Δευτέρα, 4 Δεκεμβρίου 2017

Μ ή δ ε ι α

[[ δαμ- ων ]]

3. ΑΙΣΟΝΑΣ ΚΑΙ ΠΕΛΙΑΣ
ΑΝΑΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΙΑΣΟΝΑ
Αρκετά χρόνια πριν γεννηθούν ο Ιάσονας και η Μήδεια, στην Αιολίδα- όπως ονομαζόταν τότε η Θεσσαλία- ζούσε ο Σαλμωνέας. Τούτος ήταν γιος του Αιόλου, του ρήγα της Αιολίδας, και της Εναρέτης. Και για τον Σαλμωνέα ήταν μικρός ο τόπος της Αιολίδας. Το βασιλόπουλο δεν πήγε τόσο μακριά, όσο ο Αιήτης. Αυτό ήρθε στην Ήλιδα με πολλούς Αιολείς, που το ακολούθησαν. Στο νέο τόπο, αφού έδιωξε τον Αιτωλό, ίδρυσε μια νέα πόλη κοντά στον Αλφειό ποταμό, του της έδωσε το όνομά του και την ονόμασε Σαλμώνη, κι έγινε ο βασιλιάς της. Εκεί παντρεύτηκε την Αλκιδίκη, τη θυγατέρα του ρήγα Αλεού της Αρκαδίας, από την οποία απόχτησε μια πανέμορφη κόρη, την Τυρώ.
Σύντομα πέθανε η Αλκιδίκη και πήρε δεύτερη σύζυγο τη Σιδηρώ. Τα μυαλά του Σαλμωνέα πήραν αέρα. Μέθυσε από το αξίωμα του βασιλιά και στη φαντασία του θέλησε να γίνει ίδιος με το ρήγα των θεών, τον βροντορίχτη Δία. Για να κάνει τους υπηκόους του να το πιστέψουν κι έτσι να τον λατρεύουν σαν το πρώτο των θεών και να του προσφέρουν θυσίες, πρόσταξε να του έφτιαξαν ένα λαμπρό άρμα με χάλκινους ή σιδερένιους τροχούς.

Η συνέχεια >>> VagiaBlog…

Στο άρμα κρέμασε χάλκινα λεβέτια, που με την κίνηση του άρματος χτυπούσαν μεταξύ τους και καμπάνιζαν δίνοντας την εντύπωση πως ο αρματηλάτης εκσφενδόνιζε κεραυνούς, ενώ ταυτόχρονα πέταγε αναμμένους δαυλούς, μαζί με το ηνίοχό του, κάνοντας πως ρίχνει αστραπές. Ο λαός τρομοκρατήθηκε από το θέαμα και πίστεψε πως ήταν θεός. Έτσι άρχισε να το λατρεύει σα να ‘ταν ο Δίας.
Σε μια παραλλαγή του μύθου έβαλε ο βλάσφημος βασιλιάς να στρώσουν τους δρόμους με χάλκινα φύλλα, πάνω στους οποίους οδηγούσε το χάλκινο ή σιδερένιο άρμα του, πίσω από το οποίο είχε κρεμάσει χοντρές και μακριές αλυσίδες, που έκαναν μεγάλο κρότο, πιστεύοντας πως μιμείται τους κεραυνούς του Ολύμπιου Δία.
Η πεντάμορφη Τυρώ, η κόρη του ανόσιου Σαλμωνέα, αν και ήταν ανήλικη, δεν δίστασε να αντιδράσει στις αξιώσεις του πατέρα της. Προσπαθούσε να τον προσγειώσει λέγοντας πως κανείς θνητός δεν μπορεί να σταθεί δίπλα στους αθάνατους θεούς. Πολύ δε περισσότερο δεν δικαιούται να έχει την αξίωση να λατρεύεται! Γι’ αυτή τη στάση της κέρδισε την αγάπη των θεών.
Ο νεφοσκεπάστης Δίας δεν ανέχτηκε για πολύ το υβριστικό κι ανόσιο φέρσιμο του φαντασμένου βασιλιά. Αγανάκτησε, λοιπόν, για την αλαζονεία του και ρίχνοντας από τον υψηλό Όλυμπο τα αστροπελέκια του καρβούνιασε τον απερίσκεπτο ρήγα, αλλά ταυτόχρονα εξόντωσε και τον άπιστο λαό του.Η τιμωρία του, λένε, πως συνεχίστηκε και στον Άδη. Εκεί, στον Κάτω Κόσμο, είναι αναγκασμένος ολοένα να τρέχει χωρίς σταματημό με το άρμα του.
Από τη μεγάλη καταστροφή του βασιλείου του Σαλμωνέα μόνον η πιστή στους θεούς Τυρώ γλύτωσε. Αφού είδε το χαλασμό της πατρίδας της και τον αφανισμό όλων των δικών της, ο ίδιος ο Δίας την οδήγησε στην πατρίδα του πατέρα της. Βρέθηκε στην Ιωλκό, όπου βασίλευε ο Κρηθέας, γιός κι αυτός του Αίολου κι αδελφός του πατέρα της.
Μεγάλωσε η Τυρώ στο παλάτι του θείου της κι έγινε μια πολύ όμορφη γυναίκα. Μα πήγε κι αγάπησε τον ποταμίσιο θεό Ενιπέα. Εκείνος, όμως, δεν της έδινε σημασία. Η βασιλοπούλα πεισμωμένη κάθε μέρα πήγαινε στις όχθες του, όπου έκλαιγε και του παραπονιόταν για την αδιαφορία του. Την πρόσεξε ο Κοσμοσείστης Ποσειδώνας κι όπως ήταν απερίγραπτης ομορφιάς την ερωτεύτηκε. Σκαρφίστηκε, λοιπόν, να πάρει τη μορφή του Ενιπέα και να την κάνει δική του. Έτσι κι έγινε. Στις όχθες του ποταμού, πήρε την όψη του ποταμίσιου θεού και τρύγησε τα κάλλη της. Μετά πήρε τη μεγαλόπρεπη μορφή του και της προφήτεψε πως θα γεννήσει δυο γιους. Της έδωσε, όμως, την εντολή να κρατήσει μυστική την ερωτική τους σχέση.
Σαν συμπληρώθηκαν οι μήνες κι ένιωσε πως έφτασε της γέννας η ώρα, η Τυρώ προσποιήθηκε πως θα πήγαινε στο ποτάμι να πλύνει τα ρούχα της. Εκεί, στην ερημιά, μακριά από το παλάτι, γέννησε τους δύο γιους της. Μετά τα έβαλε στη σκάφη της μπουγάδας και τα παράτησε στην τύχη τους, επιστρέφοντας στο παλάτι. Πώς ήταν, όμως, μπορετό να χαθούν τα παιδιά ενός θεού; Κάποιος αλογοβοσκός που έφερε τα περήφανα άτια του στο ποτάμι για να τα ποτίσει, άκουσε το κλάμα των μωρών, όταν ένα από τα άλογα πάτησε το ένα μικρό. Πήρε, λοιπόν, μαζί του τα νεογέννητα και τα κουβάλησε στο φτωχικό του. Εκεί η γυναίκα του ανέλαβε να τα μεγαλώσει, σαν να ήσαν δικά τους. Εκείνο που το είχε πατήσει το άλογο και είχε το μελάνιασμα της πατησιάς, το ονόμασαν Πελία (πελιός= πελιδνος, μαυροκίτρινος). Το άλλο το ονόμασαν Νηλέα, γιατί, τάχα, μια σκύλα που το λυπήθηκε (κατελέησεν αυτόν) το είχε βυζάξει.
Μετά από χρόνια η Τυρώ άκουσε από τον αλογοβοσκό πως είχε βρει μέσα σε μια μπουγαδοσκάφη δυο μωρά, στις όχθες του ποταμού, και τα αναγνώρισε, οπότε τα πήρε στο παλάτι. Στο μεταξύ, είχε γίνει γυναίκα του θείου της Κρηθέα, στον οποίο είχε γεννήσει τρεις γιούς, τον Αίσονα, τον Αμυθάονα και τον Φέρη.
Σχετικά με τη γέννηση του Πελία και του Νηλέα υπάρχει και μια άλλη παραλλαγή του μύθου. Το σμίξιμο της Τυρώς με τον Κοσμοσείστη Ποσειδώνα έγινε στο παλάτι του πατέρα της, στη Σαλμώνη. Η Τυρώ τα γέννησε κρυφά έξω από το παλάτι, όπου τα βρήκε ένας βοσκός, και τα ανέθρεψε. Σαν πέθανε η μητέρα της Αλκιδίκη, ο Σαλμωνέας παντρεύτηκε τη Σιδηρώ, όνομα και πράγμα. Η μητριά ήταν σκληρή σαν σίδερο και έβρισκε χαρά να κακομεταχειρίζεται την προγονή της. Αν και ήταν βασιλοπούλα την μεταχειριζόταν σαν δούλα, βάζοντάς την να κάνει τις χειρότερες δουλειές. Από πάνω την έδερνε και την βασάνιζε.
Ο πατέρας της σαν κατάλαβε πως ήταν έγκυος, κορίτσι ακόμα, δεν ήθελε να τη δει στα μάτια του. Η κόρη όταν ήρθε η ώρα της γέννας έφυγε από το παλάτι και τα μωρά της τα έβαλε σε μια σκάφη, όπου τα βρήκε ο βοσκός. Η Τυρώ αναγνώρισε τα παιδιά της σε μια βρύση, όπου την είχε στείλει η Σιδηρώ να της φέρει νερό. Η ντυμένη με κουρέλια μάνα και κοντοκουρεμένη είδε κρεμασμένη τη σκάφη στο καλύβι του βοσκού. Τη γνώρισε από ένα χαρακτηριστικό σημάδι, που ‘χε, και έτσι βρήκε τα παιδιά της.
Αργότερα η σκληρή Σιδηρώ πλήρωσε με το θάνατό της το σκληρό φέρσιμο προς την Τυρώ. Βρήκε το θάνατο από το χέρι του Πελία. Μετά η Τυρώ παντρεύτηκε τον Κρηθέα, στον οποίο χάρισε τρεις γιους.
Ο Όμηρος στην “Οδύσσεια”, όπου αναφέρει την κάθοδο του Οδυσσέα στον Κάτω Κόσμο, μας λέει πως ο βασιλιάς της Ιθάκης συνάντησε την Τυρώ στον Άδη:
« Εκεί είδα εγώ την αρχοντόσογη Τυρώ να φτάνει πρώτη,
κι έλεγε κόρη του αψεγάδιαστου του Σαλμωνέα πως ήταν
την είχεν ο Κρηθέας γυναίκα του, του Αίολου ο γιος, μα πρώτα
αυτή έναν ποταμό ερωτεύτηκε, το θείο τον Ενιπέα,
τον ποταμό που τα ομορφότερα νερά στη γης σκορπίζει,
γι' αυτό συχνά κι εκείνη πήγαινε στα πάγκαλα νερά του.
Τούτου την όψη ο σαλευτής της γης, ο Κοσμοσείστης, πήρε
και πλάγιασε, στου βαθιοστρόβιλου του ποταμού το στόμα,
μαζί της· κύμα τους περίζωσε καμπουρωτό, γεράνιο,
σαν ορός, το θεό σκεπάζοντας και τη θνητή γυναίκα.
Τη ζώνη εκεί ο θεός της έλυσε της παρθενίας και μ' ύπνο
την περεχύνει, κι ως εχάρηκε μαζί της την αγάπη,
σφίγγει το χέρι της, της μίλησε κι αυτά της λέει τα λόγια:
«Χαίρου, γυναίκα, την αγάπη μου! Στο γύρισμα του χρόνου
γιους διαλεχτούς θα κάμεις· ο έρωτας ποτέ των αθανάτων
δεν πάει χαμένος· μόνο γνοιάζου τους και μικρανάθρεψέ τους.
Τώρα στο σπίτι τράβα αμίλητη και κρύβε τ' όνομά μου·
ο Ποσειδώνας όμως κάτεχε πως είμαι, ο κοσμοσείστης!"
Είπε, και βούτηξε στη θάλασσα την πολυκυματούσα·
κι αυτή γκαστρώθη και του γέννησε δυο γιους, τρανούς ρηγάδες,
που στου μεγάλου Δία τη δούλεψη στάθηκαν, τον Πελία
και το Νηλέα. Μες στην πλατύχωρην Ίωλκό ο Πελίας εζούσε,
πλούσιος σε πρόβατα, κι ο δεύτερος στην αμμουδάτη Πύλο.
Τους άλλους στον Κρηθέα τους γέννησεν η αρχόντισσα γυναίκα,
τον Αμυθάονα τον πολέμαρχο, τον Αίσονα, το Φέρη.» ( Όμηρος, Οδύσσεια, λ΄, 235- 259)
Θέλημα του Δία ήταν τα δυο αδέλφια Πελίας και Νηλέας να βασιλέψουν σε μέρη που να απείχαν μεγάλη απόσταση. Ο πρώτος να γίνει ρήγας της Ιωλκού, στους πρόποδες του μαγευτικού Πήλιου, και ο Νηλέας να εγκατασταθεί στη νοτιοδυτική Πελοπόννησο. Υπήρχαν, όμως, και οι φαρμακόγλωσσες που έλεγαν πως τα αδέλφια μάλωσαν για το ποιος θα βασιλέψει στην Ιωλκό. Ο Πελίας κέρδισε τη βασιλεία της Ιωλκού, που την είχε χτίσει ο Κρηθέας. Έμεινε, λοιπόν, στην πατρίδα τους, όπου πήρε την Αναξιβία για σύζυγο, την κόρη του Βίαντα. Αυτή του γέννησε έναν γιο, τον Άκαστο και πέντε κόρες, τις Πελιάδες, όπως τις είπαν. Τα ονόματά τους ήσαν: Πεισιδίκη, Πελόπεια, Ιπποθόη, Μέδουσα και Άλκηστη. Ο Νηλέας, που έχασε στη διαμάχη με τον αδελφό του, αναγκάστηκε να φύγει από την πατρίδα του και να μετοικήσει στη μακρινή Μεσσηνία, κοντά στον ετεροθαλή αδελφό του Αμυθάοντα. Τα δυο αδέλφια εκεί έχτισαν την Πύλο.
Από τους γιους της Τυρώς με τον Κρηθέα ο Αίσονας ίδρυσε τη θεσσαλική πόλη Αίσωνα- πιθανόν το σημερινό Σέσκλο. Παντρεύτηκε την Πολυμήλα ή Πολυμήδη- σύμφωνα με άλλους την Αλκιμέδη- που ήταν κόρη του Αυτόλυκου κι απόχτησε γιο τον Ιάσονα. Ο Φέρης ίδρυσε την πόλη των Φερών- κοντά στο σημερινό Βελεστίνο- κι από την Περικλυμένη απόχτησε τον Άδμητο και τον Λυκούργο, το βασιλιά της Νεμέας. Τέλος ο Αμυθάοντας κατέφυγε στη Μεσσηνία, όπου με τον Νηλέα έσχισαν την Πύλο. Αυτός παντρεύτηκε την Ειδομένη κι απόχτησε τον Μελάμποδα και τον Βίαντα.
Στο θρόνο της Ιωλκού δεν ανέβηκε ο νόμιμος κληρονόμος του Κρηθέα, ο Αίσονας, αλλά ο Πελίας, που παραμέρισε τον ετεροθαλή αδελφό του και πήρε την εξουσία με τη βία. Φοβούμενος για την ασφάλεια της ζωή του, αλλά και των δικών του ο Αίσονας έφυγε από την Ιωλκό. Έστειλε τον γιο του, τον Ιάσονα,βρέφος ακόμα, στον σοφό δάσκαλο Κένταυρο Χείρονα (*2), που κατοικούσε σε μια σπηλιά στο Πήλιο. Για να μην αναζητήσει τον κανονικό διάδοχο του θρόνου και τον σκοτώσει ο σκληρός Πελίας, ο Αίσονας καμώθηκε πως έχασε τον μονάκριβο γιο του. Η οικογένεια και οι φίλοι του Αίσονα μοιρολογούσαν τάχα το νεκρό βρέφος. Το φυγάδευσε με κάθε μυστικότητα στη σπηλιά του Χείρονα Την ανατροφή του ανέλαβαν η Φιλύρα, η μάνα του Κένταυρου, και η γυναίκα τουΧαρικλώ. Όταν μεγάλωσε, ο νέοςκαλλιέργησε αρμονικά νου και σώμα. Κοντά στον Χείρονα έμαθε όλες τις σπουδαίες τέχνες, αλλά και την τέχνη του πολέμου. Έγινε ένας άριστος και γενναίος μαχητής, πανέξυπνος και εφευρετικός. Πάντοτε με μεγάλη μυστικότητα ο Αίσονας ανέβαινε στο Πήλιο για να δώσει οδηγίες στον Χείρονα.
Κάποιοι λένε πως το πραγματικό όνομα του Ιάσονα ήταν Διομήδης. Ο Διομήδης κοντά στον Κένταυρο Χείρονα έμαθε πολύ καλά την βοτανολογία και τις θεραπευτικές ικανότητες των βοτάνων. Έτσι έγινε ικανός να θεραπεύει κάθε ασθένεια. Γι’ αυτό ο δάσκαλός του τον ονόμασε Ιάσονα (ίασις= θεραπεία) και μ’ αυτό το όνομα έγινε γνωστός και γράφτηκε στην ιστορία.
Σαν έγινε είκοσι ετών ο Ιάσονας θέλησε να διεκδικήσει το θρόνο της Ιωλκού και τον πατρικό κλήρο, που είχε σφετεριστεί ο θείος του Πελίας. Κίνησε, λοιπόν, από το πυκνόφυτο Πήλιο για την Ιωλκό. Στο δρόμο του συνάντησε τον ποταμό Άναυρο. Εκεί, για να δοκιμάσει την καρδιά του παλικαριού, η θεά Ήρα μεταμορφώθηκε σε μια ανήμπορη γριούλα. Ζήτησε από τον νέο να την περάσει απέναντι. Πρόθυμος ο Ιάσονας την έβαλε στον ώμο του και την έβγαλε στην αντίπερα όχθη. Μα το ποτάμι είχε φουσκώσει και στα ορμητικά νερά έχασε το ένα σαντάλι του. Έτσι συνέχισε το ταξίδι του με το ένα μόνο σαντάλι, δηλαδή μονοσάνδαλος.
Στην πόλη του πατέρα του οι κάτοικοι ήσαν συναγμένοι για να κάνουν μια λαμπρή θυσία στον θεό των υδάτων, τον Κοσμοσείστη Ποσειδώνα. Σαν εμφανίστηκε ο άγνωστος νέος, όλοι θαμπώθηκαν από την κορμοστασιά του και την ομορφιά του προσώπου του. Σαν θεός φάνταζε με την επιβλητική εμφάνισή του, έχοντας φορεσιά μαγνησιακή, ενώ μια προβιά από λεοπάρδαλη ήταν ριγμένη στους ώμους του. Στο κάθε χέρι του κρατούσε κι από ένα βαρύ δόρυ, ενώ σανδάλι φορούσε μοναχά στο δεξί του ποδάρι. Πήραν να αναρωτιούνται αν μπροστά τους είχαν τον λαμπροπρόσωπο Απόλλωνα ή τον αγέρωχο Άρη, έναν από τους γιους του βασιλιά των θεών κι ανθρώπων, του Δία.
Έφτασε στον τόπο της θυσίας πάνω στο άρμα του και ο Πελίας. Μόλις είδε τον μονοσάνδαλο Ιάσονα ταράχθηκε.Γιατί από χρόνια υπήρχε χρησμός στον Πελία πως τίποτα δεν ήταν ικανό να τον φοβίσει. Ο μόνος κίνδυνος γι’ αυτόν θα ήταν ένας μονοσάνδαλος απόγονος του Αιόλου. Κατάλαβε, λοιπόν, πως είχε μπροστά του τον άνθρωπο που θα έφερνε το θάνατό του. Κατάφερε να κρύψει τη σαστιμάρα και τον φόβο του και δήθεν αδιάφορα ρώτησε τον ξένο να μάθει την καταγωγή του. Ο νέος θαρρετά του είπε, χωρίς να γνωρίζει πως αυτός είναι ο αντίπαλος θείος του, πως γύρισε στην πατρίδα του για να διεκδικήσει το θρόνο, που κανονικά ανήκε στον πατέρα του και τον ίδιο. Ο βασιλιάς της Ιωλκού με μεγάλη προσπάθεια κράτησε στην οργή του και συνέχισε το δρόμο του.
Υπάρχει μια παραλλαγή του μύθου που λέει πως ο Αίσονας δεν είχε φύγει από την Ιωλκό, αλλά ζούσε αποτραβηγμένος σε κάποιο φτωχικό σπίτι στην άκρη της πόλης, πάντοτε με τον φόβο μήπως του κάνει κακό ο αδελφός του. Ο Ιάσονας, που είχε φύγει από βρεφική ηλικία, ζήτησε να του δείξουν οι συμπατριώτες του το πατρικό του. Ο Αίσονας με μεγάλη χαρά και με δάκρυα στα γέρικα μάτια του υποδέχτηκε τον γιο του. Σαν έμαθαν πως ζει ο Ιάσοναςκαι επέστρεψε στην Ιωλκό, τα δυο αδέλφια του Αίσονα, ο Φέρης και ο Αμυθάονας, ήρθαν να τον συναντήσουν. Μαζί τους ήρθαν και τα παιδιά τους, ο Άδμητος και ο Μελάμποδας, για να γνωρίσουν τον ξάδελφό τους. Σαν μαζεύτηκε το συγγενολόι για πέντε μέρες γιόρτασαν τον ερχομό του Ιάσονα.
Κι αφού απόσωσαν τα γλέντια, την έκτη μέρα ο Ιάσονας με όλους τους συγγενείς παρουσιάστηκε στον Πελία ζητώντας του να του παραδώσει το θρόνο, που δικαιωματικά του ανήκε. Του έκανε, μάλιστα, την παραχώρηση όλων των χωραφιών και των κοπαδιών, που παλιά ανήκαν στον Αίσονα, για να ζήσει πλούσια η οικογένεια του Πελία. Τότε με πονηριά ο Πελίας ρώτησε τον ανιψιό του, αν ήταν αυτός στη θέση του κι επρόκειτο να του πάρουν την εξουσία και ίσως να τον σκοτώσουν, τι θα έκανε; Ο ατρόμητος νέος του απάντησε- ίσως και να του έβαλε η Ήρα τα λόγια αυτά στο στόμα του- πως για να τον δοκιμάσει αν ήταν άξιος να γίνει βασιλιάς, θα το έστελνε στη μακρινή γη των Κόλχων να του φέρει το χρυσόμαλλο δέρας (*3). Πάνω σ’ αυτό το λόγο πάτησε ο παμπόνηρος Πελίας και ζήτησε από τον Ιάσονα να κάνει αυτό τον άθλο για να του παραδώσει το θρόνο της Ιωλκού. Η Ήρα ενέπνευσε την απάντηση στον Ιάσονα γιατί ήταν χολωμένη με τον Πελία, που δεν την τιμούσε. Ήθελε η θεά να πάει ο ήρωας στην Κολχίδα, να τον ερωτευθεί η Μήδεια, που θα την έφερνε μαζί του στην Ιωλκό κι αυτή να τον τιμωρήσει (όπως θα δούμε στη συνέχεια)
Στα “Αργοναυτικά” αναφέρεται αυτή η συνάντηση με τους παρακάτω στίχους:
[[ Γιατί ο Πελίας φοβόταν τους χρησμούς,
μήπως στο μέλλον του αφαιρέσουν τη βασιλική εξουσία
από το χέρι του Ιάσονα, του γιου του Αίσονα
Και στην ψυχή του μηχανευόταν γι’ αυτόν
το μονοπάτι του δόλου· όρισε λοιπόν
να φέρει από τους Κόλχους το χρυσό δέρας
στην αλογοθρέφτα Θεσσαλία. Μόλις άκουσε αυτός
τον παράλογο λόγο, άπλωσε τα χέρια του
και επικαλέστηκε τη σεβάσμια Ήρα· τούτη
απ’ τους μακάριους θεούς περισσότερο λάτρευε. Κι εκείνη
με φροντίδα παρακολουθούσε τις προσευχές του·
ξεχωριστά απ’ τους ανθρώπους τιμούσε κι αγαπούσε
τον πολυδύναμο ήρωα, τον ξακουστό του Αίσονα γιο,
κι αφού κάλεσε την Τριτογένεια, της έδωσε εντολή.
Γι’ αυτόν πρώτα έφτιαξε δρύινο πλοίο,
που πρώτο τα θαλασσινά βάθη με ελατένια κουπιά
διέσχισε και διένυε το μονοπάτι της θάλασσας. ]] (Ορφικά, “Αργοναυτικά”, 56-1032)
Άλλοι λένε πως προθυμοποιήθηκε να του παραδώσει τη βασιλεία, αρκεί να τον βοηθούσε να πραγματοποιήσει μια υποχρέωση, που δεν μπορούσε γιατί ήταν πια γέρος. Είχε παρουσιαστεί στο όνειρό του ο Φρίξος και του είχε ζητήσει να φέρει πίσω στην πατρίδα την ψυχή του, που ήταν στην πολύ μακρινή Αία και το χρυσόμαλλο δέρας, που το είχε ο Αιήτης. Κατά βάθος πίστευε πως ο Ιάσονας θα χανόταν στην εκστρατεία κι έτσι δεν θα κινδύνευε ο θρόνο του. Ο Ιάσονας με όλη την ορμή της νιότης του δέχτηκε να κάνει το εγχείρημα κι έτσι οργανώθηκε η περίφημη Αργοναυτική Εκστρατεία.
Ο λυρικός μας ποιητής Πίνδαρος περιγράφει τα πιο πάνω γεγονότα στον πυθιόνικο ύμνο 4, από τον οποίο παραθέτουμε το πιο κάτω απόσπασμα:
[[ Ήταν γραφτό ο Πελίας απ᾽ των περίλαμπρων των Αιολιδών τα χέρια
να πεθάνει ή από τις αλύγιστες βουλές τους.
Ήρθε παγερό το μάντεμα στην έξυπνη καρδιά του·
του το ᾽παν πλάι στον ομφαλό, που κέντρο είναι
της πλουσιόδεντρης μητέρας:
με κάθε τρόπο από τον μονοσάνταλο πολύ να φυλαχτεί,
όταν από το απόκρημνο κατάλυμά του
θενά ᾽ρθει στην περίβλεπτη γη της ξακουστής Ιωλκού,

ή ξένος λάχει να ᾽ναι αυτός ή συμπολίτης. [αντ. δ]
Και σαν έφτασε η ώρα, εκείνος ήρθε,
ένας έκπαγλος άντρας με δίδυμα κοντάρια,
και δυο φορούσε ρούχα, το ντόπιο των Μαγνήτων,
που εφάρμοζε στο εξαίσιο κορμί του,
και πάνωθέ του μια δορά από λιοπάρδαλη,
που από τις ριγηλές τον φύλαγε βροχές·
κι άκοφτα τα πανέμορφα σγουρά μαλλιά του
πέφτανε κυματίζοντας σ᾽ ολόκληρη την πλάτη.
Ευθυτενής γοργά προχώρησε και, δοκιμάζοντας
την άτρομη θέλησή του, στην αγορά
που ήταν γεμάτη κόσμο στάθηκε.

Κανείς δεν τον εγνώριζε, μα τον θαυμάζαν όλοι, [επωδ. δ]
και κάποιος μάλιστα είπε τούτον τον λόγο:
«Αυτός εδώ δεν πρέπει να ᾽ναι ο Απόλλωνας,
μα ούτε και της Αφροδίτης ο άντρας με το χάλκινο άρμα.
Όσο για τα παιδιά της Ιφιμέδειας,
τον Ώτο και σένα, άρχοντα τολμηρέ Εφιάλτη,
λένε πως πέθαναν στη λαμπερή τη Νάξο.
Αλλ᾽ όμως και τον Τιτυό με μια γοργή σαγίτα,
που την επήρε απ᾽ την ανίκητη φαρέτρα της,
τον πέτυχε η Αρτέμιδα, για να μην κυνηγά κανείς
έρωτες που δεν είναι στη δύναμή του.»
Κι εκεί που μίλαγαν και τέτοια λόγια αλλάζαν, [στρ. ε]
νά κι ο Πελίας που κατέφτασε γοργά
πάνω στο καλοδουλεμένο αμάξι του, που το ᾽σερναν μουλάρια.
Πάγωσε, ξεκάθαρα σαν είδε πως μόνο
στο πόδι το δεξί ο ξένος φόραγε σαντάλι.
Και, στην καρδιά του κρύβοντας την ταραχή, του λέει:
«Από ποιά χώρα, ξένε μου, παινεύεσαι πως είσαι;
Και ποιά από τις γυναίκες που γεννήθηκαν στη γη
σ᾽ έβγαλε από τη σεβαστή κοιλιά της;
Πες τη γενιά σου και μ᾽ αισχρές ψευτιές μην τη μιάνεις».

Κι αυτός, με θάρρος και με λόγια ευγενικά, απεκρίθη: [αντ. ε]
«Θα δείξω πως δάσκαλός μου ήταν ο Χίρωνας.
Τώρα από τη σπηλιά του έρχομαι,
από τη Χαρικλώ και τη Φιλύρα·
εκεί μ᾽ ανάθρεψαν οι αγνές οι κόρες του Κενταύρου.
Τα είκοσί μου χρόνια έκλεισα κοντά τους και ποτέ μου
κάτι άδικο δεν έπραξα, λόγο κακόν δεν είπα.
Τώρα να πάρω του πατρός μου το αρχαίο αξίωμα γύρισα στην πατρίδα,
που πια δεν κυβερνιέται καταπώς πρέπει,
εκείνο το αξίωμα που ο Δίας κάποτε έδωσε
στον αρχηγό του λαού, τον Αίολο, και τους γιους του.

Γιατί μαθαίνω πως αυτός ο άνομος Πελίας, [επωδ. ε]
την κρυερή υπακούοντας καρδιά του,
στέρησε απ᾽ τους γονιούς μου με τη βία
την εξουσία που απ᾽ την αρχή και με το δίκιο τους κατείχαν·
αυτοί, σαν πρωταντίκρισα το φως του κόσμου,
τρέμοντας του υπερφίαλου ηγεμόνα την αγριάδα,
κάναν τάχα πως πέθανα κι απλώσαν μαύρο πένθος
μες στο παλάτι, ανάμιχτο με γυναικείο θρήνο,
και τυλιγμένο σε γεννοφάσκια πορφυρά
κρυφά με στείλανε —η νύχτα μόνο το ᾽ξερε— ταξίδι
και μ᾽ έδωσαν στον Χίρωνα, τον γιο του Κρόνου,
να με αναθρέψει.
Με λίγα λόγια αυτή είναι η ιστορία της ζωής μου· [στρ. Ϛ]
τη μάθατε· μα δείξτε μου
ξεκάθαρα, καλοί πολίτες, πού των πατέρων μου με τ᾽ άτια τα λευκά,
βρίσκονται τα παλάτια, γιατί του Αίσονα είμαι ο γιος,
ντόπιος, και σε ξένη χώρα άλλων δεν πατάω.
Ο θεϊκός ο Κένταυρος, σαν μου μιλούσε, Ιάσονα με φώναζε.»
Έτσι είπε και, καθώς προχώρησε, τα μάτια του πατέρα
τον γνωρίσαν, και δάκρυα πλημμύρισαν τα γέρικα βλέφαρά του,
γιατί εκαταχάρηκε η καρδιά του
τον γόνο τον εξαίρετο αντικρίζοντας και τον πανώριο άντρα.

Κι ήρθαν και οι δυο του αδερφοί, [αντ. Ϛ]
καθώς το νέο ακούσαν·
ο Φέρης που δεν έμενε μακριά,
την Υπέρεια αφήνοντας κρήνη,
και ο Αμυθάων απ᾽ τη Μεσσήνη.
Και δεν αργήσανε να ᾽ρθουν
ο Άδμητος κι ο Μέλαμπος
γεμάτοι αγάπη για το ξαδέρφι τους.
Και στο συμπόσιο ο Ιάσων με λόγια γλυκομίλητα
τους καλωσόρισε, προσφέροντας σωστή φιλοξενία·
και κάθε λογής απόλαυση εξάντλησε,
καθώς για πέντε ολόκληρα μερόνυχτα
έδρεψε της ευζωίας τον ιερό ανθό.

Την έκτη μέρα όμως άρχισε ν᾽ ανακοινώνει [επωδ. Ϛ]
στους συγγενείς του σχέδια σημαντικά·
κι εκείνοι συμφωνήσαν.
Σηκώθηκαν ευθύς μαζί του απ᾽ τα θρονιά
και για το μέγαρο κινήσαν του Πελία.
Μπήκανε μέσα ορμητικά και πήρανε τη θέση τους,
κι εκείνος, ως τους άκουσε,
ξεκίνησε να τους προϋπαντήσει,
ο γόνος της ωριόμαλλης Τυρώς.
Και τότε με πραότητα ο Ιάσων,
με απαλή φωνή σταλάζοντας τις λέξεις,
των σοφών λόγων έθεσε τη βάση:
«Παιδί του Ποσειδώνα του Πετραίου,
ο νους του ανθρώπου δεν αργεί [στρ. ζ]
το δίκαιο να θυσιάσει στο δόλιο κέρδος,
αν κι έρχονται πικρά τα μεθεόρτια.
Όμως εγώ και συ πρέπει στα πάθη μας δίκαιο να βάλουμε χαλινάρι
και τη μελλοντική μας να υφάνουμε ευτυχία.
Το ξέρεις δα τί θα σου πω· η ίδια δαμάλα
και του Κρηθέα ήταν μητέρα και του τολμηρού του Σαλμωνέα·
κι εμείς, τρίτη γενιά από κείνους φυτεμένοι,
βλέπουμε τη χρυσή δύναμη του ήλιου.
Οι Μοίρες μένουνε μακριά,
όταν ανάμεσα στους ομογόνους έχθρα πέσει
που τον σεβασμό αφανίζει.

Εμείς να μοιραστούμε δεν ταιριάζει [αντ. ζ]
με ξίφη χαλκοτόρνευτα κι ακόντια
το αξίωμα το μεγάλο των προγόνων.
Εγώ τα πρόβατα και των βοδιών τα ξανθοκόκκινα κοπάδια,
καθώς και τα χωράφια όλα που απ᾽ τους γονιούς μου τ᾽ άρπαξες
και τα καρπώνεσαι, τον πλούτο σου αυξάνοντας,
σε σένανε τ᾽ αφήνω· δεν με πονεί
αν αυτά το σπιτικό σου με πλούτο υπερβολικό φορτώνουν.
Αλλά το σκήπτρο του μονάρχη και τον θρόνο,
όπου άλλοτε ο γιος καθόταν του Κρηθέα
και δίκαζε τον καβαλάρη λαό του,
αυτά, χωρίς καμιά και για τους δυο μας θλίψη,

παράδωσ᾽ τα, μην λάχει [επωδ. ζ]
και μας φέρουνε χειρότερα δεινά».
Έτσι είπε, κι ο Πελίας απάντησε κι αυτός γλυκά:
«Η γνώμη σου θα γίνει· μόνο τώρα πια των γερατειών
με ζώνει η ηλικία,
ενώ εσένα της νιότης σου το άνθος μόλις φουντώνει·
των πεθαμένων την οργή μπορείς να ημερώσεις.
Γιατί προστάζει ο Φρίξος την ψυχή του
να πάρουμε απ᾽ τα δώματα του Αιήτη
και το βαθύμαλλο το δέρμα
να φέρουμε εδώ πέρα του κριαριού,
που κάποτε τον έσωσε απ᾽ το κύμα
κι απ᾽ της μητριάς του τ᾽ άθεα όπλα. [στρ. η]
Όνειρο θαυμαστό ήρθε και τούτα μού είπε.
Πήγα στην Κασταλία χρησμό να λάβω
αν έπρεπε να επιχειρήσω κάτι·
και με παρότρυνε γοργά καράβι να ετοιμάσω.
Αυτόν τον άθλο τέλεψε συ με τη θέλησή σου,
κι ορκίζομαι να σου αφήσω
το σκήπτρο του μονάρχη και τη βασιλεία.
Του όρκου μας του απάτητου μάρτυς ας είναι
ο Δίας, ο πρόγονός μας ο κοινός.»
Τούτα συμφώνησαν και χωριστήκαν.
Και τότε ευθύς ο Ιάσονας

κήρυκες στέλνει ολούθε [αντ. η]
το ταξίδι που άρχιζε να διαλαλήσουν.]] (Πίνδαρος, “Πυθιόνικος”IV, 72- 170)
-----------------------------------------------------------
(*2) Κένταυρος Χείρωνας: γιος του Κρόνου, που είχε μεταμορφωθεί σε ίππο, και της Ωκεανίδας Φιλύρας και ήταν αθάνατος Ζούσε σε μια σπηλιά στο Πήλιο, το “χειρώνιον άντρον”, και είχε γυναίκα την Χαρικλώ, από την οποία απόκτησε 4 παιδιά. Διέφερα από του άλλους Κενταύρους τόσο στα εξωτερικά χαρακτηριστικά, γιατί τα πόδια του ήσαν ανθρώπινα κι όχι αλογίσια, όσο και στον χαρακτήρα. Οι άλλοι Κένταυροι ήσαν πρωτόγονοι, ορμητικοί και βίαιοι, ενώ αυτός ήταν ευσεβέστατος, σώφρονας και καλλιεργημένος, πασίγνωστος για τη σοφία και τις μαντικές του ικανότητες. Δεν υπήρχε τέχνη που να μην τη γνώριζε, ενώ ήταν άριστος γνώστης της ιατρικής. Σπουδαίος κυνηγός, επιδέξιος στη χρήση των όπλων κι έμπειρος στην τέχνη του πολέμου. Θεωρείται ο εφευρέτης της λύρας κι ήταν εξαίρετος μουσικός. Ξακουστός για τις παιδαγωγικές του ικανότητες, για τις οποίες η παράδοση του αποδίδει σαν μαθητές πολλούς ήρωες αλλά και θεούς. Ο Απόλλωνας του ζήτησε να του μάθει μουσική και το παίξιμο της λύρας, ενώ του εμπιστεύτηκε την ανατροφή του Ασκληπιού, που του δίδαξε την ιατρική μαθαίνοντάς του ακόμη πώς να επιβραδύνει το θάνατο των ανθρώπων ή και πώς να τους ανασταίνει. Σχεδόν όλοι οι μεγάλοι ήρωες μαθήτευσαν κοντά του. Ο Θησέας, ο Πηλέας και ο Ιάσονας, ο Αχιλλέας και ο Πάτροκλος, ο Οδυσσέας καθώς και άλλοι ήρωες του Τρωικού πολέμου, ο Αμφιάραος, ο Κάστορας, ο Πολυδεύκης, ο Μελέαγρος κι άλλοι ήρωες που έλαβαν μέρος στο κυνήγι του Καλυδωνίου κάπρου. Ο μάντης Τειρεσίας στον Χείρωνα οφείλει την μαντική του τέχνη.
Ο Χείρωνας βρήκε το θάνατο, αν και αθάνατος στον Μαλέα, όπου είχε καταφύγει μαζί με τους άλλους Κενταύρους, διωγμένος από το Πήλιο από τους Λαπίθες. Πως όμως πέθανε; Ένα από τα βέλη του Ηρακλή τον πλήγωσε στο πόδι ( « εμπήγνυται τω γόνατι του Χείρωνος » μας αναφέρει ο Απολλόδωρος ) και υπέφερε από αφόρητους πόνους. Ο θάνατος δε μπορούσε να τον ανακουφίσει, γιατί ήταν αθάνατος. Μπροστά σ’ αυτή την αφόρητη κατάσταση δέχτηκε να ανταλλάξει την αθάνατη φύση του με τη θνητή του Προμηθέα κι έτσι με το θάνατό του έγινε συγκάτοικος των θεών.
Μια μεταγενέστερη παράδοση μας λέει ότι δεν κατέβηκε στον Άδη, αλλά καταστερίστηκε ανεβαίνοντας στον ουρανό σαν αστερισμός ( Τοξότης ή Κένταυρος ).

Πέμπτη, 23 Νοεμβρίου 2017

Μ ή δ ε ι α

[[ δαμ- ων ]]

2. ΑΙΗΤΗΣ
Ήταν γιος του Ήλιου και της Ωκεανίδας Πέρσης. Αδελφές του ήταν η μάγισσα Κίρκη, και η Πασιφάη, η γυναίκα του βασιλιά της Κρήτης Μίνωα, κι αδελφός του ο Αλωέας. Κάποιοι ιστορούν για μάνα του Αιήτη την Αντιόπη.
Ο Όμηρος στην Οδύσσεια αναφέρει το γεννεαλογικό δένδρο του Αιήτη περιγράφοντας την άφιξη του Οδυσσέα στο νησί της Κίρκης:
[[ Στης Αίας πάμε το νησί που κατοικούσε η Κίρκη,
θεά μεγάλη, φοβερή, που σα θνητή λαλούσε,
κι ήταν ομόσπλαχνη αδελφή του δολοπλέχτη Αιήτη.
Είχαν το θνητοφωτιστή πατέρα τους τον Ήλιο,
κι είχαν την Πέρση μάνα τους, του Ωκεανού την κόρη.]] (Όμηρος, “Οδύσσεια”, κ΄, 135- 139)
Τα ίδια μας αναφέρει και ο Ησίοδος:
[[ Στον Ήλιο τον ακάματο του Ωκεανού η κόρη η ξακουστή,
η Περσηίς, του γέννησε την Κίρκη και το βασιλιά Αιήτη.
Ο Αιήτης, ο γιος του Ήλιου, του φωτοδότη των θνητών,
την κόρη του Ωκεανού, του τέλειου ποταμού,
την Ιδυία με τα ωραία μάγουλα, παντρεύτηκε με των θεών τη βούληση.
Κι αυτή τη Μήδεια τού γέννησε με τους ωραίους αστραγάλους,
αφού νικήθηκε απ᾽ τον έρωτα χάρη στην Αφροδίτη τη χρυσή. ]] (Ησίοδος, Θεογονία, 956- 962)
Ο πατέρας τους Ήλιος σαν μεγάλωσαν οι γιοι του, τους μοίρασε το βασίλειό του. Στον Αλωέα έδωσε την Αρκαδία και στον Αιήτη την Κόρινθο, που εκείνα τα χρόνια Έφυρα την έλεγαν.

Η συνέχεια >>> VagiaBlog

Ο Αιήτης ήταν άνθρωπος ανήσυχος και δεν τον χωρούσε ο μικρός τόπος της Κορίνθου. Δεν ήθελε να κάτσει να γεράσει και να πεθάνει άπραγος στο βασίλειο που κληρονόμησε. Το σαράκι του εξερευνητή δεν το άφηνε σε ηρεμία. Μπορεί και να πήρε χρησμό να φύγει από την Κόρινθο για την μακρινή Κολχίδα, Θέλησε, λοιπόν, να πάει να αποικήσει προς τα μέρη της μακρινής Ανατολής, εκεί όπου ξεκινούσε κάθε πρωινό ο πατέρας του, ο Ήλιος πάνω στο λαμπρό άρμα του το μεγάλο ταξίδι του στο τοξοτό δρόμο πάνω στο γαλάζιο ουρανό, φέγγοντας στους θνητούς και δίνοντας ζωή σε καθετί που ζούσε πάνω στην παντοθρέφτα γη.
Έχοντας κατά νου πως μερικές φορές η τύχη παίζει παράξενα παιγνίδια στους ανθρώπους, για να εξασφαλίσει το μέλλον της οικογένειάς του, αν συναντούσε στη βαρβαρική γη αναποδιές, θέλησε να εξασφαλίσει το θρόνο του στην Κόρινθο. Διάλεξε για αντικαταστάτη του τον Βούνο, γιο του άλλου θεού, του φτεροπόδαρου Ερμή, και της Αλκιδάμειας. Αφού συμφώνησαν να παραδώσει τον θρόνο είτε στον ίδιο, αν γύριζε γρήγορα, ή σε κάποιο από τους απογόνους του, αν αυτός πέθαινε στη ξένη γη, ο Αιήτης σχεδίασε με κάθε λεπτομέρεια το μεγάλο ταξίδι. Πήρε την υπόσχεση από τον Βούνο πως αν επέστρεφε γρήγορα θα του ξανάδινε πάλι το σκήπτρο της βασιλείας. Κι αν ο ίδιος είχε φύγει για τον Κάτω Κόσμο, όποιος από τους διαδόχους καθόταν στο θρόνο της εξουσίας. Έτσι, ο Αιήτης αφού ρύθμισε όλες τις υποθέσεις του στην πατρίδα, την Κόρινθο, ξεκίνησε το μακρύ ταξίδι με τους ανθρώπους του. Μετά από πολύ καιρό έφτασε στα πέρατα του κόσμου. Εκεί που τελείωνε ο Ωκεανός, στην πολύ μακρινή Αία, που την έλεγαν και Κοκχίδα. Στην αλαργινή αυτή χώρα, που βάρβαροι την κατοικούσαν, έγινε βασιλιάς.
Ήταν θέλημα των θεών να πάρει για γυναίκα του την Ειδυία, ή Ιδυία, μια από τις κόρες του Ωκεανού. Μαζί της απόχτησε δύο πανέμορφες κόρες, την Μήδεια, που ήταν πανέξυπνη και γνώριζε άριστα τη μαγεία και τη χρήση των γιατρικών και των βοτάνων, και την Χαλκιόπη. Η δεύτερη γυναίκα του, η Ευρυλύτη, του χάρισε τον μοναχογιό του, τον Άψυρτο.
Γρήγορα διαδόθηκε η φήμη στους ξένους πως στην Κολχίδα βασίλευε ένας φοβερός βασιλιάς. Ο Αιήτης έγινε σκληρός γιατί ο πατέρας του ο Ήλιος του έδωσε χρησμό πως θα γνώριζε το θάνατο από το χέρι κάποιου Αιολίδη (*1). Υπήρχε κι άλλος χρησμός- μπορεί να ήταν και προειδοποίηση του νεκρού Φρίξου σε όνειρο που είδε ο ρήγας Αιήτης- πως η εξουσία του, ακόμα και η ίδια του η ζωή, θα κρατούσε για όσο χρόνο ήταν στο άλσος του Άρη, κρεμασμένο πάνω στην ιερή βελανιδιά το χρυσόμαλλο δέρας. Αν τύχαινε κι ερχόταν από τα μακρινά ξένα κάποιος και έπαιρνε το χρυσόμαλλο δέρας, μαζί θα ερχόταν και το τέλος του Αιήτη.
Και ποιος δε θα ‘παιρνε με τέτοιο χρησμό τα μέτρα του; Έτσι, ο ξενοφερμένος ρήγας της Κολχίδας έσπειρε παντού τη φήμη πως όποιος ξένος πατούσε το πόδι του στη γη των Κόλχων, ήταν καταδικασμένος να βρει τον θάνατο.

--------------------------------------------
(*1) Αίολος: Ήταν γιος του Έλληνα και της Νύμφης Οθρηίδας. Επομένως υπήρξε εγγονός του Δευκαλίωνα και της Πύρρας. Αδελφοί του Αίολου ήσαν ο Δώρος και ο Ξούθος. Ο Αίολος βασίλεψε στη Θεσσαλία, που παλιά ονομαζόταν Αιολίδα. Το όνομα Θεσσαλία το απόκτησε αργότερα από τον Θεσσαλό, τον γιό του Ιάσονα και της Μήδειας. Ο Αίολος παντρεύτηκε την Εναρέτη, την κόρη του Δηίμαχου.

Σάββατο, 18 Νοεμβρίου 2017

Μ Η Δ Ε Ι Α

[[ δαμ- ων ]]

1. ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ
Η Μήδεια δεν είναι βάρβαρη, όπως την αποκαλούν οι περισσότεροι συγγραφείς. Μπορεί να ζούσε σε βαρβαρική χώρα, αλλά η καταγωγή της είναι Ελληνική. Ο πατέρας της Αιήτης είναι Έλληνας, αρχικά βασιλιάς της Κορίνθου. Η καταγωγή της, λοιπόν, ήταν από την Κόρινθο. Εκεί έμελλε να γυρίσει, πολλά χρόνια αφότου ξενιτεύτηκε ο πατέρας της, και να παιχθεί η μεγάλη τραγωδία της ζωής της, που αποτελεί το κεντρικό θέμα αυτής της μονογραφίας.
Ο Ρωμαίος ποιητής Οβίδιος στο βιβλίο του “Ερωτικές επιστολές” παρουσιάζει τη Μήδεια να γράφει μια επιστολή διαμαρτυρίας στον αγαπημένο της Ιάσονα, που την έχει προδώσει για τα γλυκά μάτια της Γλαύκης, όπου η προδομένη γυναίκα από την Κολχίδα λέει με πικρό παράπονο, πως ο καλός της την αποκαλεί βάρβαρη. Επιπλέον το απόσπασμα, που παραθέτουμε, μας εισάγει σε όσα θα εξετάσουμε αργότερα διεξοδικά:
[[ Η ίδια εκείνη η Μήδεια, που τη λες βάρβαρη,
που σου φαίνεται τώρα τόσο αξιοκαταφρόνητη, και μάλιστα ένοχη,
αυτή μ’ όλα αυτά είναι που, ρίχνοντας το δράκι σ’ έναν ύπνο μαγεμένο,
σ’ έφερε σε θέση ν’ αρπάξεις, χωρίς κίνδυνο, το πολύτιμο δέρας.

Η συνέχεια >>> VagiaBlog…

Πρόδωσα τον πατέρα μου, εγκατέλειψα το βασίλειό μου και την πατρίδα μου,
και θεώρησα ευτυχία μου μια υποχρεωτική εξορία.
Μ’ όλα αυτά η τιμή μου θυσιάστηκε σ’ έναν άπιστο τυχοδιώκτη.
Άφησα μια αγαπητή αδελφή και μια πολυαγαπημένη μητέρα.
Πήρα μαζί μου μόνο έναν αδελφό. Αλλ’ εδώ τα λόγια μου σταματούν,
και το χέρι μου αρνείται να γράψει εκείνο που τόλμησε να κάνει.
Άξιζα την τύχη μου, και έπρεπε να σε κάνω να υπομένεις και συ την ίδια τύχη. ]] (Οβίδιος, “Ερωτικές επιστολές”, επιστ. 12, επιστολή Μήδειας στον Ιάσονα, 78-88)
Για τη μη βαρβαρική καταγωγή της Μήδειας ο Βασίλης Μπουντούρης γράφει στο έργο του “Η άλλη Μήδειᔨ:
«ΜΗΔΕΙΑ
Γεννήθηκα στη χώρα
των Κόλχων
μετανάστης η μνήμη μου
γεμάτη Κόρινθο.
Γεννήθηκα μες στο χρυσάφι
της Αίας
φτωχή η καρδιά μου χωρίς
την Κόρινθο

Ο πατέρας ν’ ασπρίζει
η καρδιά να φτερουγίζει
ευχή και κατάρα να πάμε
στην Κόρινθο.

Γεννήθηκα εκεί
που υπάρχει ο βοριάς
μεγάλωσα για να ’ρθω
εκεί που υπάρχει ο νότος
ο πόθος ο ζεστός
η ωραία η Κόρινθος.»
Για να φτάσουμε να εξετάσουμε και να αναλύσουμε το δράμα της Μήδειας, πρέπει να ξέρουμε την προϊστορία της. Γιατί δηλαδή, η ξένη για τους Έλληνες, αισθάνεται ατιμασμένη και προδομένη. Πώς ο μεγάλος της έρωτας για τον Ιάσονα μετατρέπεται σε καταστροφικό μίσος και γιατί φτάνει στην έσχατη πράξη μανίας να σκοτώσει τα ίδια τα παιδιά της.
Για να φτάσει η Μήδεια στην Κόρινθο, όπου διαδραματίστηκε η τραγωδία της, είχε προηγηθεί η Αργοναυτική εκστρατεία, που έφερε τον Ιάσονα στην Κολχίδα. Από την Κολχίδα της Ανατολής η κόρη βρέθηκε στην Ελλάδα, πρώτα στην Ιωλκό και μετά στην Κόρινθο. Είναι αναγκαίο και πρέπον να εξετάσουμε όλη αυτή τη διαδρομή και όλα τα γεγονότα. Αρχή κρίνω πως πρέπει να κάνουμε από τις ρίζες των πρωταγωνιστών, της Μήδειας και του Ιάσονα.

Πέμπτη, 2 Νοεμβρίου 2017

Γιγαντομαχία

[[ δαμ- ων ]]

Μετά από χιλιάδες χρόνια οι άνθρωποι συνέχιζαν να βρίσκουν μέσα στη γη κόκαλα από σκοτωμένους Γίγαντες. Έδειχναν βράχους που είχαν εκσφενδονίσει αυτοί ή οι θεοί, όπως ένα βράχο στη Λυκαονία, που έλεγαν πως τον είχε ρίξει ο Δίας. Νησιά σαν τη Νίσυρο, τη Λήμνο και την Πορφυριώνη στην Προποντίδα. Βουνά σαν τον Μίμαντα και ηφαίστεια σαν το Βεζούβιο και την Αίτνα που κρατούσαν στα σπλάχνα τους τους Γίγαντες. Άλλοι ιστορούν πως επίτηδες η Γη με στοργή είχε θάψει τους γιους της βαθιά κάτω από τα βουνά ή πως είχε μεταμορφώσει τους ίδιους σε βουνά.
Από το αίμα των φονευθέντων Γιγάντων, λένε, γεννήθηκαν άνθρωποι, που ήσαν χειρότεροι εκείνων. Γι’ αυτό ο Δίας αναγκάστηκε να τους ξεκάνει με τον κατακλυσμό- γνωστό σαν κατακλυσμό του Δευκαλίωνα- για να ξεκαθαρίσει τη γη από την κακία, την ανηθικότητα και την ασέβεια.
Ο λατίνος ποιητής Οβίδιος γράφει για την Γιγαντομαχία:
[[ Για να μην είναι πιο ασφαλής απ’ τη γη ο αιθέρας, που ‘ναι στα ύψη,
Γίγαντες, λένε, πως το βασίλειο το επουράνιο επιθυμήσαν
κι ως συναθροίσαν τα όρη, μέχρι τα ψηλά άστρα τα συσσωρεύσαν.
Τότε ο πατέρας ο παντοκράτωρ κεραυνό ρίχνοντας τον Όλυμπο σκίζει
κι εκσφενδονίζει το όρος Πήλιο μακριά απ’ την Όσσα, που ήταν πιο κάτω.
Αφού απ’ το βάρος κατασπαρμένα σκληρά κατακειτόνταν,
λεν πως η Γη μας, περιβρεγμένη απ’ των παιδιών της το πολύ αίμα,
πολύ υγράνθη κι έχει εμψυχώσει το θερμό λύθρο και για να μείνει
και κάποια μνήμη του δικού της γήινου γένους, τότε σ’ εκείνο
έδωσε τούτη μορφές ανθρώπων…. ]] (Οβίδιος, Μεταμορφώσεις, βιβλ. Ι, 151- 160)

Η συνέχεια >>> VagiaBlog…
Σχόλια:
• Από τους αρχαίους συγγραφείς έχουμε πολλές μαρτυρίες για τον διασκορπισμό των γιγάντων, που δεν σκότωσαν στην βασική μάχη οι θεοί. Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης γράφει για τα κατορθώματα του Ηρακλή και θεωρεί ότι αυτές οι άγριες φυλές των Γιγάντων αποτελούνται από άντρες που διακρίνονταν για την σωματική τους ρώμη.
«Ο Ηρακλής, τώρα, κίνησε από τον Τίβερη, πέρασε την παραλία της λεγομένης σήμερα Ιταλίας κι έφτασε στην πεδιάδα της Κύμης, όπου, σύμφωνα με τον μύθο, υπήρχαν άντρες που διακρίνονταν για την σωματική τους ρώμη και ήταν φημισμένοι για την παρανομία τους, που ονομάζονταν γίγαντες. Η πεδιάδα, επίσης, ονομαζόταν Φλεγραία, από τον λόφο που τα παλαιά χρόνια ξερνούσε πελώριες φωτιές, όπως περίπου η Αίτνα στη Σικελία. Σήμερα ο λόφος αυτός ονομάζεται Βεζούβιος κι έχει πολλά σημάδια από την φωτιά που έβγαζε τα αρχαία χρόνια. Οι γίγαντες, λοιπόν, μόλις έμαθαν για την εμφάνιση του Ηρακλή, μαζεύτηκαν όλοι και παρατάχτηκαν να τον αντιμετωπίσουν. Η μάχη που ακολούθησε ήταν θαυμαστή για την δύναμη και την τόλμη των γιγάντων και λένε πως ο Ηρακλής συμμάχησε με τους θεούς για να επικρατήσει κι έτσι, αφού σκότωσε τους περισσότερους, εξημέρωσε την περιοχή. Ο μύθος αναφέρει πως οι γίγαντες, ήσαν παιδιά της γης, ένεκα του τεράστιου μεγέθους των σωμάτων τους. Αυτά αναφέρουν μερικού συγγραφείς μύθων για τους μύθους που φονεύτηκαν στη Φλέγρα, την εκδοχή των οποίων ακολουθεί και ο ιστορικός Τίμαιος.» (Διόδωρος Σικελιώτης, “Ιστορικά”, βιβλ. 4, 21, 5-7)
Μια άλλη μάχη του Ηρακλή με τους γίγαντες έχουμε στην Αργοναυτική εκστρατεία, όπως περιγράφεται στα Αργοναυτικά:
[[ Κι όταν στο ρέμα του Ωκεανού βυθιζόταν ο Τιτάνας (Ήλιος)
και η αστροντυμένη Σελήνη έφερνε το μαύρο σκοτάδι,
τότε πολεμιστές ήρθαν άντρες, που κατοικούσαν
στα βουνά της Άρκτου, ανόητοι σαν τα θηρία,
όμοιοι με τους τρανούς τιτάνες και τους Γίγαντες·
γιατί έξι χέρια στον καθένα τους ώμο ξεπηδούσαν.
Αυτούς μόλις είδαν τότε οι ακαταμάχητοι άρχοντες (Αργοναύτες),
πρόθυμοι για μάχη φόρεσαν τα πολεμικά τους όπλα.
Και άλλοι αμύνονταν με πεύκα κι άλλοι με έλατα·
κι έπεσαν πάνω στους Μινύες στο μαύρο σκοτάδι.
Αυτούς, καθώς ορμούσαν, τους σκότωνε του Δία
ο αντρειωμένος γιός (Ηρακλής), ρίχνοντας με το τόξο. ]] (Ορφικά, “Αργοναυτικά”, 512- 523)
Ο Πρόκλος σε έναν ύμνο του προς την Αθηνά, την αποκαλεί δαμάστρια των Γιγάντων. Παραθέτουμε ένα απόσπασμα από την αρχή του ύμνου:
Κλῦθί μευ, αἰγιόχοιο Διὸς τέκος, ἡ γενετῆρος πηγῆς ἐκπροθοροῦσα καὶ ἀκροτάτης ἀπὸ σειρῆς· ἀρσενόθυμε, φέρασπι, μεγασθενές, ὀβριμοπάτρη, Παλλάς, Τριτογένεια, δορυσσόε, χρυσεοπήληξ, κέκλυθι· δέχνυσο δ᾽ ὕμνον ἐύφρονι, πότνια, θυμῷ, μηδ᾽ αὔτως ἀνέμοισιν ἐμόν ποτε μῦθον ἐάσῃς, ἡ σοφίης πετάσασα θεοστιβέας πυλεῶνας καὶ χθονίων δαμάσασα θεημάχα φῦλα Γιγάντων· (Ύμνος Πρόκλου στην Αθηνά)
( Μετ.: Εισάκουσέ με, τέκνο του του Διός που έχει την αιγιίδα, που ξεπήδησες από την πηγή του γεννήτορα και από την κορυφή της σειράς, αρσενόθυμε, που φέρεις την ασπίδα, που έχεις μέγα σθένος, οβριμόπατρη, Παλλάς, Τριτογένεια, που σείεις το δόρυ, χρυσόκρανη, εισάκουσέ με. Δέξου τον ύμνο πότνια, με εύφρονα θυμό, και μην αφήσεις ποτέ έτσι τα λόγια μου στους ανέμους, εσύ που άνοιξες τους θεοστιβείς πυλώνες της σοφίας και δάμασες τα θεΐμαχα φύλα των χθόνιων Γιγάντων.)

• Ερμηνεία των ονομάτων των Φλεγραίων Γιγάντων:
H ονομασία Γίγας (-αντος) προέρχεται από την λέξη γή και η πρωταρχική σημασία της είναι γηγενής (=γεννημένος από την γη), δηλώνοντας ακριβώς την εκ της Γαίας προέλευση των Γιγάντων, ενώ λόγω αυτών κατέληξε να σημαίνει και γίγας, γιγάντιος, ισχυρός.
Αλλά και τα περισσότερα από τα ονόματα των γνωστών Φλεγραίων Γιγάντων δεν είναι καθόλου τυχαία, καθώς δηλώνουν, ή υποδηλώνουν τις ιδιότητες και χαρακτηριστικά τους:
AΓΑΣΘΕΝΗΣ: Eίναι σύνθετο, εκ των άγαν (=πολύ, πάρα πολύ, πέραν του δέοντος) και σθένος (=σθένος, ρώμη, δύναμις, ισχύς, ορμή αφθονία), και σημαίνει «πολύ δυνατός, πολύ ισχυρός», δηλώνοντας την μεγάλη ισχύ του Αγασθένη.
ΑΓΡΙΟΣ: Σημαίνει άγριος, δηλώνοντας την άγρια φύση του Αγρίου.
ΑΛΚΥΟΝΕΥΣ: Είναι σύνθετο, εκ των αλκή (=ρώμη, δύναμις, ισχύς, ανδρεία, τόλμη, προπύργιο, μάχη) και όνειος (=ωφέλιμος, χρήσιμος), και σημαίνει «ο ισχυρά ωφελών, βοηθών», δηλώνοντας την μεγάλη ισχύ του Αλκυονέως.
ΑΡΙΣΤΑΙΟΣ: Προέρχεται από την λέξη άριστος (=άριστος, κάλλιστος, ευγενής, εξέχων, πρώτιστος, ανδρείος), και σημαίνει άριστος, εξέχων, ανδρείος, δηλώνοντας ότι ο Αρισταίος ήταν ένας εκ των επιφανεστέρων Γιγάντων.
ΓΡΑΤΙΩΝ: Προέρχεται από την λέξη γράσος (=δυσωδία) και σημαίνει δυσώδης, υποδηλώνοντας την μιαρή, βδελυρή φύση του Γρατίωνος.
ΔΑΜΥΣΟΣ: Είναι σύνθετο, εκ των δά (=γή-στα Δωρικά) και μύσος (=μίασμα, βδέλυγμα, ακαθαρσία) και σημαίνει «μίασμα, βδέλυγμα της γής», δηλώνοντας την εκ της γής προέλευση και την μιαρή, βδελυρή φύση του Δαμύσου.
ΕΓΚΕΛΑΔΟΣ: Είναι σύνθετο, εκ των εν (το οποίο εν συνθέσει σημαίνει εντός, έχων, περιέχων, κάπως, ενώπιον, εις βάρος) και κέλαδος (=θόρυβος καταπίπτοντος ύδατος ή ανέμου, θόρυβος, πάταγος, βοή, αλαλαγμός, κραυγή, φωνή μαντείου), και σημαίνει «εσωτερικός θόρυβος, πάταγος, βοή», δηλώνοντας το αναφερόμενο από τους μύθους ότι ο Εγκέλαδος προκαλεί τις εσωτερικές βροντές της Αίτνας (η του Βεζουβίου).
ΕΜΦΥΤΟΣ: Είναι σύνθετο, εκ των εν και φυτός (=βλαστήσας, φυτρώσας, γεννηθείς, ο εκ φύσεως φυτρώσας, γεννηθείς), και σημαίνει «ο εντός φυτρώσας, γεννηθείς, εμφυτευθείς, έμφυτος», δηλώνοντας την έσωθεν, από την γή γέννηση του Εμφύτου.
ΕΥΒΟΙΟΣ: Είναι σύνθετο, εκ των ευ (το οποίο εν συνθέσει σημαίνει καλώς, ευτυχώς, επιτυχώς, ορθώς, συνοποδηλώνοντας αφθονία ή ευκολία) και βούς (=βόδι), και σημαίνει «ο έχων καλές και άφθονες, βοσκές, ευτραφής», υποδηλώνοντας το μέγα μέγεθος του Ευβοίου.
ΕΥΡΥΑΛΟΣ: Είναι σύνθετο, εκ των ευρύς (=πλατύς, ευρύχωρος, εκτεταμένος) και άλως (=περιφέρεια, δίσκος του ηλίου ή της σελήνης, περιφέρεια, αλώνι, φωλιά πτηνού), και σημαίνει «ο έχων ευρεία περιφέρεια», υποδηλώνοντας το μέγα μέγεθος του Ευρυάλου.
ΕΥΡΥΤΟΣ: Είναι σύνθετο, εκ των ευ και ρυτός (=ρέων, ρευστός, υγρός), και σημαίνει «ο καλώς και αφθόνως ρέων», υποδηλώνοντας ότι ο Εύρυτος είχε καλή και άφθονη ροή ενέργειας, ητοι ισχυρό ενεργειακό πεδίο και μεγάλη ισχύ.
ΕΥΦΟΡΒΟΣ: Είναι σύνθετο, εκ των ευ και φορβή (=τροφή, βοσκή, χόρτο), και σημαίνει ευτραφής, υποδηλώνοντας το μέγα μέγεθος του Ευφόρβου.
ΕΦΙΑΛΤΗΣ: Σημαίνει εφιάλτης, δηλώνοντας την εφιαλτική, τρομακτική φύση του Εφιάλτη.
ΘΕΟΔΑΜΑΣ: Είναι σύνθετο, εκ των θεός και δαμάω (=δαμάζω, καταβάλλω, κατατροπώνω, εξημερώνω, θέτω υπό ζυγό, νικώ, υποτάσσω, κατακτώ), και σημαίνει «ο δαμασθείς, καταβληθείς, κατατροπωθείς από τους θεούς», δηλώνοντας την κατατρόπωση του Θεοδάμαντος από τους Ολυμπίους θεούς.
ΘΕΟΜΙΣΗΣ: Είναι σύνθετο, εκ των θεός και μίσος, και σημαίνει θεομίσητος, δηλώνοντας το μίσος και την εχθρότητα μεταξύ του Θεομίση και των Ολυμπίων θεών.
ΘΟΩΝ: Προέρχεται από την λέξη θοός (=ταχύς) και σημαίνει το ίδιο με αυτή, δηλώνοντας ότι ο Θόων ήταν ταχύς.
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Είναι σύνθετο, εκ των ίππος και λύω (=λύνω, αποδεσμεύω, χαλαρώνω, αποζευγνύω, απελευθερώνω, απαλλάσσω, λυτρώνω, διαλύω, παραλύω, τελειώνω, καταργώ, δίνω λύση, αναλύω, εκπληρώνω, εκτελώ, εξιλεώνω, επανορθώνω), και σημαίνει «ο λύων, αφήνων ελευθέρους τους ίππους». Δεδομένου δε ότι στους Ελληνικούς μύθους ο ίππος υποδηλώνει συχνά τον συνδυασμό μεγάλης ταχύτητος, δυνάμεως και ορμής (π.χ. ο Πήγασος, οι ίπποι του Αχιλλέως, Ξάνθος και Βαλίος, οι ίπποι του άρματος του Ηλίου κ.λ.π.), το όνομα του Ιππολύτου υποδηλώνει ότι αυτός ήλεγχε και εξαπέλυε κάποιου είδους ισχυρές και ορμητικές ενεργειακές δυνάμεις.
ΚΛΥΤΙΟΣ: Προέρχεται από την λέξη κλυτός (=ακουστός, μεγαλόφωνος, ξακουστός, περίφημος, διάσημος, ένδοξος, μεγαλοπρεπής, σπουδαίος, θαυμαστός) και σημαίνει ξακουστός, περίφημος, ένδοξος, μεγαλοπρεπής, δηλώνοντας ότι ο Κλυτίος ήταν ένας εκ των επιφανεστέρων Γιγάντων.
ΚΟΛΟΦΩΝΟΣ: Προέρχεται από την λέξη κολοφών (=κορυφή, ύψιστο σημείο, αποκορύφωμα, τέλος) και σημαίνει κορυφαίος, δηλώνοντας ότι ο Κολοφώνος ήταν ένας εκ των κορυφαίων Γιγάντων.
ΛΕΩΝ: Σημαίνει λέων, δηλώνοντας την ημιλεόντεια μορφή του Λέοντος.
ΜΙΜΑΣ (ή ΜΙΜΩΝ): Προέρχεται από την λέξη μίμος (=μιμούμενος, υποκρινόμενος, υποδυόμενος, μιμητική κωμωδία) και σημαίνει «ο μιμούμενος», υποδηλώνοντας ότι ο Μίμας είχε την ικανότητα να μιμείται μορφές, ήτοι να μεταμορφώνεται.
ΜΟΡΦΙΟΣ: Προέρχεται από την λέξη μορφή και σημαίνει «ο των μορφών», υποδηλώνοντας ότι ο Μόρφιος είχε την ικανότητα να μεταμορφώνεται.
ΟΥΡΑΝΙΩΝ: Σημαίνει ουράνιος, δηλώνοντας την εκ του Ουρανού προέλευση του Ουρανίωνος.
ΠΑΓΚΡΑΤΗΣ: Είναι σύνθετο, εκ των πάς (=όλος, ολόκληρος) και κράτος (=δύναμις, ισχύς, εξουσία, βία, κυριότης, υπεροχή), και σημαίνει παντοδύναμος, πανίσχυρος, δηλώνοντας την τεράστια ισχύ του Παγκράτη.
ΠΑΛΛΑΣ: Προέρχεται από την λέξη πάλλω (=πάλλω, σείω, κραδαίνω, τινάζω, περιστρέφω, σείομαι, τρέμω, σκιρτώ, πηδώ, σπαρταρώ, ανακατεύω κλήρους, λαμβάνω δια κλήρου, αγωνιώ) και σημαίνει «ο πάλλων, κραδαίνων, σείων», υποδηλώνοντας ότι ο Πάλλας είχε παλμικά όπλα, βασιζόμενα εις κάποιου είδους παλμική ενέργεια.
ΠΕΛΩΡΟΣ (ή ΠΕΛΩΡΕΥΣ): Σημαίνει πελώριος, τερατώδης, δηλώνοντας το τεράστιο μέγεθος και την τερατώδη φύση του Πελώρου.
ΠΟΛΥΒΩΤΗΣ: Είναι σύνθετο, εκ των πολύς και βοτόν (=βόσκημα, κτηνοτροφικό ζώο), και σημαίνει πολύτροφος, υποδηλώνοντας την ευτροφία, ήτοι το μέγα μέγεθος του Πολυβώτη.
ΠΟΡΦΥΡΙΩΝ: Προέρχεται από την λέξη πορφυρούς (=σκουρόχρωμος, σκοτεινός, μαύρος, βαθυέρυθρος, πορφυρός, ταραχώδης) και σημαίνει ζοφερός, ταραχώδης, δηλώνοντας την ζοφερή και ταραχώδη φύση του Πορφυρίωνος.
ΡΟΙΚΟΣ: Σημαίνει κυρτός, λοξός, ελικοειδής, καμπύλος, δηλώνοντας την ελισσομένη ημιερπετική φύση του Ροίκου.
ΥΠΕΡΒΙΟΣ: Είναι σύνθετο, εκ των υπέρ (το οποίο εν συνθέσει σημαίνει υπεράνω, πέραν, υπερβολικά, υπερμέτρως, για, εξαιτίας) και βία (=ρώμη, δύναμις, βία, βιαιότης), και σημαίνει «υπερβολικά ισχυρός, υπερβολικά βίαιος», δηλώνοντας την τεράστια ισχύ και την βιαιοτάτη φύση του Υπερβίου.
ΦΟΙΤΙΟΣ: Προέρχεται από την λέξη φοιτάω (=περιφέρομαι, περιφέρομαι μανιωδώς, αγρίως, συχνάζω, φοιτώ, μεταφέρομαι, εισάγομαι, εισπράττομαι, επανέρχομαι περιοδικώς, επέρχομαι, διαδίδομαι, θρυλούμαι) και σημαίνει «ο μανιωδώς, αγρίως περιφερόμενος, μανιώδης», δηλώνοντας την άγρια και μανιώδη φύση του Φοιτίου.
ΧΘΟΝΙΟΣ: Σημαίνει χθόνιος, γήινος, προερχόμενος από την γή, δηλώνοντας την χθόνια προέλευση του Χθονίου.

• Ο μύθος της Γιγαντομαχίας περιέχει, εκτός από τα πλουσιότερα δείγματα φαντασίας, και γνήσια στοιχεία του κοσμογονικού
μύθου για φυσικά φαινόμενα, κυρίως γεωλογικά και μετεωρολογικά Έτσι θύελλες και τυφώνες, ξηρασίες και πυρκαγιές, ρήγματα στο φλοιό της γης, αλλαγή στη ροή των ποταμιών, σεισμοί και ηφαιστειακή δράση, κατολισθήσεις και καταποντισμοί, βροχή μετεωριτών, ευρήματα από μεγαθήρια και γιγαντιαίους ανθρώπους, σε συνδυασμό με αφηγήσεις για άγριους λαούς, αλλά και δεισιδαιμονίες και παραστάσεις της αρχέγονης λατρείας, έδωσαν το έναυσμα στην φαντασία να δημιουργήσει τα «βίαια γεννήματα της Γης». Τα «γεννήματα» αυτά, οι Γίγαντες, έγιναν ο μεγάλοι αντίπαλοι των Ολυμπίων θεών, που εκπροσωπούν το μέτρο και την αρμονία της φύσης, σύμφωνα με την αντίληψη των αρχαίων προγόνων μας.
Η Γιγαντομαχία συμβολίζει τον αγώνα του καλού κατά του κακού, του φωτός κατά του σκότους,τα α ου πολιτισμού κατά της βαρβαρότητας, των βίαιων καταστροφικών δυνάμεων (σεισμών, κυκλώνων, ηφαιστειακών εκρήξεων και έκχυση λάβας, που αντιστρατεύονται το νόμο, την τάξη, την αρμονία της φύσης.
Η αντιπαράθεση των Ολυμπίων θεών με τους Γίγαντες έφτασε να σημαίνει την ανατροπή της καθιδρυμένης τάξης. Έγινε σύμβολο της πάλης των πολιτισμένων λαών κατά των βαρβάρων- όπως Ελλήνων και Περσών. Αυτός ο συμβολισμός απηχείται στην τέχνη και στην ποίηση της εποχής της πολιτιστικής ακμής των προγόνων μας.

• Οι γίγαντες αναφέρονται και στην Π. Διαθήκη. Διαβάζουμε στη “Γένεση”:
«Καὶ ἐγένετο ἡνίκα ἤρξαντο οἱ ἄνθρωποι πολλοὶ γίνεσθαι ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ θυγατέρες ἐγεννήθησαν αὐτοῖς. ἰδόντες δὲ οἱ υἱοὶ τοῦ Θεοῦ τὰς θυγατέρας τῶν ἀνθρώπων ὅτι καλαί εἰσιν, ἔλαβον ἑαυτοῖς γυναῖκας ἀπὸ πασῶν, ὧν ἐξελέξαντο. καὶ εἶπε Κύριος ὁ Θεός· οὐ μὴ καταμείνῃ τὸ πνεῦμά μου ἐν τοῖς ἀνθρώποις τούτοις εἰς τὸν αἰῶνα διὰ τὸ εἶναι αὐτοὺς σάρκας, ἔσονται δὲ αἱ ἡμέραι αὐτῶν ἑκατὸν εἴκοσιν ἔτη. οἱ δὲ γίγαντες ἦσαν ἐπὶ τῆς γῆς ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις· καὶ μετ᾿ ἐκεῖνο, ὡς ἂν εἰσεπορεύοντο οἱ υἱοὶ τοῦ Θεοῦ πρὸς τὰς θυγατέρας τῶν ἀνθρώπων, καὶ ἐγεννῶσαν ἑαυτοῖς· ἐκεῖνοι ἦσαν οἱ γίγαντες οἱ ἀπ᾿ αἰῶνος, οἱ ἄνθρωποι οἱ ὀνομαστοί. Ἰδὼν δὲ Κύριος ὁ Θεός, ὅτι ἐπληθύνθησαν αἱ κακίαι τῶν ἀνθρώπων ἐπὶ τῆς γῆς καὶ πᾶς τις διανοεῖται ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ ἐπιμελῶς ἐπὶ τὰ πονηρὰ πάσας τὰς ἡμέρας, καὶ ἐνεθυμήθη ὁ Θεὸς ὅτι ἐποίησε τὸν ἄνθρωπον ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ διενοήθη. καὶ εἶπεν ὁ Θεός· ἀπαλείψω τὸν ἄνθρωπον, ὃν ἐποίησα ἀπὸ προσώπου τῆς γῆς, ἀπὸ ἀνθρώπου ἕως κτήνους καὶ ἀπό ἑρπετῶν ἕως πετεινῶν τοῦ οὐρανοῦ, ὅτι μετεμελήθην ὅτι ἐποίησα αὐτούς. Νῶε δὲ εὗρε χάριν ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ.» (Γένεσις, στ΄, 1-8)
( Μετ.: Όταν άρχισαν οι άνθρωποι να γίνονται πολλοί πάνω στη γη και απέκτησαν κόρες, είδαν οι γιοι του Θεού τις κόρες των ανθρώπων ότι ήταν όμορφες, και πήραν για γυναίκες τους εκείνες που τους άρεσαν. Τότε είπε ο Κύριος: «Δε θα παραμείνει το ζωοποιοό Πνεύμα μου στους ανθρώπους για πάντα, γιατί είναι σαρκικοί. Η ζωή τους θα διαρκεί μόνον εκατόν είκοσι χρόνια». Εκείνο τον καιρό και αργότερα ζούσαν στη γη οι γίγαντες, απόγονοι των γιών του Θεού από την ένωσή τους με τις κόρες των ανθρώπων. Αυτοί οι γίγαντες έζησαν την πανάρχαια εποχή και ήταν άντρες ονομαστοί. Όταν ο κύριος είδα πόσο είχε αυξηθεί η κακία των ανθρώπων στη γη και ότι όλες τους οι σκέψεις ήταν μόνο πονηρές, μετάνιωσε που είχε δημιουργήσει τον άνθρωπο στη γη και λυπήθηκε κατάκαρδα. Τότε είπε: «Θα εξαφανίσω από την επιφάνεια της γης τους ανθρώπους που δημιούργησα. Ακόμη θα εξαφανίσω όλα τα κτήνη, τα ερπετά και τα πτηνά του ουρανού. Μετάνιωσα που τα δημιούργησα.» Ο Νώε όμως ευνοήθηκε από τον Κύριο.)
Υπάρχει μια αναλογία μεταξύ της ελληνικής και της εβραϊκής μυθολογίας. Η ανάμειξη γιγάντων κι ανθρώπων είχε σαν αποτέλεσμα την αύξηση της κακίας στη γη που επέφερε τον κατακλυσμό.
Στην εβραϊκή βίβλο φαίνεται πως δεν ξεκληρίστηκαν με τον κατακλυσμό όλοι οι γίγαντες. Γιατί τους συναντούμε και την εποχή του Αβραάμ και της εποχή του Μωυσή. Αυτούς τους γίγαντες συνάντησαν οι Ισραηλίτες μετά την έξοδό τους από την Αίγυπτο, καθώς όδευαν στην χώρα της επαγγελίας. Στο βιβλίο “Αριθμοί” βρίσκουμε πως ο Μωυσής είχε στείλει 12 κατασκόπους να ανιχνεύσουν την άγνωστη χώρα, όπου θα προχωρούσαν, να παρατηρήσουν τους κατοίκους και να φέρουν καρπούς της γης τους. Βρήκαν σταφύλια, για τα οποία χρειάστηκαν δυο άνδρες να σηκώσουν ένα τσαμπί σταφύλι, περνώντας το σε ένα μεγάλο ξύλο, πολύ μεγάλα σύκα και ρόδια. Να, τι είπαν στην αναφορά τους:
[[ «Πήγαμε στη χώρα που μας έστειλες», είπαν στο Μωυσή. «Είναι πράγματι μια χώρα όπου ρέει γάλα και μέλι. Να και οι καρποί της. Αλλά ο λαός που κατοικεί εκεί είναι δυνατός· οι πόλεις είναι οχυρωμένες και πολύ μεγάλες. Είδαμε εκεί και τους απογόνους του Ανάκ, τους γίγαντες…
Η χώρα που πήγαμε να εξερευνήσουμε, είναι μια χώρα που κατατρώει τους κατοίκους της, και όλοι όσους είδαμε εκεί είναι άντρες μεγαλόσωμοι. Είδαμε ακόμα εκεί γίγαντες, τους απογόνους του Ανάκ, από τη γενιά των γιγάντων. Εμείς νιώθαμε σαν ακρίδες μπροστά τους, αλλά και στα δικά τους μάτια έτσι φαινόμασταν» ]]
(Αριθμοί, ιγ΄, 27-28 και 32-33)
Σε πολλά εδάφια διαβάζουμε για γίγαντες, τους οποίου οι Ισραηλίτες νικούν με επέμβαση πάντοτε του Κυρίου τους.

• Κάτι ανάλογο με όσα έχουν γραφεί στο κεφ. Στ΄ της Γένεσης αναφέρονται και στο απόκρυφο βιβλίο του “Ενώχ”. Εκεί πληροφορούμαστε πως τα πολύ παλιά χρόνια κατέβηκαν οι άγγελοι, τα τέκνα του ουρανού, στη γη και είδαν τις πανέμορφες θυγατέρες των ανθρώπων, που τις πήραν για συζύγους. Από αυτό το σμίξιμο γεννήθηκαν οι γίγαντες.
[[ Και συνέβη όταν αυξήθηκαν οι υιοί των ανθρώπων, εκείνες τις μέρες να γεννηθούν ωραίες και χαριτωμένες θυγατέρες. Και οι άγγελοι, τα τέκνα του ουρανού, τις είδαν και τις πεθύμησαν, και είπαν μεταξύ τους: «Ελάτε, ας εκλέξουμε για μας συζύγους από τα τέκνα των ανθρώπων και ας γεννήσουμε για μας δικά τους τέκνα.» Και ο Σεμιαζάς, που ήταν αρχηγός τους, τους είπε: «Φοβάμαι πως δεν θα συμφωνήσετε να κάνουμε αυτό το πράγμα, και μόνος εγώ θα πληρώσω την τιμωρία μιας μεγάλης αμαρτίας.» Και όλοι αυτοί απάντησαν προς αυτόν και είπαν: «Ας ορκιστούμε όλοι όρκο, και ας δεσμευτούμε μεταξύ μας με αμοιβαίες κατάρες για να μην εγκαταλείψουμε το σχέδιο αυτό αλλά να πράξουμε αυτό που αποφασίσαμε.» Τότε ορκίσθηκαν όλοι μαζί και δέσμευσαν τους εαυτούς τους με αμοιβαίες κατάρες. Και συνολικά ήταν διακόσιοι, όσοι κατέβηκαν κατά τις μέρες του Ιάρεδ επί της κορυφής του όρους Ερμών, και το ονόμασαν Ερμών, διότι ορκίσθηκαν και αναθεμάτισαν ο ένας τον άλλον πάνω σ’ αυτό. Και αυτά είναι τα ονόματα των αρχηγών τους: Σεμιαζάς ο αρχηγός τους, Αραθάκ, Κιμβρά, Σαμμανή, Δανειήλ, Αρεαρώς, Σεμιήλ, Ιωμειήλ, Χωχαριήλ, Εζεκιήλ, Βατριήλ, Σαθιήλ, Ατριήλ, Ταμιήλ, Βαρακιήλ, Ανανθά, Θωνιήλ, Ραμιήλ, Ασεάλ, Ρακειήλ, Τουριήλ. Αυτοί είναι οι αρχηγοί τους κατά δεκάδες.
Και όλοι οι υπόλοιποι έλαβαν μαζί με αυτούς για τον εαυτό τους γυναίκες, και ο καθένας διάλεξε από μία, και άρχισαν να εισέρχονται σε αυτές και να μολύνουν τον εαυτό τους μαζί τους, και δίδαξαν σε αυτές γοητείες και φαρμακείες και ριζοτομίες, και τις έμαθαν να γνωρίζουν τα βότανα. Και αυτές συνέλαβαν, και εγέννησαν μεγάλους γίγαντες, ύψους τριών χιλιάδων πήχεων, οι οποίοι καταβρόχθισαν τους κόπους των ανθρώπων. Και άρχισαν να αμαρτάνουν κατά των πτηνών και των ζώων, και των ερπετών, και των ιχθύων, και να τρώγει ο ένας τις σάρκες του άλλου, και να πίνουν το αίμα. Και η γη κατηγόρησε τους ανόμους. (Ενώχ, κεφ. 6,1-8 και κεφ, 7, 1 – 6)
Από αυτή την επιμειξία μεγάλωσε πολύ το κακό πάνω στη γη. Οι άγγελοι έμαθαν τη μαγική τέχνη στους ανθρώπους και συνεπώς τους διέφθειραν.

Παρασκευή, 20 Οκτωβρίου 2017

Γιγαντομαχία

[[ δαμ ων ]]

Β΄. Μέρος
Ο πόλεμος κρατούσε πολύ καιρό μα με κανέναν τρόπο οι Ολύμπιοι δεν μπορούσαν να νικήσουν. Οι Γίγαντες ήταν αλύγιστοι. Τότε η Αθηνά έμαθε τον πανάρχαιο χρησμό που έλεγε πως οι Γίγαντες θα χαθούν μόνο αν κάποιοι θνητοί πολεμήσουν στο πλάι των αθανάτων. Μόλις το άκουσε ο Δίας έστειλε την Αθηνά να φωνάξει δυο θνητούς γιους του, τον Ηρακλή, που είχε αποκτήσει με την Αλκμήνη, και τον Διόνυσο, που τον γέννησε με την Σεμέλη. Σαν το ‘μαθε η Γη- από τους κατασκόπους της- αμέσως άρχισε να ψάχνει ένα μαγικό βοτάνι που θα έκανε άτρωτους τους Γίγαντες από τα βέλη των θνητών. Τούτο το θαυματουργό βοτάνι φύτρωνε μόνο σε ένα μέρος της γης, κι ετοιμάστηκε το πρωί να ψάξει να το βρει. Ο Δίας για να την καθυστερήσει απαγόρευσε στον Ήλιο, την Σελήνη και την Αυγή να ανατείλουν. Έτσι, επικράτησε για πολλές μέρες σκοτάδι μέχρι που ο Δίας βρήκε πρώτος το μαγικό βοτάνι και το κατέστρεψε. Έτσι κη νίκη έγειρε προς το μέρος των θεών.
Κατέφθασε στο πλευρό των θεών, πρόθυμος να αγωνιστεί μαζί τους, ο Ηρακλής που υπήρξε ο πολυτιμότερος σύμμαχος της Αθηνάς σ’ αυτόν τον αγώνα και με τα βέλη του σκότωσε πάρα πολλούς Γίγαντες. Μάλιστα, επειδή ήταν γιος του Δία, μπορούσε, όταν κουραζόταν από την πολύωρη μάχη, ν’ ανεβαίνει στο άρμα του θεϊκού πατέρα του. Ο Διόνυσος ήρθε με την συνοδεία του, τους Σάτυρους και τους Κορύβαντες, μαζί κι ο Σιληνός, καβάλα πάνω σε γαϊδούρια, που με τους κρότους και τα γκαρίσματά τους πολλές φορές τρόμαζαν τους Γίγαντες. Το όπλο του Διόνυσου ήταν ο θύρσος. Οι δυο γιοι του Δία για τη γενναιότητα και το θάρρος που έδειξαν στη Γιγαντομαχία ανταμείφθηκαν μετά και έγιναν αθάνατοι.

Η συνέχεια >>> VagiaBlog…

Οι μάχες διεξήχθηκαν στην πεδιάδα της Παλλήνης, όπου έγινε η πολυθρύλητη Γιγαντομαχία. Οι αρχαίοι μυθογράφοι μέσα από τα έργα τους μας δίνουν σημαντικές σκηνές αυτού του άγριου πολέμου. Πρώτα ο Ηρακλής τόξευσε τον Αλκυονέα, που ήταν ο μεγαλύτερος και ο πιο αντρειωμένος από τους Γίγαντες και σύμφωνα με την μυθική παράδοση ο αρχηγός τους. Η Γη του είχε τάξει να του δώσει ταίρι του την Άρτεμη. Το βέλος του Ηρακλή πέτυχε τον Γίγαντα και τον έριξε στη γη. Εκείνος έπεσε με βρόντο, αλλά πάλι εγέρθηκε. Κι ενώ ο Θηβαίος ήρωας πανηγύριζε για τη νίκη του, τον είδε ορθό και πάλι αντιμέτωπό του. Ο Ηρακλής τον τόξευσε πάλι. Κι όσες φορές τον χτύπησε θανάσιμα με τα βέλη του, τόσες φορές ο Γίγαντας σηκώθηκε. Αγνοώντας την αιτία ο Ηρακλής τον τόξευε αδιάκοπα. Κάποια στιγμή ο Γίγαντας ετοιμάστηκε να εκτοξεύσει στον Ηρακλή έναν τεράστιο βράχο που βρισκόταν δίπλα του. Ευτυχώς η Αθηνά κατάφερε να τον εμποδίσει. Τότε η Αθηνά συμβούλεψε τον Ηρακλή να παρασύρει τον Αλκυονέα μακριά από τον τόπο του, που γεννήθηκε, γιατί όσο πατούσε σ’ αυτόν ήταν άτρωτος. Τότε ο ήρωας φορτώθηκε στις στιβαρές πλάτες του το Γίγαντα, τον μετέφερε έξω από το πεδίο της Φλέγρας όπου είχε γεννηθεί, και τον εξόντωσε τελειωτικά με τα βέλη του. Οι επτά κόρες του, οι Αλκυονίδες- που ήσαν οι: Φθονία, Άνθη, Μεθώνη, Αλκίππη, Παλλήνη, Δριμώ και Αστερία- απελπισμένες από το θάνατο του πατέρα τους, ρίχτηκαν στη θάλασσα. Τις λυπήθηκε η Αμφιτρίτη και τις μεταμόρφωσε σε πουλιά, τις γνωστές μας αλκυόνες.
Ο Πορφυρίωνας που φιλοδοξούσε να εξουσιάσει τη Δήλο και τους Δελφούς και η Γη του είχε υποσχεθεί να τον ζευγαρώσει με την Ήβη, την κόρη της Ήρας, παρακολουθούσε την εξόντωση του αδερφού του και όρμησε να εκδικηθεί τον Ηρακλή. Και σίγουρα ο τρομερός Γίγαντας θα καταπλάκωνε μ’ ένα βουνό τον ήρωα. Ευτυχώς όμως ο Δίας μηχανεύτηκε ένα κόλπο την τελευταία στιγμή. Διέταξε την Αφροδίτη να κυριέψει το Γίγαντα με ερωτικό πάθος για την Ήρα που βρισκόταν εκεί κοντά. Η Αφροδίτη έστειλε το γιο της τον Έρωτα στον Πορφυρίωνα και ξαφνικά αυτός αδιαφορώντας για τον Ηρακλή άρχισε να κυνηγάει την Ήρα για να σμίξει μαζί της. Τη στιγμή ακριβώς που είχε πιάσει τη βασίλισσα των θεών και έσκισε τα μεγαλόπρεπα πέπλα της, ο Δίας τον κεραύνωσε και ο Ηρακλής τον αποτελείωσε με το βέλος του.
Τον ίδιο ρόλο μηχανεύτηκε να παίξει και η Αφροδίτη. Σε μια δύσκολη στιγμή για τον Ηρακλή, όπου δεκαπέντε Γίγαντες τον είχαν περικυκλώσει με άγρια μανία, αυτή μετέφερε με τη θεϊκή δύναμή της τον ήρωα σ' ένα σπήλαιο. Μετά, έδειξε το καταπληκτικό της σώμα στους Γίγαντες, που μονομιάς κυριεύτηκαν από ερωτικό πόθο και άρχισαν να τρέχουν πίσω από τη θεά. Η Αφροδίτη τους οδήγησε έτσι στη σπηλιά όπου βρισκόταν ο Ηρακλής. Επειδή οι Γίγαντες δε χωρούσαν να περάσουν όλοι μαζί την είσοδο της σπηλιάς, έμπαιναν μέσα ένας- ένας. Ο Ηρακλής με μεγάλη ευκολία κατάφερε να εξοντώσει και τους δεκαπέντε.
Η Αθηνά δεν κατέφυγε σε παρόμοια γυναικεία κόλπα. Χρησιμοποιώντας την ασπίδα και το δόρυ της πολέμησε πιότερο κι από αντρίκεια. Στην αρχή πάλευε πολλές ώρες με τον Πάλλαντα. Ο Γίγαντας ήταν τρομερά δυνατός, όμως η Αθηνά χρησιμοποιώντας πολεμικά κόλπα και έξυπνη στρατηγική κατάφερε να τον εξοντώσει. Στη συνέχεια τον έγδαρε και από το δέρμα του κατασκεύασε τη δική της αιγίδα, που την έκανε ατρόμητη. Από τότε πήρα και την προσωνυμία Παλλάδα.
Ο Εγκέλαδος, όταν είδε το φριχτό τέλος του Πάλλαντα, το έβαλε στα πόδια. Αυτός ονειρευόταν να εξουσιάσει τη θάλασσα, στη θέση του κοσμοσείστη Ποσειδώνα, και να πάρει γυναίκα του την Αθηνά. Η Αθηνά, όμως, η τρομερή μαχήτρια, αντιλήφθηκε την φυγή του Γίγαντα, και τον καταδίωξε. Επειδή δυσκολευόταν να τον φτάσει, άρπαξε τη Σικελία και την πέταξε κατά πάνω του. Το νησί βρήκε το στόχο του και καταπλάκωσε το Γίγαντα. Έτσι εξηγούνταν από τους αρχαίους οι εκρήξεις της Αίτνας, που δεν ήταν τίποτα άλλο από τα τινάγματα του Εγκέλαδου που ψυχομαχούσε.
Τον Ευρυμέδοντα, που σύμφωνα με μια άλλη παράδοση ήταν αυτός ο αρχηγός των Γιγάντων, τον σκότωσε ο ίδιος ο Δίας. Και να πώς έγινε η τρομερή πάλη μεταξύ τους: Ο Ευρυμέδοντας ήθελε να σκοτώσει ο ίδιος τον Δία έτσι ώστε σε περίπτωση νίκης των Γιγάντων, να γίνει αυτός ο κυρίαρχος του κόσμου. Έψαχνε λοιπόν μέσα στην αναταραχή τον αρχηγό των Ολυμπίων. Σε κάποια στιγμή διέκρινε τον βασιλιά των θεών και όρμησε με λύσσα εναντίον του. Η Γη προσπάθησε με κάθε τρόπο να βοηθήσει το γιο της. Έτσι έκανε να φυτρώσουν από το σώμα του χιλιάδες δηλητηριώδη φίδια. Ο Ευρυμέδοντας άρχισε μ' όλη του τη δύναμη να χτυπά τον Δία, που όμως προστατευόταν από τη θεϊκή αιγίδα του. Σε κάποια στιγμή ο Δίας κατάφερε να βάλει το πρόσωπο της Γοργόνας μπροστά στα μάτια του Γίγαντα. Τότε αυτός κυριεύτηκε από τρόμο. Ο Δίας έριξε πάνω του τον κεραυνό και σε λίγο το κορμί του τυλίχτηκε στις φλόγες.
Παρόμοια τύχη με τον Εγκέλαδο είχε και ο Πολυβώτης. Αυτόν ανέλαβε να τον αντιμετωπίσει ο Ποσειδώνας. Η μάχη γίνηκε μέσα στη θάλασσα και ήταν τρομερή. Τεράστια κύματα σηκώθηκαν και κόντευαν να φτάσουν τα παλάτια του Ουρανού, ψηλά στον Αιθέρα. Ο Ποσειδώνας όμως είχε το προνόμιο ότι βρισκόταν στο δικό του χώρο, μέσα στο υγρό του βασίλειο. Με το όπλο που του είχαν χαρίσει οι Κύκλωπες, την τρομερή τρίαινα, κατάφερε να τρυπήσει πολλές φορές το κορμί του Γίγαντα. Το αίμα του κυλούσε ασταμάτητα και κοκκίνισε ολόκληρη τη θάλασσα. Μη μπορώντας να τα βγάλει πέρα τράπηκε σε φυγή. Ο θαλασσοσείστης Ποσειδώνας όμως άρπαξε ένα κομμάτι από την Κω, το πέταξε με μεγάλη δύναμη στον Πολυβώτη και τον πλάκωσε. Το κομμάτι της Κω που καταπλάκωσε το Γίγαντα είναι το γνωστό νησί Νίσυρος, που ‘χει αποκάτω του θαμμένο τον Πολυβώτη.
Και ο Απόλλωνας, ο γιος του Δία από τη Λητώ, αντιτάχτηκε στους φοβερούς Γίγαντες. Πιο γνωστή είναι η μάχη που έδωσε με το Γίγαντα Εφιάλτη. Τα μαγικά του Φοίβου βέλη έπεφταν σαν βροχή πάνω στο τρομερό τέρας. Μα ο Εφιάλτης τίποτα δεν καταλάβαινε. Ο Ηρακλής όμως που είχε μάθει από την Αθηνά όλα τα μυστικά για την εξόντωση των εχθρών, έτρεξε για να βοηθήσει. Ο Εφιάλτης ήταν ένας από τους Γίγαντες για τους οποίους υπήρχε χρησμός ότι θα εξοντωνόταν μόνο αν τους χτυπούσε παράλληλα ένας θνητός και ένας αθάνατος. Έτσι όταν ο Απόλλωνας τόξευσε το αριστερό μάτι του Γίγαντα, ο Ηρακλής σημάδεψε το δεξί. Τότε ο Εφιάλτης, τυφλωμένος και με το αίμα να τρέχει σαν ποτάμι πάνω στα γένια του και το τεράστιο σώμα του, ξεψύχησε. Η Γη για να εκδικηθεί τον Ηρακλή άρχισε από τότε να στέλνει τη μορφή του Εφιάλτη στα όνειρα των θνητών.
Σαν είδε το τόξευμα στους οφθαλμούς του Εφιάλτη, ο Άθως άρπαξε το ψηλότερο όρος της Θράκης και το εκσφενδόνισε κατά των θεών, που έπεσε στη Μακεδονία κι εκεί στάθηκε. Ονομάστηκε το όρος Άθως, από το όνομα του Άθωνα.
Ο Διόνυσος μαζί με τους Σάτυρους έτρεψαν σε φυγή τον Εύρυτο. Ο γιος της Σεμέλης τον καταδίωξε και μ’ ένα χτύπημα του θύρσου του κατάφερε να σκοτώσει τον Γίγαντα. Αλλά η μανία του ήταν τόσο μεγάλη, ώστε παρακάλεσε τον πατέρα του να τον μεταμορφώσει σε λιοντάρι. Ο Δίας έκανε το χατίρι του γιού του και έτσι σε λίγο ο Διόνυσος, μεταμορφωμένος σε λιοντάρι, κατασπάραξε το νεκρό Εύρυτο.
Ο Πέλωρας, σαν είδε το αποκρουστικό τέλος του αδερφού του, βάλθηκε να εκδικηθεί το φονιά. Άρπαξε, λοιπόν, με μεγάλη ορμή το όρος Πήλιο και το εκτόξευσε ενάντια στον Διόνυσο. Ευτυχώς που ο Άρης παρακολουθούσε τη σκηνή και έπιασε το βουνό στον αέρα. Έτσι γλίτωσε τον αδελφό του Διόνυσο από βέβαιο χαμό. Μετά ο Άρης έμπηξε το σπαθί του στο στήθος του Πέλωρα και τον ξάπλωσε νεκρό. Υπάρχει και η παραλλαγή του μύθου που λέει πως ο Ποσειδώνας σκότωσε τον Γίγαντα. Ο Ποσειδώνας, σαν γλίτωσε τον θάνατο ο Διόνυσος, κυνήγησε τον Πέλωρα και όταν τον είδε να πηδά μέσα στα νερά του Σπερχειού ποταμού για να σωθεί, τον χτύπησε με την τρίαινά του και τον σκότωσε.
Ο κουτσοπόδαρος Ήφαιστος στη διάρκεια της Γιγαντομαχίας έβαλε το μυαλό του και επινόησε τους μύδρους. Χρησιμοποίησε δηλαδή σαν όπλα του τα διάφορα υλικά που είχε μέσα στο εργαστήρι του. Έλιωνε πάνω στη φωτιά διάφορα μέταλλα, όπως ατσάλι, σίδερο, χαλκό και πυρακτωμένα τα εκτόξευε στους Γίγαντες. Μ’ αυτόν τον τρόπο κατάφερε να εξοντώσει έναν πολύ επικίνδυνο Γίγαντα, τον Μίμαντα. Τη στιγμή που αυτός χτυπιόταν με τον Δία και την Αθηνά και τους είχε φέρει σε δύσκολη θέση, ο Ήφαιστος του έριξε βλήματα πυρακτωμένου σιδήρου. Τότε ο Γίγαντας ένιωσε το κορμί του να ζεματάει, άρχισε να ουρλιάζει, έπεσε κάτω και κυλιόταν απελπισμένα στο έδαφος. Ο Δίας τότε βρήκε την ευκαιρία και τον πλάκωσε μ’ ένα βουνό. Από τότε είναι θαμμένος κάτω από το όρος Μίμαντας που βρίσκεται στις Ερυθρές απέναντι από τη Χίο.
Ο φτεροπόδης Ερμής και σ’ αυτόν τον πόλεμο χρησιμοποίησε την πονηριά του. Κατέβηκε στον Αδη και ζήτησε από το θείο του, τον Πλούτωνα, την κυνέα, που τον έκανε αόρατο. Πέταξε αμέσως πάλι στο χώρο της μάχης και φορώντας το μαγικό σκούφο πλησίασε τον Ιππόλυτο. Ο Γίγαντας άρχισε ξαφνικά να βλέπει τεράστιους βράχους να σηκώνονται μόνοι τους από τη γη και να πέφτουν επάνω του. Σε λίγο άρχισε να νιώθει τσιμπήματα, να τον χτυπούν με κλοτσιές και γροθιές σ’ όλο του το κορμί, μα δεν έβλεπε κανέναν να βρίσκεται γύρω του. Τότε νόμισε πως έχασε τα λογικά του από την οχλαγοή και τους κρότους και τράπηκε μόνος του σε φυγή. Ο Ερμής τον κυνήγησε και κατάφερε με μεγάλη ευκολία, χρησιμοποιώντας το κηρύκειο, να τον αποτελειώσει.
Όμως, και οι θεές, που πήραν μέρος στη Γιγαντομαχία, κατάφεραν να δώσουν σημαντική βοήθεια στους βασικούς πρωταγωνιστές. Έτσι, η Εκάτη κατάφερε ρίχνοντας αμέτρητους αναμμένους δαυλούς να εξοντώσει τον Κλυτία. Αυτός , βάζοντας σαν ασπίδα τα πελώρια χέρια του, δεν προλάβαινε να αποφύγει τον έναν και αμέσως έφτανε ο άλλος δαυλός. Σε κάποια στιγμή που άφησε ελεύθερα τα χέρια του για να ξεκουραστούν. Τότε, η Εκάτη του πέταξε μια βροχή αναμμένους δαυλούς και ο Γίγαντας τυλίχτηκε στις φλόγες χωρίς να προλάβει ν' αντιδράσει. Έτσι βρήκε φριχτό θάνατο.
Επίσης, η Άρτεμη, η θεά του κυνηγιού, ρίχνοντας τα με το τόξο τις σαΐτες της , σκότωσε τον Γρατίωνα. Τέλος, οι Μοίρες, οι κόρες του Δία, στάθηκαν στο πλευρό του εξοπλισμένες με τα χάλκινα ρόπαλά τους.Αυτές σκότωσαν τον Άγριο και τον Θέοντα.
Ο φοβερός Αδαμάστορας βλέποντας τον έναν πίσω από τον άλλο τους αδερφούς του να εξουδετερώνονται από τους Ολύμπιους, σε μια τελευταία προσπάθεια διαφυγής από τη μοίρα άρπαξε ολόκληρη την οροσειρά της Ροδόπης και την έριξε καταπάνω τους. Εκείνη την ώρα περνούσε ο Ήλιος με το άρμα του. Την τελευταία στιγμή κατάφερε ν' αλλάξει την πορεία των βουνών και έσωσε τους θεούς. Τότε αυτοί είδαν πως δεν ήταν εύκολο να τα βγάλουν πέρα με τον αδάμαστο Αδαμάστορα. Σκέφτηκαν να ενώσουν τις δυνάμεις τους κι έτσι όρμησαν μαζί πάνω του ο Δίας, ο Άρης, ο Ερμής, ο Απόλλωνας, ο Ήφαιστος κι αντάμα με τον Ηρακλή και τον Διόνυσο, μετά από πολλές ώρες πάλης κατάφεραν να τον εξοντώσουν.
Μετά απ’ αυτά κρίθηκε η μάχη και οι Γίγαντες τράπηκαν σε ολοκληρωτική φυγή σπάζοντας το μέτωπό τους. Οι θεοί τους καταδίωξαν στην άτακτη φυγή τους κατά πόδας. Κάποιους σκότωσαν, κάποιοι, όμως, γλίτωσαν. Μερικοί λένε πως ο γάιδαρος του Σιληνού καθώς είδε παραταγμένους τους Γίγαντες άρχισε να γκαρίζει τόσο δυνατά, ώστε αυτοί πανικοβλήθηκαν και τράπηκαν σε φυγή. Σκόρπισαν άτακτα σε διάφορους τόπους, οπότε μετά από χρόνια, όπου τους έβρισκαν οι θεοί και οι σύμμαχοι θνητοί τους εξολόθρευσαν. Όταν ερχόταν ο Ηρακλής στην Ερύθυια για τα βόδια του Γηρυόνη, βρήκε στην Ιταλία πολλούς Γίγαντες συγκεντρωμένους κοντά στον Βεζούβιο και στην Κύμη, στην περιοχή της Νεάπολης, που προηγούμενα λεγόταν Καμπανία, για να τον εμποδίσουν να περάσει. Εκεί έγινε πολύ δυνατή μάχη. Τελείωσαν, όμως, τα βέλη του Ηρακλή και βρέθηκε σε κίνδυνο. Γι’ αυτό παρακάλεσε τα Δία σε βοήθεια, που τους κατακεραύνωσε όλους , και γι’ αυτό το πεδίο της Κύμης ονομάστηκε πεδίο Φλέγραιο.
Κάποιοι λένε πως εφόρμησαν στην Ήρα ο Ανώνυμος και ο Πυρίπνοος. Τους πρόφτασε, όμως, ο Ηρακλής και τους σκότωσε. Από τότε επονομάστηκε Ηρακλής, από το «απαλαλκείν» και της Ήρας, επειδή προηγούμενα ονομαζόταν Νείλος. Επιπλέον ο Ηρακλής συνεπλάκη και με τον Θούριο. Ο τάφος του Μακροσόριδα βρέθηκε στην Αττική, κοντά στην Αθήνα, έχοντας μήκος εκατό πήχεις. Τον Εχίονα η Αθηνά τον μεταμόρφωσε σε βράχο με την κεφαλή της Μέδουσας. Το ίδιο έπαθαν ο Δαμάστορας και ο Παλληνέας. Κάποιοι λένε πως ο Τιτάνας δεν πήρε μέρος στον πόλεμο κατά των θεών και πέθανε στην Αττική. Ένεκα αυτού ονομάστηκε Τιτανίδα η Αττική. Και ίσως να ήταν ο Μακρόσιρης αυτός.
Επιστρέφοντας ο Ηρακλής με τα βόδια του Γηρυόνη, βρήκε στον Ισθμό της Κορίνθου τον δεύτερο Αλκυονέα, που φύλαγε το στενό και σκότωνε τους διαβάτες. Αυτός έριξε μεγάλο βράχο κατά του Ηρακλή και του συνέτριψε δώδεκα άμαξες, σκοτώνοντας εικοσιτέσσερις ανθρώπους και μερικά βόδια. Έπειτα πήρε δεύτερο βράχο και τον εκσφενδόνισε προς τον Ηρακλή, αλλά πρόλαβε ο γιος της Αλκμήνης και τον απόκρουσε με το ρόπαλο. Μετά σκότωσε τον Αλκυονέα. Αυτό το βράχο τον είχε μεταφέρει ο Αλκυονέας από την Ερυθρά θάλασσα και τον μεταχειριζόταν σαν όπλο και ρόπαλο. Σωζόταν για πολύ καιρό στον Ισθμό για να υπενθυμίζει το συμβάν.
Ο Ασκός κατέφυγε στη Συρία. Όταν περνούσε από ‘κει ο Διόνυσος, συναπαντήθηκαν και πάλεψαν. Νίκησε ο Ασκός και έδεσε τον Διόνυσο στον ποταμό Βαδίνη της Δαμασκού. Τον ελευθέρωσε ο Ερμής, που συνέλαβε στον Ασκό, το έγδαρε και χρησιμοποίησε σαν αγγείο το δέρμα του για να να μεταφέρει κρασί στις οδοιπορίες του. Από τότε είναι γνωστοί σαν ασκοί τα δέρματα, που χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά υγρών, παίρνοντας το όνομα από τον Ασκό. Η πόλη που έγινε αυτό ονομάστηκε Δερμασκός, απ’ όπου άλλαξε αργότερα σε Δαμασκό.
Ο Δίας καταδίωκε τον Συκέα, αλλά η μητέρα του η Γη τον έκρυψε και πάνω του βλάστησε το ομώνυμο δέντρο. Απ’ αυτόν ονομάστηκε Συκέα και η πόλη της Κιλικίας. Άλλοι Γίγαντες πέρασαν στις Πιθηκούσες νήσους κι εκεί έμειναν. Αρχηγός τους ήταν ο Μίμας, που γέννησε τον Ιππότη. Από την θυγατέραα του Σεγέστη ο Δίας απόκτησε τον Αίολο. Κι άλλοι Γίγαντες πέρασαν στο νησί των Φαιάκων με αρχηγό τον Ευρυμέδοντα. Από την θυγατέρα του Περίβοια ο Ποσειδώνας απόκτησε τον ναυσίθοο, και ο Ναυσίθοος τον Αλκίνοο. Επίσης κάποιοι κατέφυγαν στον Βόσπορο, τους οποίους ο Δίας κεραύνωσε και τους έριξε στον Τάρταρο. Πολλούς δε σκότωσε και ο Ηρακλής. Όταν πια τους εξόντωσαν όλους, οι θεοί κάθισαν να ξαποστάσουν χαρούμενοι για τη νίκη τους. Αμέσως μετά άρχισαν να τακτοποιούν τα θεϊκά τους παλάτια που σχεδόν είχαν καταστραφεί ύστερα από τέτοια κοσμοχαλασιά.

Δευτέρα, 9 Οκτωβρίου 2017

Γιγαντομαχία

[[ δαμ-ων ]]

Ενώ ο Ησίοδος μας περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια την Τιτανομαχία- ποιοι ήταν οι αντίμαχοι, τις φάσεις του αγώνα και με ποιο τρόπο πολέμησαν- για τη Γιγαντομαχία δεν αναφέρει λέξη. Για τους Γίγαντες αναφέρει μόνο μια εκδοχή του μύθου για τη γέννησή τους. Μας λέει πως όταν ο Κρόνος έκοψε, μετά από προτροπή και με τη βοήθεια της μάνας του Γης, τα αιδοία του πατέρα του Ουρανού, σταλαγματιές από το αίμα του έπεσαν στο σώμα της Γης. Και τότε αυτή, σαν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, γέννησε τις φοβερές Ερινύες, τους τρομαχτικούς Γίγαντες και τις Μελίες Νύμφες:
[[ Ήρθε και έφερε τη νύχτα ο Ουρανός ο μέγας και γύρω απ᾽ τη Γη
απλώθηκε ποθώντας έρωτα και σ᾽ όλα τα μέρη της
τεντώθηκε. Κι ο γιος του απ᾽ την ενέδρα τ᾽ αριστερό του χέρι
άπλωσε και με το δεξιό του άδραξε το πελώριο δρεπάνι,
το μακρύ, το κοφτερό, κι ορμητικά τα αιδοία του πατέρα του
τα θέρισε και πάλι τα ᾽ριξε να πέσουν προς τα πίσω.
Κι εκείνα ανώφελα απ᾽ το χέρι του δεν έφυγαν:
όσες σταγόνες ματωμένες έσταξαν,
όλες τις δέχτηκε η Γη. Κι όταν παρήλθε ο χρόνος
τις Ερινύες γέννησε τις δυνατές και τους μεγάλους Γίγαντες,
που έλαμπαν στα όπλα τους και δόρατα μακρά στα χέρια τους κρατούσαν,
μα και τις Νύμφες που τις λεν Μελίες επάνω στην απέραντη γη. ]] (Ησίοδος, “Θεογονία”, 176-187)

Η συνέχεια >>> VagiaBlog…

Η Γιγαντομαχία, λοιπόν, είναι άγνωστη στον Ησίοδο. Άγνωστη ήταν και στον Όμηρο, γιατί κι αυτός δεν αναφέρει τίποτα. Αναφέρει μονάχα πως οι Γίγαντες ήταν λαός με αυθάδεις κι ασεβείς ανθρώπους:
[[ και πρώτα τον Ναυσίθοον ο σείστης Ποσειδώνας
γέννησε και η Περίβοια, π’ ασύγκριτη στα κάλλη
ήταν του Ευρυμέδοντα νεοτάτη θυγατέρα,
μεγαλοψύχου βασιλιά των προπετών Γιγάντων·
αλλ’ έχασε τον ασεβή λαόν, κι εχάθη κι εκείνος. ]] (Όμηρος, Οδύσσεια, η΄, 56-60)
Από τον Πίνδαρο παίρνουμε την πληροφορία πως η μάχη έγινε στην πεδιάδα της Φλέγρας. Στον Νεμεόνικο αναφέρει πως ο Θηβαίος ήρωας Ηρακλής πήρε μέρος στη Γιγαντομαχία, όπου βοήθησε τους θεούς με τα τόξα του:
[[……………………. Κι όταν
οι θεοί στης Φλέγρας τον κάμπο θα πολεμούν
τους Γίγαντες, τα λαμπρά μαλλιά τους
από τις πυκνές του σαϊτιές θ’ ανακατωθούν
με το χώμα……… ]] (Πίνδαρος, “Νεμεόνικος” Ι, 97- 103)
Ο Απολλόδωρος αναφέρεται στη Γιγαντομαχία και δίνει αρκετές πληροφορίες:
«Γῆ δὲ περὶ Τιτάνων ἀγανακτοῦσα γεννᾷ Γίγαντας ἐξ Οὐρανοῦ, μεγέθει μὲν σωμάτων ἀνυπερβλήτους, δυνάμει δὲ ἀκαταγωνίστους, οἳ φοβεροὶ μὲν ταῖς ὄψεσι κατεφαίνοντο, καθειμένοι βαθεῖαν κόμην ἐκ κεφαλῆς καὶ γενείων, εἶχον δὲ τὰς βάσεις φολίδας δρακόντων. ἐγένοντο δέ, ὡς μέν τινες λέγουσιν, ἐν Φλέγραις, ὡς δὲ ἄλλοι, ἐν Παλλήνῃ. ἠκόντιζον δὲ εἰς οὐρανὸν πέτρας καὶ δρῦς ἡμμένας. διέφερον δὲ πάντων Πορφυρίων τε καὶ Ἀλκυονεύς, ὃς δὴ καὶ ἀθάνατος ἦν ἐν ᾗπερ ἐγεννήθη γῇ μαχόμενος. οὗτος δὲ καὶ τὰς Ἡλίου βόας ἐξ Ἐρυθείας ἤλασε. τοῖς δὲ θεοῖς λόγιον ἦν ὑπὸ θεῶν μὲν μηδένα τῶν Γιγάντων ἀπολέσθαι δύνασθαι, συμμαχοῦντος δὲ θνητοῦ τινος τελευτήσειν. αἰσθομένη δὲ Γῆ τοῦτο ἐζήτει φάρμακον, ἵνα μηδ᾽ ὑπὸ θνητοῦ δυνηθῶσιν ἀπολέσθαι. Ζεὺς δ᾽ ἀπειπὼν φαίνειν Ἠοῖ τε καὶ Σελήνῃ καὶ Ἡλίῳ τὸ μὲν φάρμακον αὐτὸς ἔτεμε φθάσας, Ἡρακλέα δὲ σύμμαχον δι᾽ Ἀθηνᾶς ἐπεκαλέσατο. κἀκεῖνος πρῶτον μὲν ἐτόξευσεν Ἀλκυονέα· πίπτων δὲ ἐπὶ τῆς γῆς μᾶλλον ἀνεθάλπετο· Ἀθηνᾶς δὲ ὑποθεμένης ἔξω τῆς Παλλήνης εἵλκυσεν αὐτόν.
κἀκεῖνος μὲν οὕτως ἐτελεύτα, Πορφυρίων δὲ Ἡρακλεῖ κατὰ τὴν μάχην ἐφώρμησε καὶ Ἥρᾳ. Ζεὺς δὲ αὐτῷ πόθον Ἥρας ἐνέβαλεν, ἥτις καὶ καταρρηγνύντος αὐτοῦ τοὺς πέπλους καὶ βιάζεσθαι θέλοντος βοηθοὺς ἐπεκαλεῖτο· καὶ Διὸς κεραυνώσαντος αὐτὸν Ἡρακλῆς τοξεύσας ἀπέκτεινε. τῶν δὲ λοιπῶν Ἀπόλλων μὲν Ἐφιάλτου τὸν ἀριστερὸν ἐτόξευσεν ὀφθαλμόν, Ἡρακλῆς δὲ τὸν δεξιόν· Εὔρυτον δὲ θύρσῳ Διόνυσος ἔκτεινε, Κλυτίον δὲ δᾳσὶν Ἑκάτη, Μίμαντα δὲ Ἥφαιστος βαλὼν μύδροις. Ἀθηνᾶ δὲ Ἐγκελάδῳ φεύγοντι Σικελίαν ἐπέρριψε τὴν νῆσον, Πάλλαντος δὲ τὴν δορὰν ἐκτεμοῦσα ταύτῃ κατὰ τὴν μάχην τὸ ἴδιον ἐπέσκεπε σῶμα. Πολυβώτης δὲ διὰ τῆς θαλάσσης διωχθεὶς ὑπὸ τοῦ Ποσειδῶνος ἧκεν εἰς Κῶ· Ποσειδῶν δὲ τῆς νήσου μέρος ἀπορρήξας ἐπέρριψεν αὐτῷ, τὸ λεγόμενον Νίσυρον. Ἑρμῆς δὲ τὴν Ἄιδος κυνῆν ἔχων κατὰ τὴν μάχην Ἱππόλυτον ἀπέκτεινεν, Ἄρτεμις δὲ Γρατίωνα, μοῖραι δ᾽ Ἄγριον καὶ Θόωνα χαλκέοις ῥοπάλοις μαχόμεναι τοὺς δὲ ἄλλους κεραυνοῖς Ζεὺς βαλὼν διέφθειρε· πάντας δὲ Ἡρακλῆς ἀπολλυμένους ἐτόξευσεν.» (Απολλόδωρος, “Βιβλιοθήκη” Α΄, 6, 1-2)
(Μετ.: […] η Γη, αγανακτισμένη για την τύχη των Τιτάνων [ο Δίας τους είχε ρίξει στον Τάρταρο], γέννησε από τον Ουρανό τους Γίγαντες, τεράστιους και ανίκητους, φοβερούς στην όψη, με πυκνά, πλούσια και μακριά μαλλιά και γένια και με λέπια φιδιού στα πόδια. Μερικοί λένε ότι γεννήθηκαν στις Φλέγρες, άλλοι πάλι στην Παλλήνη. Αυτοί εξακόντιζαν στον ουρανό πέτρες και φλεγόμενες δρυς. Απ’ όλους τους διέφερε ο Πορφυρίωνας και ο Αλκυονέας, που παρέμενε αθάνατος, όσο πολεμούσε στη γη που γεννήθηκε. Αυτός έδιωξε και τις αγελάδες του Ήλιου από την Ερύθεια. Στους θεούς δόθηκε σαφής χρησμός ότι κανένας τους δεν θα μπορούσε να σκοτώσει τους Γίγαντες, και ότι θα μπορούσαν να τους εξοντώσουν αν κάποιος θνητός συμμαχούσε μαζί τους. Όταν το πληροφορήθηκε η Γη, αναζήτησε ένα βοτάνι, για να μη σταθεί δυνατό να εξολοθρευτούν από κανένα θνητό. Αλλά ο Δίας απαγόρευσε στην Ηώ, στη Σελήνη και στον Ήλιο να φέγγουν και πρόλαβε αυτός και έκοψε το βοτάνι· με τη μεσολάβηση μάλιστα της Αθηνάς εξασφάλισε για σύμμαχο τον Ηρακλή. Και εκείνος σημάδεψε με το τόξο του πρώτα τον Αλκυονέα· αλλά πέφτοντας αυτός στη γη, ξανάβρισκε τις δυνάμεις του· με τη συμβουλή όμως της Αθηνάς ο Ηρακλής τον τράβηξε έξω από την Παλλήνη. 2 Και εκείνος λοιπόν με αυτόν τον τρόπο πέθανε. Ο Πορφυρίωνας πάλι, την ώρα της μάχης με τον Ηρακλή, όρμησε και στην Ήρα. Γιατί ο Δίας του ξύπνησε πόθο ερωτικό για τη θεά, η οποία, καθώς αυτός τις ξέσκιζε τα πέπλα θέλοντας να τη βιάσει, έβαλε τις φωνές καλώντας σε βοήθεια· και καθώς ο Δίας τον κατακεραύνωσε, ο Ηρακλής τον σκότωσε με το τόξο του. Όσο για τους υπόλοιπους, ο Απόλλωνας χτύπησε με τα βέλη του το αριστερό μάτι του Εφιάλτη και ο Ηρακλής το δεξιό· τον Εύρυτο τον σκότωσε ο Διόνυσος με τον θύρσο, τον Κλυτίο η Εκάτη με δαυλούς, τον Μίμαντα ο Ήφαιστος που τον χτύπησε με πυρακτωμένο σίδερο. Η Αθηνά με τη σειρά της, καθώς ο Εγκέλαδος το έσκαγε, έριξε επάνω του το νησί της Σικελίας, ύστερα έγδαρε τον Πάλλαντα και με το δέρμα του προστάτευε το σώμα της την ώρα της μάχης. Ο Πολυβώτης, κυνηγημένος μεσοπέλαγα από τον Ποσειδώνα, φθάνει στην Κω· και ο Ποσειδώνας έκοψε ένα κομμάτι του νησιού, που ονομαζόταν Νίσυρος, και το έριξε επάνω του. Ο Ερμής, φορώντας στην μάχη τη δερμάτινη περικεφαλαία του Άδη, σκότωσε τον Ιππόλυτο, η Άρτεμη τον Γρατίωνα, οι Μοίρες πολεμώντας με χάλκινα ρόπαλα, σκότωσαν τον Άγριο και τον Θόωνα, τους υπόλοιπους τους χτύπησε ο Δίας με κεραυνούς και τους εξόντωσε· και σε όλους εξαπέλυε τα βέλη του ο Ηρακλής και τους αποτελείωνε.)
Η παραπάνω περιγραφή είναι περιληπτική. Στη συνέχεια θα βασιστούμε κυρίως στις πληροφορίες που δίνει ο Αθανάσιος Σταγειρίτης στο έργο του “Ωγυγία”, που έγραψε το 1815, καθώς επίσης και σε άλλες πηγές και θα δώσουμε συνθετικά τις λεπτομέρειες της Γιγαντομαχίας.
Μετά την νίκη του Δία και των υπόλοιπων Κρονείων κατά των Τιτάνων, όταν ο Δίας τους έριξε στα Τάρταρα, αγανάκτησε η Γη με τον χαμό των παιδιών της. Αν και είχε βοηθήσει τον εγγονό της Δία να νικήσει, δεν άντεχε στην ιδέα οι γιοι και οι κόρες της να βρίσκονται καταπλακωμένοι στα μαύρα Τάρταρα. Για να πάρει εκδίκηση, αλλά και για να τιμωρήσει τους Ολύμπιους θεούς, που έπαψαν να την τιμούν, γέννησε τους Γίγαντες. Τους γέννησε στις Φλέγρες της Θράκης. Αυτοί είχαν ανθρώπινη μορφή, ήσαν πανύψηλοι και τερατώδεις και ασυναγώνιστοι στη δύναμη. Είχαν φοβερές όψεις, μαλλιά σκληρά και μακριά, μεγάλα γένια και τα πόδια τους κατέληγαν, κάτω στους μηρούς, σε ουρές δράκοντα. Απ’ όλα το τρομερότερο ήταν ότι έβγαζαν φωτιά από το στόμα και εξέπεμπαν κραυγές αγριότατες και ποικίλες, άλλοτε σαν ταύροι, άλλοτε σαν λιοντάρια, και άλλοτε διαφορετικά. Έτσι μόνο η όψη και η κραυγή τους προξενούσαν μέγιστο τρόμο σε όσους τους έβλεπαν και τους άκουγαν. Αντίθετα με τους Τιτάνες, που ήταν αθάνατοι, οι Γίγαντες ήσαν θνητοί. Απ’ αυτούς, λένε, πως κρατούσε και το γένος των ανθρώπων.
Οι Γίγαντες ήταν πολύ περισσότεροι από τους Τιτάνες, τους Κύκλωπες και τους Εκατόγχειρες. Υπολογίζονται γύρω στους εκατό. Οι κυριότεροι ήσαν οι εξής: Κοίος, Οφίων, Κλύτιος, Άγριος, Αστραίος, Πάλλας,Αλκυονέας, Εφιάλτης, Έμφυτος, Εχίων, Καρύδων Ώτος, Αβσαίος, Άνδης, Άλμωψ, Αιγαίων, Ανώνυμος, Βισάλτης, Οπλάδαμος, Ολύμβρος, Όσταστος, Φέσμις, Πυρίπνοος, Θεοδάμας, Θούριος,Αχέρων, μακρόσιρις, μενεφιάραος,Γρατίων, Θόων, Πορφυρίων, Ιππόλυτος, Μίμας, Όμριμος, Πέλωρος, Δαμάστωρ, Ροίτος, παλληνεύς, Ασκός, Πρόνομος, Κελάδων, Άθως, Εύρυτος, Εγκέλαδος, Αλκυονεύς. Μερικά απ’ αυτά τα ονόματα συγχέονται με αυτά των Τιτάνων. Απ’ αυτούς ο Πορφυρίων ήταν ο πιο αντριωμένος και ο αγριότερος όλων. Ο Αλκυονέας ήταν ο πρώτος και υπήρξε αθάνατος όσο βρισκόταν πάνω στη γη του. Όλοι τους ήσαν άτρωτοι από τους θεούς και μόνον οι άνθρωποι μπορούσαν να τους σκοτώσουν. Στην αρχή συχνά τους επισκέπτονταν οι θεοί και έπαιρναν μέρος στα συμπόσιά τους. Αυτό γινόταν στις γιορτές όταν οι Γίγαντες πρόσφεραν εκατόμβες. Ακόμα και στο δρόμο, όταν τους συναντούσαν οι θεοί, πήγαιναν μαζί τους. Η δύναμη των Γιγάντων ήταν αφάνταστη. Μπορούσαν να ξεκολλούν με ευκολία βράχους ολόκληρους και να τους εκσφενδονίζουν μακριά.
Υπάρχει η παραλλαγή του μύθου που λέει πως η Γη γέννησε στου Γίγαντες σμίγοντας με το Τάρταρο. Πάντως επικρατέστερη είναι η παράδοση που αναφέρει πως οι Γίγαντες γεννήθηκαν από το αίμα του Ουρανού, που έσταξε πάνω στο σώμα της Γης, σαν του έκοψε τα αιδοία ο γιος του ο Κρόνος με χαλύβδινο δρεπάνι, όπως αναφέραμε παραπάνω, σύμφωνα με τη “Θεογονία” του Ησίοδου. Πάντως, όλες οι παραλλαγές αναφέρουν σαν μάνα τους τη Γη. Αυτοί, λοιπόν, προετοίμασαν πόλεμο κατά του Δία, με την παρακίνηση της Γης, για να εκδικηθεί τον χαμό των Τιτάνων, ή με δική τους πρωτοβουλία για να κυριαρχήσουν στον κόσμο, ξέροντας την μεγάλη δύναμή τους. Έβαλαν όρη, το ένα πάνω στ’ άλλο, για ν’ ανέβουν στον ουρανό. Το πεδίο του πολέμου ήταν η πεδιάδα των Φλεγρών, που μετονομάστηκε αργότερα Παλλήνη, από την Παλλήνη την κόρη του Τυφώνα. Οι Φλέγρες βρίσκονταν στην χερσόνησο της Κασσάνδρας. Κάποιοι αναφέρουν ότι ο πόλεμος συνέβη στην Καμπανία της Ιταλίας, κοντά στην πόλη Κύμη, επειδή και εκεί ονομαζόταν η τοποθεσία πεδίο Φλέγραιο. Όμως, εκεί πραγματοποίησε ο Ηρακλής άλλον πόλεμο αργότερα με τους υπόλοιπους Γίγαντες. Ονομάστηκε ο τόπος της μάχης Φλέγραιος και στην Κασσάνδρα και στην Ιταλία, επειδή ο Δίας έριξε πολλούς κεραυνούς και κάηκε ο τόπος από την πολλή φωτιά. Γι’ αυτό ανάβλυσαν θερμά νερά.
Κάποιοι υποστηρίζουν ότι ο πόλεμος έγινε στην Ταρτησό της Ισπανίας και κάποιοι άλλοι στη Συρία. Όμως αυτοί ήσαν άλλοι πόλεμοι., που έγιναν αργότερα. Σίγουρα πραγματοποιήθηκαν πολλές μάχες αυτού του πολέμου σε πολλά μέρη όταν υποχώρησαν οι Γίγαντες.
‘Όταν οι άγριοι Γίγαντες ετοιμάστηκαν σε όλα, άρχισαν έναν άγριο πόλεμο, που ονομάστηκε Γιγαντομαχία. Χωρίς να το περιμένουν οι θεοί, μιας και είχαν καλές σχέσεις πρώτα με τους γιους της γιαγιάς τους Γης, δέχτηκαν ξαφνική επίθεση με βροχή από βράχους κι αναμμένους δαυλούς. Έκραζαν κι αλάλαζαν άγρια οι Γίγαντες και έριχναν σαν ακόντια ολόκληρα δένδρα πυρακτωμένα προς τον ουρανό. Και βράχους τόσο μεγάλους, ώστε όσοι έπεσαν στη θάλασσα έγιναν νησιά, και όσοι έπεσαν στη γη έγιναν ψηλά όρη. Έτσι σχηματίστηκαν τα μεγάλα όρη και τα νησιά της θάλασσας. Στη συνέχεια άρπαζαν αυτά τα όρη και τα έριχναν εναντίον των θεών. Όλα πάνω στη γη αναστατώθηκαν, νησιά βούλιαζαν, στεριές γκρεμίζονταν στη θάλασσα, ποτάμια χάνονταν σε χάσματα ή άλλαζαν πορεία, κάνοντας κατάξερα τα μέρη όπου περνούσαν άλλοτε. Το Αιγαίο έγινε μια απέραντη κόλαση φωτιάς, η Θεσσαλία τρανταζόταν συνθέμελα, κι όλα τα βουνά έτρεμαν σαν φύλλα από δέντρα. Τραντάζονταν η Οίτη, η Όθρυς, το Πήλιο, η Πίνδος, η Όσα, ο Όλυμπος, το Παγγαίο, ο Άθως, η Ροδόπη.
Όπως στην Τιτανομαχία, πάλι οι θεοί ζώστηκαν τα όπλα τους. Αρχηγός στο θεϊκό στρατόπεδο ήταν ο Δίας, οπλισμένος όχι μόνο με την αστραπή, τη βροντή και τον κεραυνό, όπως στην Τιτανομαχία, αλλά και με την αιγίδα, το δέρμα κατσίκας που είχε πάνω το κεφάλι της Γοργόνας. Η τρομερή μορφή της έσπερνε τον πανικό ή απολίθωνε όποιον την αντίκριζε.
Στο πλάι του, πρώτη και καλύτερη σύμμαχος η κόρη του η Αθηνά, η θεά των μαχών, που μόλις είχε γεννηθεί πάνοπλη από το κεφάλι του. Πάνω στο άρμα της, πάντα στο δεξιό του πατέρα της, φορώντας την πανοπλία της και με το γοργόνειο στο στήθος πολέμησε καλύτερα και από άντρας. Γι’ αυτό ο Δίας ονομάστηκε “γιγαντοφόνης” και “γιγαντολέτωρ” και η Αθηνά προσονομάστηκε “γιγαντολέτειρα”, δηλαδή αυτοί που σκότωσαν τους Γίγαντες.
Παραστάτες του Δία ήταν η φοβερή η Στύγα και η κόρη της η Νίκη. Πρωτοπαλίκαρά του ήταν ο Ποσειδώνας με την τρίαινα, ο Απόλλωνας με το τόξο και τα βέλη του και ο Ήφαιστος με τον άκμονα, τις πυράγρες και τους μύδρους του. Σε κάποια στιγμή, που είδε ο κουτσοπόδαρος θεός κουρασμένο τον Ήλιο, τον πήρε πάνω στο δικό του άρμα. Μαζί κι ο Άρης με όλα του τα όπλα, ο Ερμής με το κηρύκειο. Μα και οι θεές δεν έκαναν πίσω. Πρόσφεραν με κάθε τρόπο τη βοήθειά τους. Η Ήρα, η Αφροδίτη, η Άρτεμη, η Εκάτη και οι Μοίρες πολέμησαν ισάξια με τους άντρες. Μόνο η Δήμητρα δε συμμετείχε στον αγώνα αυτόν γιατί είχε ιδιαίτερη συγγένεια με τη Γη, που προστάτευε τους καρπούς της, οι οποίοι φύτρωναν στο ιερό της χώμα.