτι γι’ αυτούς μακριά απ’ το Δία δεν υπάρχει, ούτε κάθισμα,
ούτε και δρόμος που ο θεός να μην τους οδηγεί,
μα κάθονται πάντα πλάι στο Δία το βαρύβροντο.

Η συνέχεια >>> VagiaBlog…

Αφού έτσι αποφάσισε η Στύγα, η άφθαρτη Ωκεανίδα,
τη μέρα εκείνη που ο Ολύμπιος αστραπορίχτης
όλους τους αθανάτους κάλεσε στον υψηλό τον Όλυμπο.
Κι είπε πως όποιος από τους θεούς μαζί του τους Τιτάνες θα πολέμαγε,
αυτός δε θα ‘χανε τα προνόμιά του, πως ο καθένας θα ‘χει τις τιμές
που ‘χε και πριν μες τους αθάνατους θεούς.
Εκείνον πάλι που χωρίς τιμή, χωρίς προνόμια, απ’ τον Κρόνο ήταν,
είπε πως θα του έδινε μερίδιο στις τιμές και τα προνόμια καθώς του αρμόζει.
Και πρώτη η Στύγα η άφθαρτη ανέβηκε στον Όλυμπο
μαζί με τα παιδιά της, με του πατέρα της τη συμβουλή.
Κι αυτήν ο Δίας την τίμησε και δώρα περισσά της έδωσε.
Γιατί την ίδια όρισε να είναι των θεών ο μέγας όρκος
και τα παιδιά της για όλους τους καιρούς συγκάτοικοί του να ‘ναι.
Κι ο Δίας όπως τα υποσχέθηκε, έτσι και σ’ όλους ακριβώς τα εκπλήρωσε
πέρα ως πέρα. Κι ο ίδιος μέγας είναι κυρίαρχος και βασιλιάς. ]] (Ησίοδος, “Θεογονία”, 383- 403)
Ακόμη μερικοί αναφέρουν πως και ο Προμηθέας, ο γιος του τιτάνα Ιαπετού, συμπαρατάχθηκε με τον Δία και έδρασε σαν πρωτοπαλίκαρό του, ή ακόμη και σαν σύμβουλός του γιατί είχε κοφτερό μυαλό. Αμφίρροπος, όμως, ο αγώνας γιατί οι Τιτάνες δεν ήσαν εύκολοι αντίπαλοι. Τα παιδιά του Κρόνου ήταν ταμπουρωμένα στον υπερήφανο Όλυμπο και τα παιδιά του Ουρανού ταμπουρωμένα στην υψηλή την Όθρη. Δέκα χρόνια λυσσαλέες μάχες και κανείς δε χάρηκε τη νίκη. Ο Ησίοδος μας λέει:
[[ Γιατί καιρό πολέμαγαν κι είχανε πόλεμο που θλίβει την ψυχή,
ενάντια μεταξύ τους σε μάχες κρατερές,
οι θεοί Τιτάνες κι όσοι απ᾽ τον Κρόνο γεννηθήκανε,
οι ένδοξοι Τιτάνες από την Όθρη την ψηλή,
κι από τον Όλυμπο οι θεοί, των αγαθών οι χορηγοί,
αυτοί που η Ρέα γέννησε σαν πλάγιασε με τον Κρόνο.
Κι εκείνοι πολέμαγαν μεταξύ τους συνεχώς για δέκα ολόκληρα χρόνια
κι είχανε μάχη που θλίβει την ψυχή.
Της φοβερής της έριδας λύση καμία και τέλος δεν υπήρχε
και για τις δυο πλευρές, και του πολέμου η έκβαση ήταν ισόρροπη. ]] (Ησίοδος, “Θεογονία”, 630- 639)
Τότε η Γη μήνυσε με χρησμό στον Δία πως η νίκη θα κλίνει στη μεριά εκείνου που θα ελευθερώσει τους φυλακισμένους θεούς στα Τάρταρα. Ο Κρονίδης αμέσως κατάλαβε πως ήταν ανάγκη να λύσει τις αλυσίδες των Κυκλώπων, του Βρόντη, του Στερόπη και του Άργη. Αυτούς τους φρουρούσε ένα τερατώδες όν, η Κάμπη. Ο Δίας σκότωσε το τέρας και ξανάφερε στο φως τους τρεις Κύκλωπες. Αυτοί, δείχνοντας την ευγνωμοσύνη για τη λύτρωσή τους, για να τον ευχαριστήσουν του χάρισαν τη βροντή, τον αστραπή και τον κεραυνό, τα τρομερά όπλα που είχε στη συνέχεια ο μετέπειτα βασιλιάς θεών κι ανθρώπων. Ακόμη, στον Ποσειδώνα χάρισαν την τρίαινα και στον Πλούτωνα την “κυνέην”, η οποία ήταν ένας σκούφος από σκυλοτόμαρο, που τον έκανε αόρατο. Με τη συμμετοχή των Κυκλώπων στις τάξεις των μαχητών του Δία, οι φίλοι του πήραν περισσό θάρρος.
Ο Απολλόδωρος μας γράφει: μαχομένων δὲ αὐτῶν ἐνιαυτοὺς δέκα ἡ Γῆ τῷ Διὶ ἔχρησε τὴν νίκην, τοὺς καταταρταρωθέντας ἂν ἔχῃ συμμάχους· ὁ δὲ τὴν φρουροῦσαν αὐτῶν τὰ δεσμὰ Κάμπην ἀποκτείνας ἔλυσε. καὶ Κύκλωπες τότε Διὶ μὲν διδόασι βροντὴν καὶ ἀστραπὴν καὶ κεραυνόν, Πλούτωνι δὲ κυνέην, Ποσειδῶνι δὲ τρίαιναν· οἱ δὲ τούτοις ὁπλισθέντες κρατοῦσι Τιτάνων, καὶ καθείρξαντες αὐτοὺς ἐν τῷ Ταρτάρῳ τοὺς ἑκατόγχειρας κατέστησαν φύλακας. (Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη Α΄, ΙΙ, 1-2)
(Μετ.: Μετά από πόλεμο που κράτησε δέκα χρόνια η Γη έδωσε στον Δία χρησμό ότι θα νικήσει, αν έχει για συμμάχους του τους ριγμένους στα Τάρταρα. Αυτός τότε τους ελευθέρωσε, σκοτώνοντας την Κάμπη, που τους φρουρούσε στη φυλακή τους. Οι Κύκλωπες τότε δίνουν στον Δία τη βροντή, την αστραπή και τον κεραυνό, στον Πλούτωνα μια περικεφαλαία και στον Ποσειδώνα την τρίαινα. Αυτοί με τούτα τα όπλα νικούν τους Τιτάνες και φυλακίζοντάς τους στα Τάρταρα έβαλαν φρουρούς τους Εκατόγχειρες.)
Ο Ησίοδος αναφέρει τα ακόλουθα για την συμπαράταξη των Κυκλώπων:
[[ Και τα αδέλφια του πατέρα του τα έλυσε απ’ τα ολέθρια δεσμά τους,
τους γιους του Ουρανού, που ο πατέρας του τους έδεσε από την αφροσύνη του.
Κι εκείνοι του αναγνώρισαν τη χάρη της ευεργεσίας του
και του ‘δωσαν τη βροντή, τον κεραυνό που καίει
και την αστραπή. Πριν η πελώρια Γη τα έκρυβε.
Σ’ αυτά στηρίζεται και κυβερνά θνητούς και αθανάτους. ]] (Ησίοδος, “Θεογονία”, 501- 506)
Η νίκη άρχισε να γέρνει προς το μέρος των παιδιών του Κρόνου όταν μαζί τους συμπαρατάχθηκαν οι τρεις Εκατόγχειρες. Όπως έχουμε ήδη αναφέρει ήσαν φοβεροί σε δύναμη. Σαν τους ελευθέρωσε ο Δίας τους πρόσφερε τα θεϊκά εδέσματα, την αμβροσία και το νέκταρ και στη συνέχεια τους ζήτησε την πολύτιμη βοήθειά τους. Και οι Εκατόγχειρες, γνωρίζοντας τη σοφία του Δία, που ήταν θεμέλιο για μια καλύτερη διακυβέρνηση του κόσμου, δεν την αρνήθηκαν. Την στιχομυθία στον Όλυμπο μεταξύ του Δία και του Εκατόγχειρα Κόττου, που μίλησε εξ ονόματος και των άλλων δύο αδελφών του, μας μεταφέρει ο Ησίοδος:
[[ Και το Βριάρεω, τον Κόττο και το Γύγη, απαρχής
μες στην καρδιά του τους μίσησε ο πατέρας τους, τους έδεσε με ισχυρά δεσμά,
γιατί φθονούσε την υπερβολικά ανδρεία τους, το ανάστημα,
τον όγκο τους. Και κάτω από τη γη τούς εγκατέστησε με τους πλατιούς τους δρόμους.
Εκεί μένανε αυτοί κάτω απ᾽ τη γη υποφέροντας
και κάθονταν στα έσχατα, στα πέρατα της μεγάλης γης
καιρό πολύ θλιμμένοι, κι είχανε πένθος μέγα στην καρδιά τους.
Μα αυτούς ο γιος του Κρόνου και οι αθάνατοι θεοί οι άλλοι,
που γέννησε η Ρέα η καλλίκομη από τον έρωτα του Κρόνου,
και πάλι τους ανέβασαν στο φως με συμβουλές της Γης.
Γιατί αυτή λεπτομερώς τους τα εξέθεσε όλα,
πως δηλαδή μ᾽ αυτούς τη νίκη και τη δόξα τη λαμπρή θα πάρουν.
…………………………….
Μα όταν πια σ᾽ εκείνους ο Δίας πρόσφερε όλα τα απαραίτητα,
νέκταρ και αμβροσία, αυτά που και οι ίδιοι οι θεοί τα τρώνε,
και σ᾽ όλων τα στήθη η καρδιά δυνάμωσε η γενναία,
[σαν φάγανε νέκταρ και ποθητή αμβροσία,]
τότε τους είπε των θεών και των ανθρώπων ο πατέρας:
«Ακούστε με τέκνα λαμπρά της Γης και τ᾽ Ουρανού,
για να σας πω αυτά που μες στα στήθη μου η καρδιά προστάζει.
Γιατί είναι πια καιρός πολύς που ενάντια μεταξύ μας
την κάθε μέρα για τη νίκη και την εξουσία πολεμάμε,
οι θεοί Τιτάνες κι όσοι εμείς από τον Κρόνο γεννηθήκαμε.
Μα εσείς τη μεγάλη δύναμη και τ᾽ απλησίαστα τα χέρια σας
να δείξετε ενάντια στους Τιτάνες μες στην ολέθρια μάχη,
την προσηνή φιλία μας έχοντας στο νου και πόσα αφού υποφέρατε
ήρθατε ξανά στο φως απ᾽ τα ανήλεα δεσμά σας,
από το νεφελώδη ζόφο, με τη δική μας θέληση.»
Έτσι είπε. Κι αμέσως του απάντησε ο άψογος ο Κόττος:
«Θεϊκέ, πράγματα άγνωστα δε μας φανερώνεις. Κι εμείς
οι ίδιοι ξέρουμε ότι πολλή είναι η σοφία, πολύς και ο νους σου,
πως έγινες προστάτης στους αθάνατους από την παγερή τη συμφορά,
και πως με τη δική σου σύνεση από το νεφελώδη ζόφο
και πάλι πίσω ήρθαμε από τ᾽ αμείλικτα δεσμά μας,
βασιλιά, του Κρόνου γιε, καλό ανέλπιστο παθαίνοντας.
Γι᾽ αυτό και τώρα με νου ακλόνητο και πρόθυμη ψυχή
θα προασπίσουμε την εξουσία σου στο φοβερό αγώνα,
με τους Τιτάνες πολεμώντας στις κρατερές τις μάχες.»
Έτσι είπε. Κι επαίνεσαν οι θεοί, των αγαθών οι χορηγοί,
το λόγο σαν ακούσανε. Και η ψυχή τους ακόμη πιο πολύ από πριν
τον πόλεμο ποθούσε. Και μάχη αζήλευτη σηκώσανε όλοι,
αρσενικοί και θηλυκοί θεοί, τη μέρα εκείνη,
οι θεοί Τιτάνες κι όσοι απ᾽ τον Κρόνο γεννηθήκανε,
μα κι όσοι ο Δίας απ᾽ το έρεβος, κάτω απ᾽ τη γη, στο φως τούς έφερε,
δεινοί και κρατεροί, που δύναμη υπερβολική κατείχαν.
Από τους ώμους τους χέρια εκατό σαλεύανε,
σε όλους όμοια, και στον καθένα κεφαλές πενήντα
φυτρώνανε απ᾽ τους ώμους πάνω στα στιβαρά τους μέλη.]] (Ησίοδος, “Θεογονία”, 617- 629 και 640- 673)
Η τελική μάχη ήταν ολέθρια. Ο Δίας χρησιμοποίησε τα φοβερά όπλα, που του χάρισαν οι Κύκλωπες. Από τον Όλυμπο εκσφενδόνιζε τους κεραυνούς του. Με αστραπές και βροντές βούιζε ο απέραντος ο πόντος κι αντηχούσε η γη. Στέναζε ο ουρανός και συνθέμελα σειόταν ο Όλυμπος και τα άλλα τα ψηλά βουνά. Η αντάρα έφτασε μέχρι το νεφελώδη Τάρταρο. Γέμισε ο αέρας άγριους αλαλαγμούς κι οι λάμψεις τύφλωναν τα μάτια. Όλη η γη κι ο ουρανός έβραζαν από τη φωτιά, μαζί κι ο βαθύς ωκεανός. Τότε οι Εκατόγχειρες με τα τριακόσια χέρια που είχαν συνολικά, τριακόσιους θεόρατους βράχους σήκωσαν με ορμή και μεμιάς τους έριξαν και καταπλάκωσαν τους Τιτάνες. Έτσι οι γενναιόψυχοι εχθροί βρέθηκαν στα έγκατα της γης, πλακωμένοι με τεράστιο βάρος.
Ας αφήσουμε, όμως, τον Βοιωτό ποιητή να μας περιγράψει με τους στίχους με κάθε λεπτομέρεια αυτή την φοβερή μάχη:
[[ Και τότε αυτοί ενάντια στους Τιτάνες στάθηκαν μες στην ολέθρια μάχη
και βράχια απόκρημνα στα στιβαρά τα χέρια τους βαστούσαν.
Μα οι Τιτάνες πρόθυμα απ᾽ την άλλη τις φάλαγγές τους δυναμώνανε.
Κι οι δυο πλευρές φανέρωναν της δύναμης και των χεριών τους
κατορθώματα κι ο πόνος ο απέραντος ολόγυρα φοβερά αντηχούσε,
αντιβοούσε δυνατά η γη και στέναζε μαζί κι ο ουρανός ο ευρύς
καθώς σειόταν, κι απ᾽ τα θεμέλια τιναζότανε ο ψηλός ο Όλυμπος
απ᾽ την ορμή των αθανάτων, και των ποδιών η δόνηση ισχυρή
στο νεφελώδη Τάρταρο έφτανε και η βοή η οξεία
από την άφατη την καταδίωξη κι από τις δυνατές ριξιές.
Έτσι ο ένας στον άλλο έριχναν βλήματα που φέρνουν στεναγμούς.
Κι έφτανε και των δυο η φωνή στον έναστρο ουρανό
καθώς φωνάζανε. Και με μεγάλο αλαλαγμό συγκρούστηκαν.
μα γέμισαν τα στήθη του ευθύς με ορμή και όλη του
τη δύναμη φανέρωσε. Κι εξίσου από τον ουρανό κι από τον Όλυμπο
προχώραγε και άστραφτε συνέχεια, και οι κεραυνοί
ευθύς μαζί με τη βροντή και με την αστραπή πετούσαν
από το στιβαρό του χέρι, την ιερή στριφογυρνώντας φλόγα,
απανωτοί. Κι ολόγυρα η ζωοδότρα η γη αντιβούιζε,
καθώς καιγότανε, κι έτριζε δυνατά από γύρω δάσος αμέτρητο.
Έβραζε όλη η γη και του Ωκεανού τα ρείθρα
κι ο πόντος ο ατρύγητος. Θερμή πνοή τους χθόνιους Τιτάνες
κύκλωνε κι άφατη φλόγα στο θεϊκό αιθέρα έφτανε,
και η ακτινοβόλα λάμψη του κεραυνού και της αστραπής
τους τύφλωνε τα μάτια, κι ας ήταν δυνατοί.
Άφατη πύρα το χάος γέμιζε. Φαινότανε σαν να ᾽βλεπαν τα μάτια
και ν᾽ άκουγαν τ᾽ αυτιά ήχο παρόμοιο,
όπως εάν ζυγώνανε η γη κι ο ουρανός ο ευρύς από πάνω.
Γιατί τόσο μεγάλος θα σηκωνόταν γδούπος,
αν έπεφτε σ᾽ ερείπια η γη και γκρεμιζόταν από ψηλά ο ουρανός.
Τόσος γινόταν γδούπος καθώς συγκρούονταν οι θεοί στη μάχη.
Και οι άνεμοι σηκώνανε με θόρυβο μαζί σεισμό, σκόνη,
βροντή, αστραπή, το φλογερό τον κεραυνό,
του μέγα Δία τα βέλη, και φέρνανε κραυγές και ιαχές
καταμεσής στα δύο μέτωπα. Κι ο θόρυβος της φοβερής της μάχης
σηκωνότανε άπλετος και φανερώνονταν της δύναμης τα έργα.
Η μάχη έκλινε. Πριν, όμως, ο ένας στον άλλο αντιστέκονταν
και μάχονταν σταθερά στην κρατερή τη μάχη.
Κι ανάμεσα στους πρώτους δριμεία μάχη σήκωναν
ο Κόττος, ο Βριάρεως κι ο Γύγης, ο ακόρεστος για πόλεμο.
Τριακόσια βράχια εκείνοι από τα στιβαρά τους χέρια
στέλνανε απανωτά και με τα βλήματά τους τους Τιτάνες
κατασκέπασαν. Και τους Τιτάνες στείλανε κάτω από τη γη
με τους πλατιούς τους δρόμους και σε δεσμά σκληρά τους δέσανε,
αφού με τα χέρια τους τους νίκησαν κι ας ήσαν γενναιόψυχοι. ]] (Ησίοδος, “Θεογονία”, 674- 720)
Αφού, λοιπόν, νικήθηκαν οι τρομεροί Tιτάνες, ρίχτηκαν στον Τάρτατο (*4), τόσο βαθιά, όσο απέχει ο ουρανός από τη γη. Λένε πως όταν αφήσεις ένα αμόνι από τον ουρανό θα πέφτει εννιά μέρες και νύχτες και θα φτάσει την δέκατη στη γη. Τον ίδιο χρόνο θα κάνει να πέσει το αμόνι από τη γη στον Τάρτατο. Εκεί στο σκοτεινό και μουχλιασμένο Τάρτατο είναι δεμένοι με βαριά δεσμά. Γύρω- τριγύρω έβαλαν χάλκινο τείχος και γύρω απ’ αυτόν, όπου είναι οι ρίζες της γης και της θάλασσας, τρία στρώματα νύχτας, σαν τριπλός τείχος, περιβάλλει το χάλκινο πρωταρχικό τείχος, που έφτιαξε ο Ποσειδώνας. Εκεί κρατούνται μέχρι σήμερα οι Τιτάνες, εκτός από τον Άτλαντα.
Κάποιοι λένε πως αρχηγός των Τιτάνων ήταν ο Άτλαντας. Έτσι, για να τον τιμωρήσει περισσότερο ο Δίας, τον έβαλε στη δυτική εσχατιά της γης, έξω από τον κήπο των Εσπερίδων- τον κήπο της Ήρας- να κρατά στους ώμους του τον ουρανό, έχοντας τον ήλιο από πάνω του σαν μία πυρακτωμένη πέτρα.
Και πάλι ο Ησίοδος περιγράφει την φυλακή των Τιτάνων:
[[ Και τόσο κάτω απ᾽ τη γη τούς ρίξανε, όσο απέχει από τη γη ο ουρανός.
Γιατί τόση είναι η απόσταση απ᾽ τη γη μέχρι το νεφελώδη Τάρταρο.
Μέρες εννιά και νύχτες αμόνι χάλκινο
από τον ουρανό αν έπεφτε, τη δέκατη στη γη θα έφτανε.
[Κι εξίσου πάλι από τη γη στο νεφελώδη Τάρταρο:]
Νύχτες και πάλι εννιά και μέρες χάλκινο αμόνι
από τη γη αν έπεφτε, τη δέκατη στον Τάρταρο θα έφτανε.
Χάλκινο φράγμα από γύρω τον κυκλώνει. Και γύρω του,
στο λαιμό του, τρίδιπλη νύχτα είναι χυμένη. Κι απάνω
της γης οι ρίζες και της ατρύγητης της θάλασσας φυτρώνουνε.
Εκεί οι θεοί Τιτάνες, κάτω απ᾽ το νεφελώδη ζόφο,
είναι κρυμμένοι μ᾽ απόφαση του Δία που τα σύννεφα μαζεύει,
σε τόπο μουχλιασμένο, στα έσχατα της πελώριας γης.
Έξοδο αποκεί δεν έχουν: χάλκινες θύρες ο Ποσειδώνας
έβαλε από πάνω τους και τείχος κι από τις δυο μεριές τούς ζώνει. ]] (Ησίοδος, “Θεογονία”, 720- 733)
Εκεί στο μαύρο και ζοφερό Τάρταρο, οι Εκατόγχειρες, ταγμένοι φύλακες από τον Δία, επιτηρούν την φυλάκιση των Τιτάνων:
[[ Εκεί μένουν ο Κόττος, ο Γύγης κι ο μεγαλόψυχος Βριάρεως,
φύλακες του Δία πιστοί που την αιγίδα του βαστάει.
Εκεί της ζοφερής της γης, του νεφελώδη Τάρταρου,
του πόντου του ατρύγητου και τ᾽ ουρανού του έναστρου
είναι στη σειρά οι πηγές και τα πέρατα όλων,
πικρά και μουχλιασμένα, που κι θεοί μισούνε.
Χάσμα μεγάλο που και σ᾽ ένα ολόκληρο έτος, αυτό που φέρνει των καρπών τ᾽ ωρίμασμα,
δε θα ᾽φτανες μέχρι τον πυθμένα του —αν πρώτα πέρναγες μέσα από τις πύλες—
μα εδώ κι εκεί θα σε παρέσερνε η μια πάνω στην άλλη η φοβερή η θύελλα.
Είναι φοβερό και για τους αθάνατους θεούς ακόμα. ]] (Ησίοδος, “Θεογονία”, 734- 743)
Μετά την πλήρη επικράτηση των παιδιών του Κρόνου, αναγνωρίστηκε η εξυπνάδα και η ισχύς του Δία και εκλέχτηκε βασιλιάς θεών και θνητών, έχοντας την εποπτεία όσων υπάρχουν πάνω από την επιφάνεια της γης.
Ο Ησίοδος αναφέρει:
[[ Αφού οι μακάριοι θεοί τον πόλεμο τελειώσανε
και με τη βία κέρδισαν απ᾽ τους Τιτάνες τ᾽ αξιώματα,
παρότρυναν, με συμβουλές της Γης, τον Ολύμπιο Δία το μακρύβροντο
να βασιλέψει και να κυβερνήσει τους αθάνατους.
Κι εκείνος τους μοίρασε καλά τα αξιώματα. ]] (Ησίοδος, “Θεογονία”, 881- 885)
Για το μοίρασμα της εξουσίας Απολλόδωρος γράφει: «αὐτοὶ δὲ διακληροῦνται περὶ τῆς ἀρχῆς, καὶ λαγχάνει Ζεὺς μὲν τὴν ἐν οὐρανῷ δυναστείαν, Ποσειδῶν δὲ τὴν ἐν θαλάσσῃ, Πλούτων δὲ τὴν ἐν Ἅιδου.» (Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη Α΄, ΙΙ, 2) (Μετ.: Στη συνέχεια έριξαν κλήρο για την εξουσία και τυχαίνει στον Δία η εξουσία στη γη, στον Ποσειδώνα στη θάλασσα και στον Πλούτωνα στον Άδη.)

Παραλλαγή του μύθου της Τιτανομαχίας:
Η Ήρα, η τελευταία γυναίκα του Δία, ήταν πολύ ζηλιάρα και πολλές φορές εναντιώθηκε στον σύζυγό της. Έτσι, σαν έμαθε πως γεννήθηκε ο Έπαφος- θεός με μεγάλη δύναμη- μετά από εξώγαμη σχέση του άντρα της, κάλεσε τους Τιτάνες να παραμερίσουν τον άστατο Δία από της εξουσία του κόσμου και να επαναφέρουν στον θρόνο του τον Κρόνο. Καθώς αυτοί όρμησαν στον Όλυμπο για να εκθρονίσουν τον Δία, αυτός με τη βοήθεια της Αθηνάς, του Απόλλωνα και της Άρτεμης, τους γκρέμισε στα Τάρταρα.

Σχόλια:
• Τιτάνες και Διόνυσος Ζαγρέας:
Οι Τιτάνες συνδέονται με τον φόνο του Διόνυσου Ζαγρέα (πρώτος Διόνυσος). Ο Ζαγρέας ήταν γιος του Δία, που είχε μεταμορφωθεί σε φίδι, και της κερασφόρου Περσεφόνης, της Κόρης δηλαδή του Δία και της Δήμητρας Ο Ζαγρέας γεννήθηκε έχοντας και ο ίδιος κέρατα, όπως και η μητέρα του και ο Δίας τον όρισε διάδοχό του, δίνοντάς του σκήπτρο, καθώς και τον κεραυνό και τον έλεγχο της βροχής.
Ο πατέρας των θεών και των ανθρώπων εμπιστεύτηκε το βρέφος στον Απόλλωνα και εκείνος για να το κρύψει από τη ζηλόφθονο σύζυγο του Δία, Ήρα, το έδωσε στους Κουρήτες να το αναθρέψουν. Η Ήρα όμως ανακάλυψε το μικρό Ζαγρέα και έστειλε τους Τιτάνες για να τον εξοντώσουν. Αρχικά, προσπάθησαν να τον δελεάσουν δίνοντάς του διάφορα παιχνίδια: ρόμβο, αστράγαλο, χρυσά μήλα, σβούρα. Στο τέλος του έδωσαν ένα καθρέπτη, ο οποίος κέρδισε την προσοχή του μικρού κερασφόρου θεού. Τότε οι Τιτάνες βρήκαν την ευκαιρία και όρμησαν πάνω του να τον σκοτώσουν. Ο Ζαγρέας για να τους ξεφύγει, άρχισε να μεταμορφώνεται διαδοχικά σε έφηβο Δία, Κρόνο, λιοντάρι, τίγρη, άλογο, φίδι με κέρατα και τελικά πήρε τη μορφή του ταύρου. Εκείνη λοιπόν τη στιγμή, οι Τιτάνες κατάφεραν και τον έπιασαν, τον κομμάτιασαν και τον έφαγαν, αφού τον έβρασαν σε ένα καζάνι.
Ο Δίας, οργισμένος, κατακεραύνωσε τους Τιτάνες, ενώ ζήτησε από τον Απόλλωνα να μαζέψει τα λείψανα του Ζαγρέα και να τα θάψει στους Δελφούς. Από τη στάχτη των κεραυνωθέντων Τιτάνων δημιουργήθηκαν οι άνθρωποι. Εξ αυτού φέρουν μέσα τους τη θηριώδη «τιτανική φύση» , αλλά και το θεϊκό στοιχείο εφόσον οι Τιτάνες είχαν φάει το Διόνυσο Ζαγρέα, υιό του Διός. Ο άνθρωπος, γεννημένος από την τέφρα των Τιτάνων είναι ένα κράμα καλού και κακού. Ο Διόνυσος ο Ζαγρέας είναι η ανώτατη αρχή παντός πράγματος , επειδή «συνδύαζε μέσα του την θεϊκή αρχή, και πηγή της ζωής, την οποία είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του Δίας, όσο και την υποχθόνια την οποία είχε κληρονομήσει από την μητέρα του Περσεφόνη, την θεότητα του κάτω κόσμου.
Για την ανάσταση του Ζαγρέα, υπάρχουν διάφορες εκδοχές: μία θέλει την Αθηνά (ή τον Ερμή) να σώζει την καρδιά του Ζαγρέα και να την παραδίδει στο Δία. Εκείνος είτε κατάπιε την καρδιά είτε την εμφύτευσε στην αγαπημένη του Σεμέλη, την κόρη του Κάδμου και της Αρμονίας και πριγκίπισσα της Θήβας, είτε την έστυψε (ή κατ’ άλλους την έτριψε σε σκόνη) και της την έδωσε να την πιει μέσα σε κρασί. Έτσι γεννήθηκε ο Διόνυσος ο Νεώτερος- Διόνυσος Βάκχος.
Άλλη εκδοχή θέλει τη Δήμητρα (ή τη Ρέα) να συγκολλούν τα μέλη του Ζαγρέα και να τον ανασταίνουν ως Διόνυσο. Τέλος, σύμφωνα με μια ακόμα εκδοχή, ο Δίας έβαλε την καρδιά του Ζαγρέα σε ένα γύψινο ομοίωμα του θεού, το οποίο ζωντάνεψε. Με γύψο είχαν βάψει και τα πρόσωπά τους οι Τιτάνες, πριν επιτεθούν στο Ζαγρέα, κάτι που συνέβαινε κατά τη διάρκεια των ορφικών-διονυσιακών μυστηρίων.
Ο Ζαγρέας λοιπόν ήταν ο πρώτος Διόνυσος. Ο Βάκχος, ο γιος της Σεμέλης, ήταν ο δεύτερος, ο κυρίως Διόνυσος. Και τέλος, ο Ίακχος, ο γιος του Δία και της Δήμητρας (ή του Διονύσου και της νύμφης Αύρας), ήταν ο τρίτος Διόνυσος, σημαντική μορφή των ελευσινίων μυστηρίων. Οι τρεις αυτές μορφές του Διονύσου συνιστούν και την τρισυπόστατη φύση του.
Οι Τιτάνες συμβολίζουν τα ανθρώπινα πάθη που δεν αφήνουν την ψυχή να ανέλθει πρός το θεϊκό της λίκνο και την "τελείωση". Διαμέλισαν, λοιπόν, και κατασπάραξαν τον Διόνυσο, αφήνοντας άθικτη μόνο την καρδιά του, την οποία την πήρε η θεά Αθηνά και την παρέδωσε στον πατέρα της Δία. Για ποιό λόγο η Αθηνά σώζει την καρδιά του Διονύσου; H Αθηνά όπως γνωρίζουμε είναι η θεά της νόησης και της σοφίας. Η νόηση και η λογική αποτελεί το σπουδαιότερο θεϊκό δώρο στον άνθρωπο. Αρκεί όμως μόνο αυτό; Όχι, δεν αρκεί. Δίχως μία ‘ανοιχτή’ και ‘δεκτική’ καρδιά, δεν είναι δυνατόν να κατακτήσουμε την σοφία, καθώς για κάθε ένα πρόβλημα που λύνει ο νους δέκα νέα προκύπτουν. Για αυτό τον λόγο, τόσο ο νούς όσο και η καρδιά, αποτελούν τα δύο ιερότερα δώρα προς τον ισορροπημένο άνθρωπο..
Αυτό είναι ένα μυστικό που ο Προμηθέας κράτησε κρυφό από τον άνθρωπο, το έδειξε όμως με τις πράξεις του, την αγάπη του προς αυτόν..Την αγάπη που είναι ο δρόμος της καρδιάς. Η Αθηνά με την πράξη της, απλώς το επιβεβαιώνει...

• Για ορισμένους ερευνητές οι ρίζες του αρχαιοελληνικού πολιτισμού συνδέονται με τις συνέπειες των κλιματικών και γεωλογικών αλλαγών. Γι’ αυτούς, λοιπόν, η ελληνική μυθολογία δεν είναι παρά ένα περίβλημα που κρύβει τους θησαυρούς μιας μυστηριακής θρησκείας όπου οι πρώτοι φιλόσοφοι έκρυψαν τη γνώση τους των μεγάλων νόμων του φυσικού κόσμου. Μεγάλο τμήμα της ελληνικής μυθολογίας ταυτίζεται με την γεωλογική εξέλιξη του Ελλαδικού χώρου, με αποτέλεσμα να έχει και μία φυσικογεωλογική ή γεωμυθολογική διάσταση.
Πολυετής ερευνητική δραστηριότητα έχει δείξει ότι η Θεογονία του Ησιόδου, τα έργα του Ομήρου και των άλλων συγγραφέων, αντιπροσωπεύουν την φυσικο-γεωλογική εξέλιξη του Αιγαιακού και Περι-Αιγαιακού χώρου για το χρονικό διάστημα μεταξύ 18.000 και 6.000 χρόνια πριν από σήμερα κυρίως. Η μυθολογία δεν ήταν παρά το πραγματικό κεφάλαιο της ιστορίας της Ελλάδας.
Έτσι, στην Τιτανομαχία περιγράφονται έκτακτα μετεωρολογικά, γωλογικά και γενικότερα φυσικά φαινόμενα. Θύελλες, Τυφώνες, ξηρασίες και πυρκαγιές, ρήγματα στο φλοιό της γης και αλλαγές ρεύματος σε ποτάμια, σεισμοί και εκρήξεις ηφαιστείων, κατολισθήσεις, καταποντισμοί και βροχή από μετεωρίτες. Όλα αυτά οι άνθρωποι της εποχής εκείνης με τη φαντασία τους τα θεωρούσαν άγρια παιδιά της γης, που πολεμούσαν τους θεούς, οι οποίοι προσωποποιούσαν το μέτρο την αρμονία μέσα στη φύση. Ό,τι και να γινόταν στο τέλος θα επικρατούσαν η τάξη, η αρμονία, οι αθάνατοι θεοί.

• Παλαιότερα πίστευαν πως η Τιτανομαχία συμβολίζει την σύγκρουση των Ελλήνων με τους Προέλληνες και τον αγώνα των νεότερων να επιβάλλουν την ολυμπιακή θρησκεία έχοντας παραμερίσει ή υποτάξει οτιδήποτε λατρευόταν προγενέστερα στον ελλαδικό χώρο. Στις μέρες μας, βέβαια αυτή η υπόθεση έχει χάσει τη σημασία της.

• Στην Τιτανομαχία έχουμε την αναμέτρηση της προηγούμενης με τη νεότερη γενιά θεών. Αυτή αναμέτρηση δεν είναι φαινόμενο μόνο στην Ελλάδα. Αποτελεί κοινό γνώρισμα στις θρησκείες όλων των λαών. Μήπως δεν είχαμε μια μεγάλη αναμέτρηση μεταξύ της θρησκείας των Ολυμπίων με τον Χριστιανισμό, που συνοδεύτηκε με βιαιότητες; Ίσως ένας μυθογράφος του μέλλοντος να επινοήσει έναν μύθο για να παρουσιάσει την επικράτηση της νέας θρησκείας, σε σχέση με την αντικατασταθείσα.
Στο βαβυλωνιακό έπος “Ενούμα έλις”συναντούμε τη σύγκρουση του Μερδούκ, με τους νεώτερους θεούς συσπειρωμένους γύρω απ’ αυτόν, και της Τίαμακ, που είχε συγκεντρώσει τους παλαιότερους θεούς. Επίσης στους Φοίνικες συναντούμε την σύγκρουση του Βήλου με την Ομόρκα. Έχουμε, λοιπόν, στις διάφορες θρησκείες την σύγκρουση ανάμεσα στους νεότερους και τους παλαιότερους θεούς που απεικονίζουν την ιδέα για την εξέλιξη του κόσμου όπου ατελέστερες και αγριότερες φυσικές και ηθικές δυνάμεις αντικαθίστανται από τελειότερες και ημερότερες.
Στη θεογονική σημασία τόσο της Τιτανομαχίας, όσο και της Γιγαντομαχίας, διακρίνουμε τη δημιουργία και τη ρύθμιση του κόσμου από μια κυρίαρχη θεότητα που προϋποθέτει την αναμέτρησή της με αρχέγονες, τερατόμορφες και βίαιες δυνάμεις, αλλά και τον θρίαμβο πάνω σ’ αυτές. Ο νικητής θεός επιβάλει τη δική του τάξη και νομοτέλεια, αφού έχει υποτάξει «υπό τους πόδας αυτού πάντα εχθρόν και πολέμιον», όπως έγινε μετά την επικράτηση του Δία στους Τιτάνες.

--------------------------------------------------
(*4) Τάρταρος: πληθυντικός Τάρταρα. Είναι το κατώτερο τμήμα του μυθικού κόσμου. Κατά τον Ησίοδο ο Τάρταρος είναι η φυλακή του Κρόνου και άλλων Τιτάνων που σαν τόπος προσδιορίζεται στα έγκατα της Γης. Σημειώνει δε πως "χαλκούς άκμων" που ρίφθηκε από τη Γη έφθασε στον Τάρταρο μετά από 9 ημέρες και 9 νύκτες, αριθμός που λήφθηκε υπ’ όψη από την αρχαιότητα σε ταφικά έθιμα και που πέρασαν στη συνέχεια στα χριστιανικά. Μεταγενέστερα η λαϊκή φαντασία έπλασε τον Τάρταρο ως φυλακή και τόπο μαρτυρίου όλων των κακών ανθρώπων. Ο Αριστοφάνης στο έργο του "Βάτραχοι" περιγράφει τον Τάρταρο ως τόπο βασανιστηρίων για συγκεκριμένους εγκληματίες, όπως των πατροκτόνων, επιόρκων, προδοτών της πατρίδας καθώς κι εκείνων που παραβίασαν το άσυλο της Ξενίας. Ο Πλούταρχος και ο Λουκιανός αναφέρουν πολλά είδη τιμωρίας που συνέβαιναν στο Τάρταρο.




Σάββατο, 16 Σεπτεμβρίου 2017

Τιτανομαχία

[[ δαμ- ων ]]

Β΄. Κυριαρχία του Κρόνου
Έτσι ο μικρότερος από τους Τιτάνες, ο Κρόνος, διαδέχτηκε τον Ουρανό στον θρόνο του σύμπαντος. Ο πατέρας του προείπε πως κι αυτός με τη σειρά του θα εκθρονιστεί από κάποιον απόγονό του. Μόλις ανέλαβε την εξουσία ο Κρόνος πρώτο μέλημά του ήταν να φυλακίσει στα Τάρταρα τους Κύκλωπες και τους Εκατόγχειρες, ενώ λευτέρωσε τους Τιτάνες.
Ο Κρόνος πήρε για γυναίκα του την αδελφή του Ρέα. Απ’ αυτήν απόχτησε πολλά παιδιά: Θυγατέρες την Εστία, τη Δήμητρα και την Ήρα, και γιούς τον Πλούτωνα ή Άδη, τον Ποσειδώνα και τον Δία. Ο νέος κυρίαρχος του κόσμου από την αρχή της βασιλείας του δεν μπορούσε να ησυχάσει. Αιτία ήταν η μαντεία των γονιών του, πως παρ’ ότι ήταν δυνατός, κάποιο από τα παιδιά του θα του άρπαζε τον θρόνο. Δεν ακολούθησε την ίδια τακτική με τον πατέρα του Ουρανό. Έτσι δεν τα έριχνε στον Τάρταρο. Ο Κρόνος κατάπινε τα παιδιά του. Έτσι, μόλις γεννιόταν κάποιο παιδί του, για να είναι σίγουρος πως δεν θα τολμήσει να τον βλάψει, το κατάπινε και το κρατούσε μέσα του, ώστε να έχει τον πλήρη έλεγχο.
Η Ρέα, όπως και κάθε μάνα, λαχταρούσε να κρατήσει στην αγκαλιά της και να αναθρέψει τα παιδιά της. Καθώς ήταν έγκυος στον Δία, δεν ανέχτηκε να συνεχιστεί η σκληρή τακτική του άντρα της. Συμβουλεύτηκε τους γονείς της πώς μπορεί να σώσει το βλαστάρι της. Ο Ουρανός και η Γη την συμβούλεψαν, σαν έρθει η ώρα του τοκετού να φύγει για την Κρήτη, όπου θα γεννήσει το παιδί της και μετά να το κρύψει. Γυρνώντας μετά, να καμωθεί πως γεννά, και ψεύτικο μωρό να δώσει στον σκληρό πατέρα.

Η συνέχεια >>> VagiaBlog…

Υπακούοντας στων γονιών της τη συμβουλή, η Ρέα, σαν ήρθε η ώρα να γεννήσει, αποτραβήχτηκε στο Αιγαίο όρος της μεγαλοννήσου, όπου έφερε στον κόσμο τον τελευταίο γιο της, τον Δία. Εκεί σε μια σπηλιά μεγάλωσε ο μελλοντικός βασιλιάς του κόσμου. Το θεϊκό βρέφος τράφηκε με το γάλα μιας αίγας, που Αμάλθεια (*1) την έλεγαν. Απ’ έξω από τη σπηλιά στέκονταν πιστοί φύλακες οι Κουρήτες (*2) και μόλις το βρέφος έκανε πως κλαίει, αυτοί χόρευαν χτυπώντας τις χάλκινες ασπίδες του για να μην ακουστεί του βρέφους το κλάμα.
Ας δούμε, τώρα, πώς ο Ησίοδος περιγράφει τα γεγονότα, που αναφέραμε:
[[ Κι η Ρέα στον Κρόνο υποταγμένη γέννησε τέκνα λαμπρά,
την Εστία, τη Δήμητρα και τη χρυσοπέδιλη Ήρα,
το δυνατό τον Άδη, που κατοικεί παλάτια κάτω από τη γη
κι έχει καρδιά ανήλεη, τον Εννοσίγαιο το βαρύχτυπο,
το συνετό το Δία, πατέρα θεών και ανθρώπων,
που απ᾽ τη βροντή του τρέμει η πλατιά η γη.
Κι αυτούς ο μέγας Κρόνος τούς κατάπινε, όπως καθένας τους
από την ιερή της μάνας τους κοιλιά στα γόνατα κατέβαινε,
αυτό στο νου του έχοντας, πώς απ᾽ τους γόνους τ᾽ Ουρανού τους ένδοξους
άλλος κανείς βασιλικό αξίωμα ανάμεσα στους αθανάτους να μην έχει.
Γιατί έμαθε από τη Γη κι από τον έναστρο Ουρανό
πως ήταν πεπρωμένο του να νικηθεί από παιδί δικό του,
—κι ας ήταν κρατερός— με του μεγάλου Δία το θέλημα.
Γι᾽ αυτό ο Κρόνος τυφλά δεν παραφύλαγε, αλλά καραδοκούσε
και τα τέκνα του κατάπινε. Και πένθος δίχως λησμονιά κυρίευε τη Ρέα.
Μα όταν έμελλε το Δία, θεών κι ανθρώπων τον πατέρα, να γεννήσει,
τότε τους ακριβούς ικέτευε γονείς της,
τη Γη και τον γεμάτο άστρα Ουρανό,
να καταστρώσουνε μαζί της κάποιο σχέδιο, πώς να περάσει απαρατήρητη
σαν θα γεννά το γιο της, και πώς να ξεπληρώσει ο Κρόνος τις ερινύες
του πατέρα της και των παιδιών της που ο μέγας δολοπλόκος τα κατάπινε.
Κι αυτοί στη θυγατέρα τους έδιναν μεγάλη προσοχή και πείθονταν,
και της εξήγησαν όσα να γίνουν ήταν πεπρωμένο
σε σχέση με τον βασιλιά τον Κρόνο και το γιο του με τη γενναία την ψυχή.
Τη στείλανε στη Λύκτο, στην πλούσια της Κρήτης χώρα,
όταν το τελευταίο απ᾽ τα παιδιά της να γεννήσει έμελλε,
το Δία το μεγάλο. Κι αυτόν δέχτηκε η πελώρια Γη
στην Κρήτη να τον θρέψει την πλατιά και να τον μεγαλώσει. ]] (Ησίοδος, “Θεογονία”, 453- 480)
Αργότερα, σαν ο Δίας έγινε ο βασιλιάς των θεών, τίμησε την Αμάλθεια. Την τοποθέτησε ψηλά στου ουρανό, να λάμπει σαν άστρο. Με το δέρμα της έκανε την περίφημη “αιγίδα”, την απρόσβλητη ασπίδα στον πόλεμο με τους Τιτάνες, ενώ το κέρατό της έγινε το σύμβολο της αφθονίας.
Ο Απολλόδωρος μας λέει: «ὀργισθεῖσα δὲ ἐπὶ τούτοις ῾Ρέα παραγίνεται μὲν εἰς Κρήτην, ὁπηνίκα τὸν Δία ἐγκυμονοῦσα ἐτύγχανε, γεννᾷ δὲ ἐν ἄντρῳ τῆς Δίκτης Δία. καὶ τοῦτον μὲν δίδωσι τρέφεσθαι Κούρησί τε καὶ ταῖς Μελισσέως παισὶ νύμφαις, Ἀδραστείᾳ τε καὶ Ἴδῃ. αὗται μὲν οὖν τὸν παῖδα ἔτρεφον τῷ τῆς Ἀμαλθείας γάλακτι, οἱ δὲ Κούρητες ἔνοπλοι ἐν τῷ ἄντρῳ τὸ βρέφος φυλάσσοντες τοῖς δόρασι τὰς ἀσπίδας συνέκρουον, ἵνα μὴ τῆς τοῦ παιδὸς φωνῆς ὁ Κρόνος ἀκούσῃ.» (Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη Α΄, Ι, 6-7)
(Μετ.: Οργισμένη η Ρέα πάει στην Κρήτη τον καιρό που ήταν έγκυος στον Δία και γεννάει τον Δία σε μια σπηλιά της Δίρκης. Στη συνέχεια τον δίνει να τον αναθρέψουν οι Κουρήτες και οι κόρες του Μελισσέα, οι νύμφες Αδράστεια και Ίδη. Αυτές λοιπόν τάιζαν το παιδί με το γάλα της Αμάλθειας και οι Κουρήτες ένοπλοι φύλαγαν το βρέφος μες στη σπηλιά και χτυπούσαν με τα δόρατα τις ασπίδες τους, για να μην ακούσει ο Κρόνος τη φωνή του παιδιού.)
Έχοντας εξασφαλίσει το βρέφος η Ρέα στην Κρήτη, επέστρεψε στον Κρόνο. Καμώθηκε πως την έπιασαν οι οδύνες του τοκετού και πως γεννά. Σπαργάνωσε μια μεγάλη πέτρα και μ’ αυτήν ξεγέλασε τον άντρα της πως ήτανε τάχα το βρέφος. Ευθύς ο Κρόνος ανυποψίαστος την κατάπιε, πιστεύοντας πως ακόμη ένας κίνδυνος για την εξουσία του είχε εκλείψει.
Το θεϊκό βρέφος στη Κρήτη γρήγορα μεγάλωσε και στο κορμί και στο μυαλό. Σαν ένιωσε ο Δίας πως ήταν σε θέση να αναμετρηθεί με τον πατέρα του, πήγε και τον βρήκε. Πατέρας και γιος πάλεψαν. Μα ο γιος ήταν ανώτερος και σε τέχνη και σε δύναμη, οπότε νίκησε τον άκαρδο και σκληρό πατέρα, που κατάπινε τα παιδιά του. Τον ανάγκασε, λοιπόν, να τα ξεράσει. Κάποιοι λένε, πως ο ηττημένος από τον γιό του Κρόνος, τα εξήμεσε με φάρμακο, που του έδωσε η Μήτιδα. Ο Απολλόδωρος γράφει: «ἐπειδὴ δὲ Ζεὺς ἐγενήθη τέλειος, λαμβάνει Μῆτιν τὴν Ὠκεανοῦ συνεργόν, ἣ δίδωσι Κρόνῳ καταπιεῖν φάρμακον, ὑφ᾽ οὗ ἐκεῖνος ἀναγκασθεὶς πρῶτον μὲν ἐξεμεῖ τὸν λίθον, ἔπειτα τοὺς παῖδας οὓς κατέπιε·» (Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη Α΄, ΙΙ, 1) (Μετ.: Όταν ο Δίας έγινε σωστός άντρας, παίρνει συνεργό του τη Μήτι, κόρη του Ωκεανού, η οποία δίνει στον Κρόνο να πιει ένα φάρμακο, που τον έκανε να ξεράσει πρώτα την πέτρα και μετά τα παιδιά που είχε καταπιεί.)
Πρώτα- πρώτα, λοιπόν, βγήκε η πέτρα (*3), που είχε καταβροχθίσει τελευταία, και μετά τα παιδιά. Χάρηκαν πολύ αυτά, που ξανααντίκρισαν το φως και θαύμασαν τον μικρότερο, αλλά γενναίο αδελφό τους, τον Δία. Τάχτηκαν ,λοιπόν, στο πλευρό του γιατί είχαν μίσος με τον σκληρό πατέρα. Έτσι, ήταν αναπόφευκτή η μάχη ανάμεσα στον Κρόνο και τα αδέλφια του τους Τιτάνες από τη μια πλευρά και τον Δία με τ’ αδέλφια του από την άλλη για την κυριαρχία του Κόσμου.
Και πάλι θα ανατρέξουμε στην Ησίοδο για να δούμε την περιγραφή των γεγονότων που εξιστορήσαμε:
[[ Κι αφού σπαργάνωσε μεγάλο λίθο τον πρόσφερε σ᾽ εκείνον,
στο μέγα άνακτα, του Ουρανού το γιο, το βασιλιά των παλαιότερων θεών.
Στα χέρια του τον πήρε τότε ο Κρόνος και τον έριξε μες στην κοιλιά του,
ο άθλιος, και με το νου του δεν κατάλαβε πως πίσω του ᾽μενε,
στου λιθαριού τη θέση, δικός του γιος ανίκητος και δίχως έγνοιες
που έμελλε γοργά να τον νικήσει με τη βία και τα χέρια του,
να τον εκδιώξει από τ᾽ αξίωμα και μέσα στους αθάνατους να βασιλέψει.
Και γοργά κατόπιν η δύναμη και τα λαμπρά του βασιλιά τα μέλη
μεγαλώσανε. Και σαν ο χρόνος έφτασε,
παγιδευμένος απ᾽ τις παμπόνηρες τις προτροπές της Γης,
ο μέγας Κρόνος, ο δολοπλόκος, έβγαλε έξω και πάλι τα παιδιά του,
από τη δύναμη και τα τεχνάσματα του παιδιού του νικημένος. ]] (Ησίοδος, “Θεογονία”, 485- 496)

-----------------------------------
(*1) Αμάλθεια: Κάποιοι λένε πως η Αμάλθεια ήταν νύμφη και πως μαζί με την Ίδη και την Αδράστεια- ή και με άλλες νύμφες- ανάλαβαν την ανατροφή του μικρού Δία.

(*2) Κουρήτες: Ορεινοί δαίμονες (θεότητες) της Κρήτης, προστάτες του Δία στη βρεφική του ηλικία.

(*3) Αυτή την πέτρα ο Δίας την έστησε στο μαντείο των Δελφών, στον Παρνασσό, για να τη βλέπουν και οι θεοί και οι θνητοί για πάντα και να θαυμάζουν και να προσκυνούν τη δύναμή του.




Πέμπτη, 14 Σεπτεμβρίου 2017

Τα εκκολαπτόμενα μελλοντικά λαμόγια….

[[ δαμ- ων ]]

Δύο εκπλήξεις μας επεφύλασσε η προχθεσινή ημέρα. Η πρώτη ήταν η είδηση ότι 106 φερέλπιδες νέοι στο Πανεπιστήμιο Πάτρας αντέγραψαν και παρέδωσαν τον Ιούνιο για το ίδιο μάθημα την ίδια εργασία! Αντί να στρωθούν, να ψάξουν, να ερευνήσουν, να ιδρώσουν ώστε να μάθουν και να γίνουν σωστοί επιστήμονες, πλήρωσαν και πήραν έτοιμη την εργασία, την οποία παρέδωσαν στον καθηγητή τους. Προφανώς η πανεπιστημιακή κοινότητα δεν μπορούσε να αφήσει έτσι μια ενέργεια νέων, οι οποίοι έπρεπε να είναι υπόδειγμα εργατικότητας. Η απόφασή της ήταν οι εν λόγω φοιτητές να αποκλειστούν από την εξεταστική περίοδο του Σεπτεμβρίου.
Η δεύτερη έκπληξη είναι η θέση των φοιτητικών παρατάξεων της ΠΑΣΠ και της ΔΑΠ- ΝΔΦΚ, οι οποίες τάχθηκαν με τους παρανόμως ενεργήσαντες φοιτητές κι επέκριναν την απόφαση των καθηγητών για τον αποκλεισμό από την εξεταστική περίοδο του Σεπτεμβρίου. Η ΔΑΠ-ΝΔΦΚ, μάλιστα, ζήτησε με ανακοίνωση την άρση της ποινής, αφού «σε περίοδο βαθιάς κρίσης, η απαγόρευση συμμετοχής φοιτητών στην επαναληπτική εξεταστική του Σεπτεμβρίου αποτελεί ακραία κίνηση, η οποία θα έχει τραγικές συνέπειες για την ομαλή συνέχεια των σπουδών των παραπάνω φοιτητών»!

Η συνέχεια >>> VagiaBlog…

Τέτοιες ενέργειες είναι αποτέλεσμα της βαθειάς ηθικής κρίσης που μαστίζει την ελληνική κοινωνία και δικαιολογούν την δεινή οικονομική και πολιτική κατάσταση στην οποία βρίσκεται η χώρα. Η νεολαία αποτελούσε στο παρελθόν το ηθικότερο στοιχείο, το ασυμβίβαστο και ανιδιοτελές τμήμα του κοινωνικού μας ιστού. Η κομματικοποίηση, όμως, ενός τμήματός της, το μόλυνε και το αλλοίωσε. Αυτό το κομμάτι ξέφυγε από το ελληνικό «τα αγαθά κόποις κτώνται» του Επίμαχου και υιοθέτησε το «αναρριχώμαι έρποντας και γλύφοντας». Από αετοί έγιναν γυμνοσάλιαγκες. Από άξιοι συνεχιστές της αρχαίας γνώσης και σοφίας έγιναν επαίτες και οσφυκάμπτες της διεθνούς οικονομικής μαφίας. Έτσι άνθρωποι χωρίς πτυχίο, χωρίς γνώσεις κι επιδεξιότητες, επειδή ήσαν καλοί αφισοκολλητές, έγιναν σύμβουλοι υπουργών και πρωθυπουργών- κι έχουμε τον Καρανίκα σήμερα να χλευάζει τους εργάτες που έχασαν την δουλειά τους ή να υπερηφανεύεται που δεν πήγε στον στρατό- γραμματείς υπουργείων, ακόμη και υπουργούς.
Από αυτές τις παρατάξεις πέρασαν ο Κώστας ο Λαλιώτης- που όπως λένε δεν πήρε το πτυχίο της Οδοντιατρικής ή κι αν το πήρε μετά από δεκαετίες, θα το πήρε όπως ο δικός μας ο πρώην κοινοτάρχης και στη συνέχεια επίδοξος βουλευτής, αλλά ελέω Βαγγέλη Βενιζέλου υψηλόμισθος περιφερόμενος άνευ αντικειμένου κι εργασίας- η Μαρία Δαμανάκη, ο Γιάννης Ματζουράνης, ο Χρήστος Παπουτσής, ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης, ο Γιώργος Βουλγαράκης, ο Πάνος Καμμένος, ο Μάκης Βορίδης, ο Παναγιώτης Λαφαζάνης, ο Αλέξης Τσίπρας κλπ- κλπ. Σε αυτές ανδρώθηκαν, σ’ αυτές έμαθαν την εξαπάτηση, τη λαμογιά, τη ρουσφετολογία, την προδοσία, την ανηθικότητα κι όλες τις αρετές του πολιτικού, που ο λαός θεωρεί κακίες. Σ’ αυτές έμαθαν πως μόνον τα κορόιδα είναι φίλαθλοι της μείζονος προσπάθειας, ενώ οι εξυπνάκηδες με την κομματική ταυτότητα προτιμούν την ελάσσονα προσπάθεια. Με την ισχύ του μέλους της φοιτητικής παράταξης πήραν άνευ κόπου και ιδρώτα το πτυχίο τους, και σήμερα γελάμε- κλαίγοντας ταυτόχρονα για την κατάντια μας- με τα μαργαριτάρια τους στις συναντήσεις με άλλους ηγέτες κρατών ή τα φραστικά τούβλα που πετούν στην βουλή.
Η ενέργεια των δύο φοιτητικών παρατάξεων, που αναφέραμε, στην περίπτωση της εξαπάτησης των 106 συναδέλφων τους με την αγορασμένη εργασία είναι απαράδεκτη. Η σωστή αντίδραση θα ήταν να ταυτιστούν με την απόφαση των καθηγητών. Να διαχωρίσουν τη θέση τους από τέτοιες πρακτικές κι όχι να τις στηρίξουν. Αν είχαν υγιή σκέψη θα σκέφτονταν πως αν πριν από πολλά χρόνια ο Ανδρέας Παπανδρέου δεν έλεγε το αμίμητο: «είπαμε να κάνει ένα δώρο στον εαυτό του, αλλά όχι και πεντακόσια εκατομμύρια», αλλά παρέπεμπε τον καταχραστή του δημοσίου χρήματος στη δικαιοσύνη βγάζοντας ταυτόχρονα νόμο για απόλυση οποιουδήποτε καταχράται έστω και μια δραχμή, δεν θα έβγαινε μετά από χρόνια ο υπουργός του με περισσό θράσος να πει: «μαζί τα φάγαμε»! και δεν θα μαστιζόταν σήμερα η πατρίδα μας από οικονομική κρίση.
Κάποιοι από τους νεολαίους αυτών των παρατάξεων που επέκριναν τους καθηγητές, επιβραβεύοντας τη λαμογιά των 106 τεμπέληδων συναδέλφων τους, θα πάρουν στο μέλλον θέσεις στη διοίκηση του κράτους, από γραμματείς μέχρι υπουργεία. Και θα ενεργούν με το ίδιο σκεπτικό. Είναι τα εκκολαπτόμενα μελλοντικά λαμόγια, οι κλέφτες του ιδρώτα του λαού μας, αυτοί που χαλκεύουν τις ελευθερίες μας, οι συνεχιστές της μεγάλης εθνικής προδοσίας, αυτοί που θα επιβάλλουν τα επόμενα μνημόνια. Οι νέοι με την ελεύθερη σκέψη, με το ήθος, δεν έχουν θέση σε τέτοιες παρατάξεις και τινάζουν το πουκάμισό τους γνωρίζοντας ότι τα κόμματα, στα οποία ανήκουν οι εν λόγω νεολαίοι, είναι αυτά που μας οδήγησαν στην σκλαβιά των μνημονίων.
Αν θέλουμε να ξεφύγουμε στο μέλλον από τα μνημόνια, θα πρέπει να διαλυθούν τα κόμματα και οι φοιτητικές παρατάξεις που εκτρέφουν τέτοια φυντάνια. Οι σωστοί νεολαίοι να γίνουν οι γκρεμιστές του σαθρού συστήματος και συγχρόνως οι χτίστες ενός υγιούς σύμφωνα με τα οράματά τους.


Παρασκευή, 8 Σεπτεμβρίου 2017

Τιτανομαχία

[[ δαμ- ων ]]

Α΄ μέρος: Κυριαρχία του Ουρανού
Στην μυθολογία μας αναφέρεται μια μάχη που έγινε μεταξύ θεών στα πρώτα χρόνια της δημιουργίας. Σε αυτήν πήραν μέρος οι Ολύμπιοι θεοί και οι Τιτάνες και είναι γνωστή με το όνομα Τιτανομαχία.
Οι Τιτάνες αναφέρονται και σε δύο βιβλία της Π. Διαθήκης. Διαβάζουμε στο βιβλίο των Βασιλειών Β΄: « Καὶ ἤκουσαν οἱ ἀλλόφυλοι ὅτι κέχρισται Δαυὶδ βασιλεὺς ἐπὶ Ἰσραήλ, καὶ ἀνέβησαν πάντες οἱ ἀλλόφυλοι ζητεῖν τὸν Δαυίδ· καὶ ἤκουσε Δαυὶδ καὶ κατέβη εἰς τὴν περιοχήν. καὶ οἱ ἀλλόφυλοι παραγίνονται καὶ συνέπεσαν εἰς τὴν κοιλάδα τῶν Τιτάνων.» (Βασιλειών Β΄ , ε΄, 17-18) (Μετ: Όταν άκουσαν οι Φιλισταίοι ότι ο Δαβίδ χρίσθηκε βασιλιάς του Ισραήλ, ξεκίνησαν με όλο το στρατό τους για να έρθουν και να τον θέσουν υπό την εξουσία τους. Το πληροφορήθηκε ο Δαβίδ και κατέφυγε για ασφάλεια σ’ ένα οχυρό. Οι Φιλισταίοι ήρθαν και ξεχύθηκαν στην κοιλάδα των Τιτάνων.) Και λίγο παρακάτω: «καὶ καταλιμπάνουσιν ἐκεῖ τοὺς θεοὺς αὐτῶν, καὶ ἐλάβοσαν αὐτοὺς Δαυὶδ καὶ οἱ ἄνδρες οἱ μετ᾿ αὐτοῦ. καὶ προσέθεντο ἔτι ἀλλόφυλοι τοῦ ἀναβῆναι καὶ συνέπεσαν ἐν τῇ κοιλάδι τῶν Τιτάνων.» (Βασιλειών Β’ , ε΄, 21-22) (Μετ.: Οι Φιλισταίοι φεύγοντας άφησαν εκεί τα αγάλματα των θεών τους, και ο Δαβίδ και οι άντρες του τα πήραν. Οι Φιλισταίοι όμως ξαναγύρισαν και γέμισαν την κοιλάδα των Τιτάνων.)
Επίσης στο βιβλίο Ιουδίθ αναφέρεται: «οὐ γὰρ ὑπέπεσεν ὁ δυνατὸς αὐτῶν ὑπὸ νεανίσκων, οὐδὲ υἱοὶ τιτάνων ἐπάταξαν αὐτόν, οὐδὲ ὑψηλοὶ γίγαντες ἐπέθεντο αὐτῷ, ἀλλὰ Ἰουδὶθ θυγάτηρ Μεραρὶ ἐν κάλλει προσώπου αὐτῆς παρέλυσεν αὐτόν·» (Ιουδίθ, ιστ΄, 6) (Μετ.: Διότι ο στρατηγός των δεν έπεσε φονευθείς από νέους άνδρας, ούτε τέκνα των τιτάνων τον εφόνευσαν, ούτε τρομεροί γίγαντες επετέθησαν εναντίον αυτού. Αλλά η Ιουδίθ μόνη, η θυγάτηρ του Μεραρί παρέλυσεν αυτόν με το κάλλος του προσώπου της.)

Η συνέχεια >>> VagiaBlog…

Πριν περιγράψουμε την Τιτανομαχία ας γνωρίσουμε τους αντίμαχους. Είναι η δεύτερη και η τρίτη γενιά θεοτήτων. Να δούμε πώς εμφανίστηκαν και γιατί βρέθηκαν αντίπαλοι. Θα στηριχθούμε στη “Θεογονία” του Βοιωτoύ ποιητή Ησίοδου. O Ησίοδος μας λέει πως πρώτα υπήρξε το Χάος και μετά η πλατύστερνη Γη. Το ησιόδειο “Χάος” με βάση τις σημερινές επιστημονικές γνώσεις, περιγράφει την αδιαμόρφωτη ύλη που βρισκόταν σε κατάσταση αταξίας αλλά και τον Χώρο, που περιέχονταν εν σπέρματι όλα όσα θα αποτελούσαν στη συνέχεια το Σύμπαν. Το κείμενο αναφέρει:
[[ Στ᾽ αλήθεια πρώτα‒πρώτα το Χάος έγινε. Κι ύστερα
η πλατύστερνη η Γη, η σταθερή πάντοτε έδρα όλων των αθανάτων
που την κορφή κατέχουνε του χιονισμένου Ολύμπου,
και τα ζοφώδη Τάρταρα στο μυχό της γης με τους πλατιούς τους δρόμους.]] (Ησίοδος, “Θεογονία”, 126- 128)
Ο Λατίνος ποιητής Οβίδιος, στο βιβλίο των “Μεταμορφώσεων”, γράφει για το Χάος:
[[ Πριν η θάλασσα κι η γη υπάρξει κι ο ουρανός που καλύπτει τα πάντα
γύρω σε όλη την οικουμένη μια όψη της φύσης υπήρχε,
που Χάος την είπαν· άμορφος όγκος κι ακατέργαστος και τίποτε άλλο,
παρά μόνον ακίνητο βάρος και σ’ ένα ήσαν συσσωρευμένα
διάφορα σπέρματα όντων, που δεν ήσαν καλά αρμοσμένα.
Ουδέ ένας Τιτάν έως τότε δεν παρείχε στον κόσμο το φως του,
ουδέ έδινε κέρατα νέα μεγαλώνοντας τότε η Φοίβη,
ούτε στον περιχυμένο αέρα αιωρούνταν η γη μας καθόλου….]] (Οβίδιος, “Μεταμορφώσεις”, βιβλ. Ι, 5- 12)
Η Γη, λοιπόν, γέννησε τα πάντα. Είναι η μήτρα όπου ξεπήδησε το κάθε τι. Η Γαία των προγόνων μας είναι η καθολική μητέρα και τροφός των πάντων. Από τη Γη γεννήθηκε ο Ουρανός:
[[ Και η Γη γέννησε πρώτα ίσον μ᾽ αυτή
τον Ουρανό που ᾽ναι γεμάτος άστρα, να την καλύπτει από παντού τριγύρω
και να ᾽ναι έδρα των μακαρίων θεών παντοτινά ασφαλής.]] (Ησίοδος, “Θεογονία”, 126- 128)
Έτσι Γη και Ουρανός είναι η πρώτη γενιά θεοτήτων. Ο Ουρανός βασίλευσε πρώτος σε ολόκληρο το σύμπαν. Ο Απολλόδωρος αναφέρει: «Ουρανός πρώτος του παντός εδυνάστευσε κόσμου· γήμας δε Γην ετέκνωσε πρώτους τους εκατόγχειρας…»
Η ένωση του Ουρανού με τη Γη ήταν γονιμότατη. Πρώτοι απόγονοι του θεϊκού ζεύγους οι Τιτάνες. Ήσαν δώδεκα, έξι αρσενικά παιδιά και έξι θηλυκά. Τα αρσενικά παιδιά, οι Τιτάνες, ήσαν: ο Ωκεανός, ο Κοίος, ο Κρείος, ο Υπερίων, ο Ιαπετός και ο νεότερος όλων ο Κρόνος. Αδελφές τους, οι λεγόμενες Τιτανίδες, ήσαν: η Τηθύς, η Θεία, η Θέμις, η Μνημοσύνη, η Φοίβη και η Ρέα.
Αδέλφια των Τιτάνων οι Κύκλωπες, που ήσαν τρεις: ο Βρόντης, ο Στερόπης και ο Άργης, οι οποίοι προσωποποιούσαν τη βροντή, την αστραπή και τον κεραυνό. Οι Κύκλωπες είχαν μόνο ένα μεγάλο μάτι στο μέσο του μετώπου τους. Είχαν μεγάλη δύναμη και επιδεξιότητα, αλλά ήσαν εγωιστές και γεμάτοι υπεροψία.
Μια ακόμη τριάδα παιδιών του Ουρανού με τη Γη είναι οι Εκατόγχειρες. Η δύναμή τους ήταν τεράστια, το ίδιο και τα σώματά τους. Ο καθένας τους είχε πενήντα κεφαλές κι από τους ώμους τους φύτρωναν εκατό ακατανίκητα χέρια. Οι Εκατόγχειρες ήσαν τρεις: ο Αιγαίων ή Βριάρεως, ο Κόττος και ο Γύγης.
Αν και ο Ουρανός συνέχεια έσπερνε απογόνους, γνώριζε πως κάποια μέρα θα έχανε τον θρόνο του από τους γιους του. Για να αποτρέψει τον κίνδυνο, τους έριχνε στα έγκατα της γης. Για την απέχθεια του Ουρανού προς τα παιδιά του ο Ησίοδος γράφει:
[[ Και τα παιδιά του βρίζοντας Τιτάνες τα ονόμαζε
ο πατέρας τους, ο μέγας Ουρανός, που τα γέννησε ο ίδιος.
Γιατί ισχυριζόταν πως τα χέρια τους τα άπλωσαν στην ασέβεια, να κάνουν
αμαρτία μεγάλη, και πως θα υπάρξει στο μέλλον πληρωμή γι᾽ αυτήν. ]] (Ησίοδος, “Θεογονία”, 207-210)
Όσα αναφέραμε πιο πάνω για τα τέκνα του Ουρανού και της Γης, ας τα διαβάσουμε από το έργο του Βοιωτού ποιητή:
[[ …………………………………………. Κι έπειτα
ξάπλωσε με τον Ουρανό και γέννησε τον Ωκεανό το βαθυδίνη
τον Κοίο, τον Κρείο, τον Υπερίονα, τον Ιαπετό,
τη Θεία, τη Ρέα, τη Θέμιδα, τη Μνημοσύνη,
τη χρυσοστέφανη τη Φοίβη και την εράσμια Τηθύ.
Μαζί μ᾽ αυτούς γεννήθηκε, πιο νέος απ᾽ όλους, ο δολοπλόκος Κρόνος,
ο πιο δεινός απ᾽ τα παιδιά. Και το γονιό του το θαλερό εχθρεύτηκε.
Γέννησε και τους Κύκλωπες, που ᾽χουν πανίσχυρη καρδιά,
το Βρόντη, το Στερόπη και τον Άργη με τη δυνατή ψυχή,
που δώσανε στο Δία τη βροντή και του ᾽φτιαξαν τον κεραυνό.
Αυτοί σε όλα τ᾽ άλλα με τους θεούς παρόμοιοι ήταν,
μα ένα μονάχα μάτι στη μέση του μετώπου τους βρισκόταν.
Και πήραν το φερώνυμο όνομα Κύκλωπες,
γιατί στο μέτωπό τους ένα βρισκόταν μάτι κυκλικό.
Και ισχύς, δύναμη και τεχνάσματα στα έργα τους υπήρχαν.
Και άλλοι πάλι από τη Γη κι από τον Ουρανό γεννήθηκαν
τρεις γιοι, μεγάλοι κι ισχυροί, ακατονόμαστοι,
ο Κόττος, ο Βριάρεως κι ο Γύγης, τέκνα αλαζονικά.
Από τους ώμους τους χέρια εκατό σαλεύανε,
απλησίαστοι, και στον καθένα κεφαλές πενήντα
φυτρώνανε απ᾽ τους ώμους πάνω στα στιβαρά τους μέλη.
Και δύναμη άπλετη και κρατερή στο μέγα ανάστημά τους.
τα φοβερότερα παιδιά, ήτανε στο γονιό τους μισητοί
απαρχής. Και μόλις γεννιόταν ο καθένας τους,
ευθύς όλους τους έκρυβε στης Γης τα σπλάχνα και δεν τους άφηνε
ν᾽ ανέβουνε στο φως. Κι ευχαριστιότανε ο Ουρανός
με το κακό του έργο….. ]] . (Ησίοδος, “Θεογονία”, 133- 158)
Στέναζε τόσο από το βάρος των παιδιών της όσο και από το στρίμωγμα στα σπλάχνα της η Γη. Έτσι και η ίδια επιζητούσε όχι μονάχα της δική της λύτρωση αλλά και των παιδιών της. Κι ενώ συνέχεια γεννοβολούσε, παιδιά δεν είχε να χαρεί, καθώς ο άντρας της τα φυλάκιζε στα έγκατά της. Αποφάσισε, λοιπόν, να εκδικηθεί τον σκληρό πατέρα των παιδιών της. Με χάλυβα έφτιαξε ένα μεγάλο δρεπάνι και κάλεσε τα παιδιά της να εκδικηθούν τον πατέρα τους για την απίστευτη σκληρότητά του. Ζήτησε να τον ακρωτηριάσουν κι έτσι να τον καταστήσουν ανίκανο να τεκνοποιεί. Οι Τιτάνες με τρόμο άκουσαν το δολερό σχέδιο της μάνας, κι αρνήθηκαν το αποτρόπαιο έγκλημα. Μόνον ο μικρότερος, ο Κρόνος, έδειξε να συμμερίζεται της μάνας του το σχέδιο. Κι αφού η μάνα του φανέρωσε με κάθε λεπτομέρεια το δόλιο σχέδιο και κατάλληλα τον δασκάλεψε, περίμεναν την ποθητή στιγμή. Σαν ήρθε η νύχτα, έφτασε ο Ουρανός γεμάτος πόθο ερωτικό. Κι όταν ξάπλωσαν κι απλώθηκε ο Ουρανός πάνω από το σώμα της Γης, σε όλο του το μήκος, πετάχτηκε ο Κρόνος από την κρυψώνα του και με το χαλύβδινο δρεπάνι θέρισε τα γεννητικά όργανα του πατέρα του. Έτσι χώρισε για πάντα το πρώτο ζευγάρι του κόσμου.
Από το αίμα του ακρωτηριασμένου Ουρανού, που έπεσε πάνω στο σώμα της Γης, γεννήθηκαν οι φοβερές Ερινύες, οι Γίγαντες και οι Μέλιες Νύμφες (οι νύμφες της φλαμουριάς). Από τα αιδοία που έπεσαν στη θάλασσα, γίνηκε λευκός αφρός, που ταξίδεψε από τα Κύθηρα στην Κύπρο. Εκεί βγήκε η τιμημένη όμορφη θεά, η Αφροδίτη.
Όσα περιγράψαμε παραπάνω, ας τα διαβάσουμε από το έργο του Ησίοδου:
[[ ………… Και μέσα της στέναζε στενεμένη
η πελώρια Γη και δόλιο τέχνασμα κακό στοχάστηκε.
Γέννησε αμέσως το γένος του γκρίζου αδάμαντα
και μέγα δρεπάνι έφτιαξε κι έδωσε οδηγίες στα παιδιά της.
Τους είπε θάρρος δίνοντας, θλιμμένη στην καρδιά της:
«Παιδιά δικά μου και μοχθηρού πατέρα, αν θέλετε
υπακούστε με. Την ύβρη την κακή μπορούμε να εκδικηθούμε
του πατέρα σας. Αφού πρώτος αυτός έργα απρεπή βουλεύτηκε.»
Έτσι είπε. Και όλους δέος τούς κυρίευσε, κανένας τους
δε μίλησε. Παίρνοντας θάρρος ο δολοπλόκος μέγας Κρόνος
ευθύς στη φρόνιμη μητέρα του απάντησε μ᾽ αυτά τα λόγια:
«Μητέρα, εγώ αν αναλάμβανα θα τέλειωνα αυτό το έργο,
αφού τον ακατονόμαστο πατέρα μου δεν υπολογίζω.
Γιατί νωρίτερα αυτός έργα απρεπή βουλεύτηκε.»
Έτσι είπε. Και χάρηκε πολύ η πελώρια Γη μες στην καρδιά της.
Τον έβαλε να κάθεται σ᾽ ενέδρα κρύβοντάς τον και του ᾽βαλε
στο χέρι του το κοφτερόδοντο δρεπάνι κι όλο το δόλιο σχέδιο του δίδαξε.
Ήρθε και έφερε τη νύχτα ο Ουρανός ο μέγας και γύρω απ᾽ τη Γη
απλώθηκε ποθώντας έρωτα και σ᾽ όλα τα μέρη της
τεντώθηκε. Κι ο γιος του απ᾽ την ενέδρα τ᾽ αριστερό του χέρι
άπλωσε και με το δεξιό του άδραξε το πελώριο δρεπάνι,
το μακρύ, το κοφτερό, κι ορμητικά τα αιδοία του πατέρα του
τα θέρισε και πάλι τα ᾽ριξε να πέσουν προς τα πίσω. (Ησίοδος, “Θεογονία”, 159-181)
Ο Ουρανός δεν υπέκυψε στο τραύμα του. Εξακολούθησε να ζει, αλλά ακρωτηριασμένος. Έτσι ο ρόλος του περιορίστηκε. Διατήρησε, όμως, το προνόμιο να προβλέπει το μέλλον. Με αυτό το χάρισμα αργότερα θα σώσει τον εγγονό του Δία κι αργότερα θα αποτρέψει τον εκθρονισμό του εγγονού.

Πέμπτη, 3 Αυγούστου 2017

Ελλέβορος, το αρχαίο βοτάνι που γιάτρευε τη μανία και την τρέλα. Η θεραπεία των Προιτίδων και του Ηρακλή


[[ δαμ- ων ]]

Το ενδεχόμενο να δολοφονήθηκε ο Μέγας Αλέξανδρος και η δηλητηρίαση να είναι η αιτία που άφησε την τελευταία του πνοή το 323 π.Χ., στη Βαβυλώνα, δεν αποτελούν σενάριο που ακούγεται πρώτη φορά. Στις ιστορικές μαρτυρίες διαβάζουμε: «Ο βασιλιάς πέθανε αργά, επώδυνα και βασανιστικά από γλυκόπιοτο κρασί στο οποίο είχαν στάξει δηλητήριο.»
Παραθέτοντας τα στοιχεία της μελέτης του, ο Λίο Σκεπ και οι συνεργάτες του από το Εθνικό Κέντρο Δηλητηρίων του Πανεπιστημίου Οτάγκο της Νέας Ζηλανδίας και το Πανεπιστήμιο του Μπίρμιγχαμ της Βρετανίας ισχυρίζονται ότι ο μέγας στρατηλάτης είναι πιθανόν να δηλητηριάστηκε από το γνωστό στην αρχαιότητα φυτό ελλέβορος. Κι αυτό το στηρίζουν στο γεγονός ότι ο Αλέξανδρος, σύμφωνα με το “βασιλικό ημερολόγιο” το οποίο διατηρούσε η αυλή του, εμφάνισε σταδιακά αυξανόμενο πυρετό και πέθανε έπειτα από δώδεκα ημέρες αφού προηγουμένως του ήταν αδύνατον να περπατήσει και να μιλήσει. Το δηλητηριώδες φυτό ελλέβορος το χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι Έλληνες ως βότανο κατά του εμετού. Σε μεγαλύτερη ποσότητα μπορούσε να επιφέρει βραδύ θάνατο. Τα συμπτώματα που θα είχε ο ασθενής θα ήταν γαστρικοί πόνοι, ναυτία, εμετός, βραδυκαρδία, υπόταση και σοβαρή μυϊκή αδυναμία. Αν ανατρέξει κανείς στις περιγραφές του ιστορικού Διόδωρου, όλα αυτά τα συμπτώματα τα είχε ο νεαρός Αλέξανδρος
Οι περισσότεροι δεν γνωρίζουμε τον ελλέβορο. Οι ελλέβοροι είναι φυτά ποώδη με ρίζωμα πολυετές, που ζουν στα ορεινά. Ανήκουν στην ίδια οικογένεια με τις ανεμώνες και τις νεραγκούλες.

Η συνέχεια >>> VagiaBlog…

Ξεχωρίζουν από τα εξής χαρακτηριστικά: Στη βάση τους φυτρώνουν ένα ή περισσότερα μεγάλα φύλλα με μακρύ μίσχο. Τα φύλλα αυτά χωρίζονται σε πολλά επιμήκη φυλλάρια, με παλαμοειδή διάταξη. Ο βλαστός βγάζει πολύ μικρά φυλλαράκια ή βράκτια.
Από τα ένδεκα είδη ελλέβορου που υπάρχουν σε όλη την Ευρώπη, στην Ελλάδα φυτρώνει κυρίως ο ελλέβορος ο κυκλόφυλλος (Helleborus cyclophyllus).Τον βρίσκουμε στα ξέφωτα των ορεινών δασών, τα άνθη του έχουν χρώμα ανοιχτό κιτρινοπράσινο και εμφανίζονται νωρίς την άνοιξη, μετά το λιώσιμο των χιονιών. Είναι κοινά γνωστός ως σκάρφι, κάρπη, καρπί κ.ά. Οι ελλέβοροι είναι φυτά δηλητηριώδη. Ωστόσο, όπως όλα τα δηλητήρια, χρησιμοποιούνταν από τους πρακτικούς γιατρούς και για φαρμακευτικούς σκοπούς. Παλιά χρησιμοποιούνταν για τη θεραπεία διαφόρων ασθενειών των ζώων όμως όσον αναφορά τις ανθρώπινες ασθένειες, δεν είναι ξεκάθαρο πού ακριβώς ωφελούσε το φυτό αυτό.
Οι πηγές μας πληροφορούν ότι αρχαίοι ρήτορες έτρωγαν μικρές ποσότητες του φυτού για την τόνωση της μνήμης τους κατά την διάρκεια της ομιλίας τους. Επίσης η λαϊκή μας παράδοση αποδίδει στο σκάρφι πολλές περίεργες και μαγικές ιδιότητες. Το βέβαιο πάντως είναι ότι, ακόμη και μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα, από ελλέβορο παρασκευάζονταν φάρμακα για τη θεραπεία της μανίας, της μελαγχολίας, της υποχονδρίας, ακόμη και της επιληψίας. Τον χρησιμοποιούσαν επίσης κατά της υδρωπικίας και σε χρόνια δερματικά νοσήματα. Η χρήση του γινόταν με μορφή σκόνης ή βάμματος. Σε μεγάλη δόση ο ελλέβορος προκαλεί εμετό, διάρροια, πόνους στα πεπτικά όργανα, παράλυση και τελικά τον θάνατο.
Στα αρχαία χρόνια η φήμη της Αντίκυρας- περιοχή της Βοιωτίας- ήταν διαδεδομένη σε όλο τον γνωστό κόσμο γιατί εκεί φύτρωνε το θεραπευτικό βοτάνι του ελλέβορου. Πιστεύεται -αλλά δεν είναι καθόλου βέβαιο- πως ο ελλέβορος της Αντίκυρας ήταν ο ελλέβορος ο κυκλόφυλλος. Με το φυτό αυτό, σύμφωνα με τον μύθο, ο Μελάμπους, ο γιατρός των θεών, θεράπευσε τις κόρες του βασιλιά του Άργους Προίτου (Προιτίδες), που είχαν πάθει παράκρουση και νόμιζαν πως ήταν αγελάδες (μοσχίδες), και στη συνέχεια πήρε για σύντροφό του μια από αυτές. Με το ίδιο φυτό θεραπεύτηκε στην Αντίκυρα και ο Ηρακλής από τη μανία, από την οποία καταλήφθηκε και σκότωσε την οικογένειά του.
Τον συσχετισμό του ελλέβορου με την Αντίκυρα κάνει πρώτος σε κείμενο ο Θεόφραστος λέγοντας ότι η καλύτερη ποικιλία λευκού ελλέβορου φυτρώνει στην Οίτη, αλλά ο καλύτερος μαύρος ελλέβορος προέρχεται από την Αντίκυρα και τον Ελικώνα. Αναλυτικά στον ελλέβορο αναφέρονται τόσο ο Πλίνιος όσο και ο Διοσκορίδης, γιατρός και βοτανολόγος της εποχής του Νέρωνα. Ήταν ήδη γνωστό από τότε και επιβεβαιώνεται σήμερα ότι ο λευκός έχει εμετικές και ο μαύρος καθαρτικές ιδιότητες.
Πάντως στην Αντίκυρα παρασκευαζόταν ένα φάρμακο πολύ αποτελεσματικό βασισμένο στο μαύρο ελλέβορο και σε ένα σησαμοειδές. Το φάρμακο αυτό ήταν η μεγάλη αποκλειστικότητα των γιατρών της Αντίκυρας, σε σημείο μάλιστα να ονομάζεται το παρασκεύασμα «ελλέβορος αντικυρικός». Επίσης η πολύ προσεκτική διαδικασία χορήγησης, που ακολουθούταν στην Αντίκυρα, ονόμαζόταν «ελλεβορισμός». Πολλοί ακόμα γιατροί της Ρωμαϊκής περιόδου αναφέρθηκαν στον ελλέβορο, όπως ο Γαληνός και ο Ορειβάσιος.
Εκτός από τις καθαρά ιατρικές αναφορές υπάρχουν και πολλές ανεκδοτολογικές. Ο Αριστοφάνης, ο Λυσίας, ο Μέναδρος, αλλά και ο Πλούταρχος αναφέρονται σε εταίρες που είχαν το όνομα «Αντίκυρα» εννοώντας ότι ξετρέλαιναν τους άντρες! Αν κάποιος έλεγε ανοησίες η συνηθισμένη αντίδραση ήταν «Πίθ’ελλέβορον» ή «Αντικύρας σοι δει», δηλαδή «Πιές ελλέβορο να συνέλθεις» και «Σου χρειάζεται Αντίκυρα», κάτι αντίστοιχο με τη νεότερη έκφραση «είσαι για το Δαφνί».

Μελάμποδας και Προτίδες:
Οι Προιτίδες ήταν κόρες του Προίτου και της Σθενέβοιας, του βασιλικού ζεύγους της Τίρυνθας. Ήταν τρεις, η Ιφινόη, η Λυσίππη και η Ιφιάνασσα. Αυτές όταν έφτασαν σε ηλικία γάμου, προκάλεσαν την οργή της Ήρας, γιατί ισχυρίζονταν ότι ήταν ωραιότερες από τη θεά, είτε γιατί παινεύτηκαν ότι το παλάτι του πατέρα τους ήταν πλουσιότερο από τον ναό της Ήρας. Κάποιοι λένε πως έκλεψαν χρυσάφι από το φόρεμα της θεάς για προσωπική τους χρήση. Η Ήρα τις τιμώρησε παίρνοντάς τους τα λογικά, μεταμορφώθηκαν σε δαμάλες και έτρεχαν στα βουνά δέσμιες της τρέλας τους. Η μανία τους έκανε μερικούς να σκεφτούν ότι η τιμωρία προήλθε από τον Διόνυσο, γιατί τον προσέβαλαν με το να αρνούνται τη λατρεία του, οπότε ο μύθος τους θυμίζει το μύθο των γυναικών της Θήβας που, επίσης, αρνούνταν τον Διόνυσο. Πάντως, η μεταμόρφωση σε δαμάλες ταιριάζει στη θεά, καθώς και άλλες ηρωίδες που εμπλέκονται με τη γυναίκα του Δία μεταμορφώνονται σε αγελάδες (π.χ. Ιώ) ή ιέρειές της την τιμούν φορώντας προσωπεία αγελάδας. Ο Προίτος, στην απελπισία του για την κατάσταση των θυγατέρων του, τράβηξε το σπαθί του για να αυτοκτονήσει. Τον απέτρεψαν, όμως, τα πρωτοπαλίκαρά του με λόγια αλλά και με βία.
Ο Μελάμποδας, γιος του Αμιθάονα και της Ειδομένης, ήταν εγγονός του οικιστή της Ιωλκού Κρηθέα και γεννήθηκε στην Πύλο. Σύμφωνα με την παράδοση ονομάστηκε Μελάμποδας, γιατί η μητέρα του τον άφησε βρέφος κάτω από την σκιά ενός δένδρου. Τα πόδια του παιδιού έμειναν εκτεθειμένα στον ήλιο και μαύρισαν (μέλανες πόδες). Αργότερα, φίδια, που είχε ο ίδιος προστατέψει και αναθρέψει, λένε ότι καθάρισαν τ’ αυτιά του με τις γλώσσες τους και έτσι μπορούσε να εννοεί τις φωνές των πτηνών και μαθαίνοντας απ’ εκείνα, έγινε ικανός να προλέγει τα μέλλοντα. Ακόμη, σύμφωνα με τον Στράβωνα την τέχνη της μαντικής την διδάχτηκε από τον ίδιο τον Απόλλωνα και έγινε έτσι άριστος μάντης. Τέλος, συνδέθηκε με τη λατρεία του Διονύσου και σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, εκείνος που τον μύησε στα μυστήρια του θεού, ήταν ο Κάδμος.
Ο Προίτος κάλεσε τον Μελάμποδα στην Τίρυνθα, για να τις γιατρέψει. Ο Μελάμποδας, προσφέρθηκε να τις γιατρέψει με αντάλλαγμα το ένα τρίτο του βασιλείου. Όμως ο Προίτος θεώρησε υπερβολική την απαίτηση του μάντη. Τότε το κακό εξαπλώθηκε σε μεγάλο μέρος των Αργείων γυναικών, οι οποίες σκότωναν τα παιδιά τους, εγκατέλειπαν τις εστίες τους και έφευγαν τρελαμένες στα βουνά, όπου διαμέλιζαν ζώα και τα καταβρόχθιζαν ωμά. Μετά από νέα παράκληση του Προίτου ο Μελάμποδας δέχτηκε να διώξει το κακό, αλλά αυτή τη φορά ζήτησε τα δυο τρίτα του βασιλείου, το ένα για τον ίδιο και το άλλο για τον αδελφό του Βίαντα. Ο Προίτος το δέχτηκε, γιατί φοβήθηκε ότι νέα άρνησή του θα τον έκαμνε να χάσει τα πάντα.
Συνοδευόμενος κι από άλλους άνδρες, τους πιο ρωμαλέους, ο Μελάμποδας, με δυνατές κραυγές και βίαιους χορούς, κυνήγησε στη Σικυώνα τις Αργείες γυναίκες που προσπαθούσαν να διαφύγουν. Εκεί η Ιφινόη, η μεγαλύτερη από τις Προιτίδες, εξαντλημένη έχασε τη ζωή της. Η καταδίωξη συνεχίστηκε έπειτα προς την οροσειρά των Αροανίων. Εκεί τις βρήκε ο μάντης και τις οδήγησε στην τοποθεσία Λουσοί, όπου με εξαγνισμούς και μυστικές τελετές κατόρθωσε να τις γιατρέψει από την τρέλα. Στον Άνιγρο ποταμό της Πελοποννήσου, ΝΔ της Ολυμπίας, πέταξε ο Μελάμποδας τα αντικείμενα που χρησιμοποίησε για τον εξαγνισμό των θυγατέρων του Προίτου. Από τότε, από τα νερά του ποταμού αναδύεται μια άσχημη μυρωδιά. Μετά από αυτό, ο Προίτος πάντρεψε την Ιφιάνασσα με τον Μελάμποδα και τη Λυσίππη με τον αδελφό του μάντη, τον Βίαντα. Έτσι ανέβηκαν και οι δυο στους θρόνους που τους είχε υποσχεθεί ο Προίτος. Κι εκείνος έκτισε ναό προς τιμή του Απόλλωνα.
Ο Μελάμποδας, τονίζει ο Απολλόδωρος, «μάντης ων, και δια φαρμάκων και καθαρμών θεραπείαν πρώτος ευρηκώς», θεραπεύει τις κόρες του Προίτου με διαφόρους τρόπους, σύμφωνα με τις διάφορες εκδοχές που εκφράζουν οι αρχαίοι συγγραφείς. Κατά μίαν εκδοχή, «παραλαβών τους δυνατοτέρους των νεανιών, μετ’ αλαλαγμού και τινος ενθέου χορείας εκ των όρων αυτάς ες Σικυώνα συνεδίωξε», οπότε κατά την καταδίωξη πέθανε η πρώτη από τις θυγατέρες του Προίτου, η Ιφινόη, «ταις δε λοιπαίς τυχούσαις καθαρμού σωφρονήσαι συνέβη».
Αυτή τη μανία, ο μάντης Μελάμποδας τη θεραπεύει εκτός των άλλων τρόπων και με τον μέλανα ελλέβορο. Είναι περίεργο πώς ο συνδυασμός ελλέβορου και Μελάμποδα εμφανίζεται ουσιαστικά στην αρχαία ελληνική γραμματεία μόλις τον 4 π.Χ. αιώνα από τον Θεόφραστο. Ο Θεόφραστος τονίζει: «καλούσι δε τον μέλανα τινές έκτομον μελαμπόδιον, ως εκείνου (του Μελάμποδα) πρώτον ταμόντος και ανευρόντος» (Hist. Plant. IX, 10, 4).
Tοv Θεόφραστο ακολουθεί ο Διοσκουρίδης: «ελλέβορον μέλας, οι δε μελαμπόδιον, οι δε έκτομον, οι δε πολύρριζον καλούσι. Μελαμπόδιον δε, επειδή δοκεί Μελάμπους τις αιπόλος ταςΠροίτου θυγατέρας μανείσας αυτώ καθήραι και θεραπεύσαι» (De materia Medica II, 306).
Παράλληλη είναι η μαρτυρία του Πλινίου, ο οποίος προσθέτει μιαν άλλη εκδοχή. Ο Πλίνιος, γράφει, ότι ο Μελάμποδας θεράπευσε τις Προιτίδες δίδοντας τους να πιούν γάλα αιγών που είχαν φάει ελλέβορο.
Ακόμη, τον 2ο αιώνα μ.Χ. παρόμοια γνώμη εκφράζεται από τον ιατρό Ρούφο τον Εφέσιο: «Λέγουσι δε και Μελάμποδα τον Αμαθάονος τούτω (τω μέλανι ελλεβόρω) καθήραι τας θυγατέρας του Προίτου μανείσας, όθεν δη και την επωνυμίαν μελαμπόδιον έσχε καλείσθαι» (Ορειβάσιος, τόμ. II, 108).
Την ίδια εποχή ο Γαληνός στη Ρώμη αναφωνεί: «ουδείς γάρ ούτως απαίδευτός εστί των εν Έλλησι τεθραμμένων, ος μητ’ αναγνωκέναι μήτ’ ακηκοέναι τας Προίτου θυγατέρας μανείσας υπό Μελάμποδος ιαθήναι καθαρθείσας ούτως» (Γαληνού περί μελαίνης χολής, I, σελ. 132, Kuhn).

Ηρακλής και Αντικυρέας
Ο Ηρακλής σύμφωνα με την τραγωδία του Ευριπίδη, καταλαμβάνεται από μανία (τρέλα) και σκοτώνει τα παιδιά του και τη γυναίκα του Μεγάρα. Η Ίριδα προστάζει τη θεότητα Λύσσα, με τη θέληση της Ήρας, να βάλει μανία στον Θηβαίο ήρωα για να σκοτώσει τα παιδιά του. Ο τραγικός παρουσιάζει την Ίριδα να λέει:
«Γέροντες, μη φοβάστε κοιτώντας
τη Λύσσα εδώ, της Νύχτας θυγατέρα,
κι εμέ την Ίριδα που τους θεούς όλους
υπηρετώ· για το κακό της πόλης
δεν έχουμε έρθει, μα ενάντια σε κάποιον,
τον γιο του Δία, ως λεν, και της Αλκμήνης.
Τους βαριούς άθλους ώσπου να τελειώσει,
τον έσκεπεν η μοίρα κι ούτε ο Δίας
πατέρας άφηνε ποτές εμέ ή την Ήρα
να τον βλάψουμε· τώρα που τους μόχθους
του Ευρυσθέα ξετέλεψε, της Ήρας
η θέληση ‘ναι αυτός με των συγγενών του
να μολευτεί το αίμα, τα παιδιά του
σκοτώνοντας· αυτό κι εγώ γυρεύω.
Μα έλα, κλείσε την καρδιά στη θλίψη,
παρθένα ανύπαντρη, κόρη της μαύρης
Νύχτας, και με μανία παιδοκτόνες,
ξέφρενες ταραχές κι άγριες τρεχάλες
κυνήγα αυτόν το άντρα, τρέλανέ τον, ρίξε
το αιματοστάλαχτο σκοινί των φόνων,
στου Αχέροντα να φτάσει το ποτάμι
μ’ ωραίο στεφάνι, τα σφαγμένα τέκνα
με το ίδιο του το χέρι, για να μάθει
της Ήρας την οργή και τη δική μου·» (Ευριπίδης, Ηρακλής Μαινόμενος, 822- 841)
Η τρέλα του Ηρακλή τον οδηγεί στην αποτρόπαια πράξη της δολοφονίας της γυναίκας του και των παιδιών, που το θολωμένο του μυαλό νόμισε ως εχθρούς. Θα είχε σκοτώσει ακόμη και τον θνητό πατέρα του Αμφιτρίωνα, που μπήκε και μέση για ν’ αποτρέψει την φοβερή πράξη της παιδοκτονίας και της συζυγοκτονίας, αν δεν είχε επέμβει η θεά Αθηνά, που πετώντας μια πέτρα στο στήθος του τον έριξε σε βαθύ ύπνο. Όταν ο ήρωας ξύπνησε είχε γιατρευτεί από τη μανία, οπότε συνειδητοποίησε το μεγάλο κακό που είχε κάνει. Για να καθαρθεί, σύμφωνα με τον μύθο, κατέφυγε στην Αντίκυρα.
Στην αρχαία πόλη, που η αρχική της ονομασία ήταν Κυπάρισσος, βασίλευε ο Αντικυρέας- από τον οποίο πήρε αργότερα το όνομα που έχει μέχρι σήμερα η βοιωτική κωμόπολη, γνωστή για την παραγωγή αλουμινίου. Ο βασιλιάς αμέσως καλοδέχτηκε τον ήρωα, τον οποίο αρχικά, όπως ήταν καταβεβλημένος από την δοκιμασία της μανίας και γερασμένο, δεν γνώρισε. Ο βασιλιάς αμέσως ζήτησε να του φέρουν τον καλύτερο πραχτικό του θεραπευτή, που κατά την παράδοση είχε κι αυτός το όνομα Μελάμποδας. Ο γερο-Μελάμποδας μάζευε τον καλύτερο ελλέβορο και έκανε με τις ρίζες του τα καλύτερα γιατρικά. Με το που πήρε το γιατρικό ο Ηρακλής, σε λίγες ώρες ξαναπήρε την ωραία του όψη και το σώμα του τη δύναμη που τον έκανε ξακουστό σ’ όλο τον κόσμο. Αφού ευχαρίστησε τον βασιλιά Αντικυρέα και τον γερο-Μελάμποδα, που τον έγιανε, ο Θηβαίος ήρωας ξεκίνησε για να ολοκληρώσει την κάθαρσή του, εκτελώντας τους δώδεκα άθλους του, με τους οποίους δοξάστηκε κι ανακούφισε την ανθρωπότητα.



Τρίτη, 1 Αυγούστου 2017

Τυφωέας ή Τυφώνας


[[ δαμ- ων ]]

Β΄ μέρος
Την περιγραφή της μάχης ανάμεσα στον βροντορίχτη Δία και τον φιδόμορφο Τυφώνα, δίνει και ο Ησίοδος:
«Και θα γινότανε κακό αγιάτρευτο τη μέρα εκείνη
και θα βασίλευε ο Τυφώνας στου; Αθάνατους και τους θνητούς,
αν γρήγορα δε το ‘νιωθε ο πατέρας των θεών και των ανθρώπων.
Και βρόντησε ξερά και δυνατά, και γύρω η γη
φρικτά αντιβόησε και ο πλατύς ο ουρανός επάνω
κι ο πόντος και του Ωκεανού το ρέμα και τα τάρταρα της γης.
Κι από τα πόδια τα αθάνατα του βασιλιά, καθώς κινούσε,
έτρεμε ο μέγας Όλυμπος. Και στέναζε μαζί κι η γη.
Και πύρωμα που ερχόταν κι απ’ τους δυο το μελανό κατείχε πόντο,
πύρωμα της βροντής, της αστραπής, και της φωτιάς που έβγαινε απ’ το τέρας,
των ορμητικών ανέμων, του κεραυνού που φλέγεται.
Έβραζε όλη η γη κι ο ουρανός κι η θάλασσα.
Μεγάλα κύματα μαίνονταν πλάι στις ακτές, από παντού ολόγυρα,
απ’ την ορμή των αθανάτων και άσβεστος σεισμοσηκώθηκε.
Από το βρόντο τον ασίγαστο κι απ’ το σκληρό αγώνα
τρόμαξε ο Άδης που βασιλεύει στους νεκρούς κάτω απ’ τη γη
και οι τιτάνες μες τα τάρταρα που γύρω απ’ τον Κρόνο είναι.
Κι όταν κορύφωσε ο Δίας την ορμή του και τα όπλα πήρε,
τη βροντή, την αστραπή, τον αιθαλώδη κεραυνό,
τον χτύπησε πηδώντας απ’ τον Όλυμπο.
Κι έκαψε ολόγυρα όλα τα’ ανείπωτα κεφάλια του φοβερού θεριού.
Κι αφού το δάμασε με χτυπήματα μαστιγώνοντάς το,
σωριάστηκε ο Τυφώνας πληγωμένος, και στέναζε η πελώρια γη.
Και φλόγα τινάχτηκε απ’ τον κεραυνωμένο άρχοντα,
όταν αυτός χτυπήθηκε στα φαράγγια του βουνού,
σε τόπο απόκρημνο και σκοτεινό. Σε εύρος η πελώρια γη καιγότανε
μ’ άφατη θέρμη κι έλιωνε σαν κασσίτερος που θερμάνθηκε
σε χωνευτήρια καλότρυπα με την τέχνη των σφιγηλών μαστόρων,
ή σαν σίδηρος, που ‘ναι το πιο δυνατό από τα μέταλλα,
που δαμάζεται στα φαράγγια των βουνών με καυτερή φωτιά
και λιώνει μέσα στη θεϊκή τη γη με τις τεχνικές του Ηφαίστου.
Έτσι λοιπόν έλιωνε η γη από τη λάμψη της φωτιάς που έκαιγε.
Κι ο Δίας, θλιμμένος στην καρδιά, τον έριξε στον πλατύ τον Τάρταρο.» (Ησίοδος, Θεογονία, 836- 868)

Η συνέχεια >>> VagiaBlog…

Υπάρχει μια παραλλαγή του μύθου για τη γέννηση του τρομερού τέρατος Τυφώνα, που αναφέρει πως μητέρα του ήταν η Ήρα. Η κόρη του Κρόνου θύμωσε όταν ο Δίας, έξω από τη συζυγική τους σχέση, γέννησε μόνος του, βγάζοντας από την κεφαλή του την Αθηνά. Γι’ αυτό η Ήρα ζήτησε τη βοήθεια της Γης και των άλλων θεών, ώστε να γεννήσει ένα παιδί πολύ πιο δυνατό από τον Δία, αλλά χωρίς να ντροπιάσει το όνομά της. Το θέλημα της θεάς πραγματοποιήθηκε και έτσι γέννησε τον τρομερό Τυφώνα, που ‘ταν πολύ δυνατός. Η βασιλοθεά έδωσε το παιδί της, σαν το γέννησε, σε μια δράκαινα να το αναθρέψει. Αυτή είχε τη φωλιά της κοντά σε μια πηγή στην περιοχή των Δελφών. Σύμφωνα με τον ομηρικό ύμνο, ο Απόλλωνας σαν ήρθε στην περιοχή να ιδρύσει το ιερό του σκότωσε με τα βέλη του πρώτα τη δράκαινα και μετά το θρέμμα της, τον Τυφώνα, γιατί προξενούσαν πολλά κακά στην περιοχή.
Ας δούμε την γέννηση του Τυφώνα από την Ήρα, όπως την παραθέτει ο Ομηρικός Ύμνος:
« Και κοντά η βρύση η καλλίροη όπου τη δράκαινα σκότωσε
ο βασιλιάς, του Δία γιος με το πανίσχυρό του τόξο,
τέρας μεγάλο άγριο χοντροθρεμμένο, που πολλά δεινά
έκανε στους ανθρώπους πάνω στη γη, πολλά σ’ αυτούς,
πολλά και στα λυγεροπόδαρα τα’ αρνιά, που ήταν για κείνους κακό ματοβαμμένο.
Κάποτε που δέχτηκε από τη χρυσόθρονη Ήρα τον φοβερό κι επικίνδυνο Τυφώνα,
τον μεγάλωσε σαν συμφορά για τους θνητούς,
αυτόν που η Ήρα κάποτε τον γέννησε θυμωμένη με τον πατέρα Δία
όταν ο Κρονίδης γέννησε την ένδοξη Αθηνά
απ’ το κεφάλι του· εκείνη, η σεβαστή Ήρα , ευθύς οργίστη
και είπε στη σύναξη των αθανάτων:
Ακούστε με, όλοι οι θεοί κι όλες οι θεές,
πώς αρχινά να με ντροπιάζει ο συννεφομαζώχτης Δίας
πρώτος, αφού σύζυγό του φρόνιμη μ’ έκανε·
και τώρα, δίχως εμέ, τη γλαυκομάττα Αθηνά γεννάει,
που ξεχωρίζει σε όλους τους μακάριους αθάνατους·
σαν, όμως, γεννήθηκε ανάπηρος μες στους θεούς
ο γιος μου ο Ήφαιστος ο σταβοπόδης, που μόνη μου τον γέννησα,
αρπάζοντάς τον με τα χέρια,
τον έριξα μες στην πλατιά τη θάλασσα·
αυτόν, ωστόσο, η κόρη του Νηρέα, η ασημοπόδαρη Θέτις,
τον δέχτηκε και τον φρόντισε μαζί με τις αδελφές της·
και θα ευχόμουν άλλη χάρη να έκανε στους μακάριους θεούς.
Τρομερέ δολοπλόκε, τι άλλο σοφίζεσαι;
Πώς τόλμησες μονάχος να γεννήσεις τη γλαυκομάτα Αθηνά;
Δε θα μπορούσα να τη γεννήσω εγώ; Μ’ όλο που με λένε δική σου
κι είμαι ανάμεσα στους αθανάτους που κατοικούνε στον πλατύ ουρανό.
Εξήγησέ μου τώρα, μήπως σοφιστώ ενάντιά σου κάτι
κακό αργότερα· και εγώ θα μηχανευτώ πώς θα γεννηθεί
ο δικός μου γιος ξεχωριστός μες στους αθανάτους,
χωρίς να ντροπιάσω ούτε το ιερό κρεβάτι σου ή το δικό μου
και δίχως να πλαγιάσω μαζί σου, αλλά από σένα
όντας μακριά, θα ‘μαι με τους αθάνατους θεούς.
Έτσι είπε και θυμωμένη έφυγε μακριά από τους θεούς.
Αμέσως μετά προσευχήθηκε η βοϊδομάτα Ήρα η σεβαστή,
κι απλώνοντας τα χέρια άγγιξε τη γη και λόγια είπε:
Ακουστέ με, η Γη και ο πλατύς Ουρανός από πάνω,
οι Τιτάνες και οι θεοί που κατοικείτε κάτω από τη Γη
στον μεγάλο Τάρταρο, απ’ όπου έρχονται άνθρωποι και θεοί·
εσείς τώρα ακούστε με όλοι, και δώστε μου παιδί
χωρίς το Δία, μα όχι κατώτερο σε δύναμη από εκείνον·
να είναι ανώτερός του όσο και ο μεγαλομάτης Δίας απ’ τον Κρόνο.
Έτσι μίλησε και χτύπησε τη Γη με το γερό της χέρι·
και σείστηκε η Γη η ζωοδότρα κι εκείνη το είδε
και χάρηκε η ψυχή της, πιστεύοντας πως θα ευοδωθεί η ευχή της.
Και από τότε κι ίσαμε να συμπληρωθεί ο χρόνος,
ούτε σε θρόνο ολοσκάλιστο, όπως παλιά, κάθισε δίπλα του
σκέψεις να κάνει συνετές·
αλλά σε ναούς κατάμεστους παραμένοντας
η βοϊδομάτα Ήρα η σεβαστή ευφραινόταν με τις θυσίες.
Και σαν τελείωσαν οι μήνες και οι μέρες
και του έτους που κύλησε έφτασε πάλι η κατάλληλη εποχή ,
γέννησε εκείνη ούτε με τους θεούς όμοιον ούτε με τους θνητούς
το φοβερό κι επικίνδυνο Τυφώνα, συμφορά των θνητών.
Τον πήρε αμέσως η βοϊδομάτα Ήρα η σεβαστή
και τον έδωσε μετά, φέρνοντας κακό στο κακό· κι η δράκαινα τον δέχτηκε·
αυτός πολλές συμφορές έφερε στα σπουδαία γένη των ανθρώπων.
Όποιος την αντίκριζε, του έφερνε τη μέρα του θανάτου του
ώσπου την τόξευσε ο μακροβόλος βασιλιάς Απόλλωνας με βέλος
ισχυρό· κι εκείνη σπαράζοντας με φριχτούς πόνους
έπεσε στη γη βαριαναστενάζοντας κουλουριασμένη.» (Ομηρικοί Ύμνοι, Στον Απόλλωνα, 300- 359)
Η μυθολογία μας αναφέρει πως ο Τυφώνας έσμιξε με την Έχιδνα, που ήταν μισή γυναίκα και μισή φίδι. Απ’ αυτό το σμίξιμο γεννήθηκαν πολλά τέρατα και μάστιγες των ανθρώπων: ο Κέρβερος, το άγριο τρικέφαλο σκυλί του Άδη, η πολυκέφαλη Λερναία Ύδρα, η Χίμαιρα, η Σκύλλα, οι δύο δράκοι, όπου ο πρώτος φύλαγε τα μήλα των Εσπερίδων και ο δεύτερος το χρυσόμαλλο δέρας στην Κολχίδα, η Σφίγγα, που ήταν ο όλεθρος στη Θήβα, ο λέων της Νεμέας, ο Όρθος, το σκυλί του Γηρυόνη, κι ο αετός, που ‘τρωγε καθημερινά το συκώτι του Προμηθέα. Απ’ τη σπορά του Τυφώνα προέρχονταν οι μανιασμένοι άνεμοι.
Ο Τυφώνας ετυμολογικά έχει σχέση με τον τύφο και την τούφα. Στο Μέγα Λεξικό του Δ. Δημητράτου, ως αρχική σημασία της λέξης τύφος δίνεται: καπνός, ατμός, αχλύς, ζόφος, σκότος, οπότε συνδέεται με έντονα καιρικά φαινόμενα. Γνωρίζουμε ότι ο τυφώνας είναι το πιο εντυπωσιακό και βίαιο από τα έκτακτα φυσικά και μετεωρολογικά φαινόμενα.
Επομένως, τα παιδιά του Τυφώνα συμβολίζουν τις βίαιες ριπές του ανέμου, τους τρομερούς σίφουνες. Γυναίκα του, η 'Εχιδνα, είναι το σύννεφο της θύελλας με τις μαύρες αναδιπλώσεις. Με το πάνω μέρος του σώματός της, η Έχιδνα είναι μια νέα νύμφη, με βλέμμα γλυκό , μ’ ωραίο πρόσωπο, ενώ στο υπόλοιπο του σώματος είναι ένα πελώριο και φριχτό φίδι, σκεπασμένο με λέπια που έχουνε μεταβλητά χρώματα.
Έτσι, στην μυθολογία των προγόνων μας ο Τυφώνας συνδέεται με έντονα μετεωρολογικά φαινόμενα, που εκδηλώνονται με πολλή βιαιότητα. Οι θύελλες, οι ανεμοστρόβιλοι, οι δίνες, η έντονα ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα, το ξερίζωμα των δέντρων και η αρπαγή των στεγών από τα σπίτια, ακόμη και το γκρέμισμα, στην φαντασία των αρχαίων έδωσε αυτή την τρομαχτική μορφή του τέρατος. Συνδέεται επίσης με σεισμική και ηφαιστειακή δραστηριότητα από το ξερίζωμα βουνών και το στήσιμο του εργαστηρίου του θεού Ήφαιστου στο σβέρκο του Τυφώνα.
Αυτή τη βιαιότητα των καιρικών φαινομένων συνδέει με τον Τυφώνα ο Ησίοδος:
«Από τον Τυφωέα έρχεται η ορμή των ανέμων που υγρά φυσούν,
εκτός απ’ το Νοτιά και το Βοριά και το Ζέφυρο που φέρνει αιθρία:
αυτοί ‘ναι στη γενιά απ’ τους θεούς και στους θνητούς μεγάλο όφελος.
Ενώ οι άλλοι άνεμοι φυσούνε άστατα πάνω στη θάλασσα.
Είναι αυτοί που πέφτουνε στο σκοτεινό τον πόντο,
μεγάλη συμφορά για τους θνητούς, και μαίνονται με θύελλα κακή.
Κάθε φορά πνέουν κι αλλιώς και τα καράβια διασκορπίζουνε,
τους ναύτες αφανίζουν. Και δεν υπάρχει προστασία απ’ το κακό
για τους ανθρώπους που θα τους συναντήσουν μες τη θάλασσα.
Και άλλοι επάνω στην απέραντη τη γη, που ‘ναι γεμάτη άνθη,
τα εράσμια αφανίζουνε των χαμογέννητων ανθρώπων τα χωράφια,
γεμίζοντάς τα σκόνη και συρφετό από φρύγανα αφόρητο. (Ησίοδος, Θεογονία, 869- 880)