Τρίτη, 1 Αυγούστου 2017

Τυφωέας ή Τυφώνας


[[ δαμ- ων ]]

Β΄ μέρος
Την περιγραφή της μάχης ανάμεσα στον βροντορίχτη Δία και τον φιδόμορφο Τυφώνα, δίνει και ο Ησίοδος:
«Και θα γινότανε κακό αγιάτρευτο τη μέρα εκείνη
και θα βασίλευε ο Τυφώνας στου; Αθάνατους και τους θνητούς,
αν γρήγορα δε το ‘νιωθε ο πατέρας των θεών και των ανθρώπων.
Και βρόντησε ξερά και δυνατά, και γύρω η γη
φρικτά αντιβόησε και ο πλατύς ο ουρανός επάνω
κι ο πόντος και του Ωκεανού το ρέμα και τα τάρταρα της γης.
Κι από τα πόδια τα αθάνατα του βασιλιά, καθώς κινούσε,
έτρεμε ο μέγας Όλυμπος. Και στέναζε μαζί κι η γη.
Και πύρωμα που ερχόταν κι απ’ τους δυο το μελανό κατείχε πόντο,
πύρωμα της βροντής, της αστραπής, και της φωτιάς που έβγαινε απ’ το τέρας,
των ορμητικών ανέμων, του κεραυνού που φλέγεται.
Έβραζε όλη η γη κι ο ουρανός κι η θάλασσα.
Μεγάλα κύματα μαίνονταν πλάι στις ακτές, από παντού ολόγυρα,
απ’ την ορμή των αθανάτων και άσβεστος σεισμοσηκώθηκε.
Από το βρόντο τον ασίγαστο κι απ’ το σκληρό αγώνα
τρόμαξε ο Άδης που βασιλεύει στους νεκρούς κάτω απ’ τη γη
και οι τιτάνες μες τα τάρταρα που γύρω απ’ τον Κρόνο είναι.
Κι όταν κορύφωσε ο Δίας την ορμή του και τα όπλα πήρε,
τη βροντή, την αστραπή, τον αιθαλώδη κεραυνό,
τον χτύπησε πηδώντας απ’ τον Όλυμπο.
Κι έκαψε ολόγυρα όλα τα’ ανείπωτα κεφάλια του φοβερού θεριού.
Κι αφού το δάμασε με χτυπήματα μαστιγώνοντάς το,
σωριάστηκε ο Τυφώνας πληγωμένος, και στέναζε η πελώρια γη.
Και φλόγα τινάχτηκε απ’ τον κεραυνωμένο άρχοντα,
όταν αυτός χτυπήθηκε στα φαράγγια του βουνού,
σε τόπο απόκρημνο και σκοτεινό. Σε εύρος η πελώρια γη καιγότανε
μ’ άφατη θέρμη κι έλιωνε σαν κασσίτερος που θερμάνθηκε
σε χωνευτήρια καλότρυπα με την τέχνη των σφιγηλών μαστόρων,
ή σαν σίδηρος, που ‘ναι το πιο δυνατό από τα μέταλλα,
που δαμάζεται στα φαράγγια των βουνών με καυτερή φωτιά
και λιώνει μέσα στη θεϊκή τη γη με τις τεχνικές του Ηφαίστου.
Έτσι λοιπόν έλιωνε η γη από τη λάμψη της φωτιάς που έκαιγε.
Κι ο Δίας, θλιμμένος στην καρδιά, τον έριξε στον πλατύ τον Τάρταρο.» (Ησίοδος, Θεογονία, 836- 868)

Η συνέχεια >>> VagiaBlog…

Υπάρχει μια παραλλαγή του μύθου για τη γέννηση του τρομερού τέρατος Τυφώνα, που αναφέρει πως μητέρα του ήταν η Ήρα. Η κόρη του Κρόνου θύμωσε όταν ο Δίας, έξω από τη συζυγική τους σχέση, γέννησε μόνος του, βγάζοντας από την κεφαλή του την Αθηνά. Γι’ αυτό η Ήρα ζήτησε τη βοήθεια της Γης και των άλλων θεών, ώστε να γεννήσει ένα παιδί πολύ πιο δυνατό από τον Δία, αλλά χωρίς να ντροπιάσει το όνομά της. Το θέλημα της θεάς πραγματοποιήθηκε και έτσι γέννησε τον τρομερό Τυφώνα, που ‘ταν πολύ δυνατός. Η βασιλοθεά έδωσε το παιδί της, σαν το γέννησε, σε μια δράκαινα να το αναθρέψει. Αυτή είχε τη φωλιά της κοντά σε μια πηγή στην περιοχή των Δελφών. Σύμφωνα με τον ομηρικό ύμνο, ο Απόλλωνας σαν ήρθε στην περιοχή να ιδρύσει το ιερό του σκότωσε με τα βέλη του πρώτα τη δράκαινα και μετά το θρέμμα της, τον Τυφώνα, γιατί προξενούσαν πολλά κακά στην περιοχή.
Ας δούμε την γέννηση του Τυφώνα από την Ήρα, όπως την παραθέτει ο Ομηρικός Ύμνος:
« Και κοντά η βρύση η καλλίροη όπου τη δράκαινα σκότωσε
ο βασιλιάς, του Δία γιος με το πανίσχυρό του τόξο,
τέρας μεγάλο άγριο χοντροθρεμμένο, που πολλά δεινά
έκανε στους ανθρώπους πάνω στη γη, πολλά σ’ αυτούς,
πολλά και στα λυγεροπόδαρα τα’ αρνιά, που ήταν για κείνους κακό ματοβαμμένο.
Κάποτε που δέχτηκε από τη χρυσόθρονη Ήρα τον φοβερό κι επικίνδυνο Τυφώνα,
τον μεγάλωσε σαν συμφορά για τους θνητούς,
αυτόν που η Ήρα κάποτε τον γέννησε θυμωμένη με τον πατέρα Δία
όταν ο Κρονίδης γέννησε την ένδοξη Αθηνά
απ’ το κεφάλι του· εκείνη, η σεβαστή Ήρα , ευθύς οργίστη
και είπε στη σύναξη των αθανάτων:
Ακούστε με, όλοι οι θεοί κι όλες οι θεές,
πώς αρχινά να με ντροπιάζει ο συννεφομαζώχτης Δίας
πρώτος, αφού σύζυγό του φρόνιμη μ’ έκανε·
και τώρα, δίχως εμέ, τη γλαυκομάττα Αθηνά γεννάει,
που ξεχωρίζει σε όλους τους μακάριους αθάνατους·
σαν, όμως, γεννήθηκε ανάπηρος μες στους θεούς
ο γιος μου ο Ήφαιστος ο σταβοπόδης, που μόνη μου τον γέννησα,
αρπάζοντάς τον με τα χέρια,
τον έριξα μες στην πλατιά τη θάλασσα·
αυτόν, ωστόσο, η κόρη του Νηρέα, η ασημοπόδαρη Θέτις,
τον δέχτηκε και τον φρόντισε μαζί με τις αδελφές της·
και θα ευχόμουν άλλη χάρη να έκανε στους μακάριους θεούς.
Τρομερέ δολοπλόκε, τι άλλο σοφίζεσαι;
Πώς τόλμησες μονάχος να γεννήσεις τη γλαυκομάτα Αθηνά;
Δε θα μπορούσα να τη γεννήσω εγώ; Μ’ όλο που με λένε δική σου
κι είμαι ανάμεσα στους αθανάτους που κατοικούνε στον πλατύ ουρανό.
Εξήγησέ μου τώρα, μήπως σοφιστώ ενάντιά σου κάτι
κακό αργότερα· και εγώ θα μηχανευτώ πώς θα γεννηθεί
ο δικός μου γιος ξεχωριστός μες στους αθανάτους,
χωρίς να ντροπιάσω ούτε το ιερό κρεβάτι σου ή το δικό μου
και δίχως να πλαγιάσω μαζί σου, αλλά από σένα
όντας μακριά, θα ‘μαι με τους αθάνατους θεούς.
Έτσι είπε και θυμωμένη έφυγε μακριά από τους θεούς.
Αμέσως μετά προσευχήθηκε η βοϊδομάτα Ήρα η σεβαστή,
κι απλώνοντας τα χέρια άγγιξε τη γη και λόγια είπε:
Ακουστέ με, η Γη και ο πλατύς Ουρανός από πάνω,
οι Τιτάνες και οι θεοί που κατοικείτε κάτω από τη Γη
στον μεγάλο Τάρταρο, απ’ όπου έρχονται άνθρωποι και θεοί·
εσείς τώρα ακούστε με όλοι, και δώστε μου παιδί
χωρίς το Δία, μα όχι κατώτερο σε δύναμη από εκείνον·
να είναι ανώτερός του όσο και ο μεγαλομάτης Δίας απ’ τον Κρόνο.
Έτσι μίλησε και χτύπησε τη Γη με το γερό της χέρι·
και σείστηκε η Γη η ζωοδότρα κι εκείνη το είδε
και χάρηκε η ψυχή της, πιστεύοντας πως θα ευοδωθεί η ευχή της.
Και από τότε κι ίσαμε να συμπληρωθεί ο χρόνος,
ούτε σε θρόνο ολοσκάλιστο, όπως παλιά, κάθισε δίπλα του
σκέψεις να κάνει συνετές·
αλλά σε ναούς κατάμεστους παραμένοντας
η βοϊδομάτα Ήρα η σεβαστή ευφραινόταν με τις θυσίες.
Και σαν τελείωσαν οι μήνες και οι μέρες
και του έτους που κύλησε έφτασε πάλι η κατάλληλη εποχή ,
γέννησε εκείνη ούτε με τους θεούς όμοιον ούτε με τους θνητούς
το φοβερό κι επικίνδυνο Τυφώνα, συμφορά των θνητών.
Τον πήρε αμέσως η βοϊδομάτα Ήρα η σεβαστή
και τον έδωσε μετά, φέρνοντας κακό στο κακό· κι η δράκαινα τον δέχτηκε·
αυτός πολλές συμφορές έφερε στα σπουδαία γένη των ανθρώπων.
Όποιος την αντίκριζε, του έφερνε τη μέρα του θανάτου του
ώσπου την τόξευσε ο μακροβόλος βασιλιάς Απόλλωνας με βέλος
ισχυρό· κι εκείνη σπαράζοντας με φριχτούς πόνους
έπεσε στη γη βαριαναστενάζοντας κουλουριασμένη.» (Ομηρικοί Ύμνοι, Στον Απόλλωνα, 300- 359)
Η μυθολογία μας αναφέρει πως ο Τυφώνας έσμιξε με την Έχιδνα, που ήταν μισή γυναίκα και μισή φίδι. Απ’ αυτό το σμίξιμο γεννήθηκαν πολλά τέρατα και μάστιγες των ανθρώπων: ο Κέρβερος, το άγριο τρικέφαλο σκυλί του Άδη, η πολυκέφαλη Λερναία Ύδρα, η Χίμαιρα, η Σκύλλα, οι δύο δράκοι, όπου ο πρώτος φύλαγε τα μήλα των Εσπερίδων και ο δεύτερος το χρυσόμαλλο δέρας στην Κολχίδα, η Σφίγγα, που ήταν ο όλεθρος στη Θήβα, ο λέων της Νεμέας, ο Όρθος, το σκυλί του Γηρυόνη, κι ο αετός, που ‘τρωγε καθημερινά το συκώτι του Προμηθέα. Απ’ τη σπορά του Τυφώνα προέρχονταν οι μανιασμένοι άνεμοι.
Ο Τυφώνας ετυμολογικά έχει σχέση με τον τύφο και την τούφα. Στο Μέγα Λεξικό του Δ. Δημητράτου, ως αρχική σημασία της λέξης τύφος δίνεται: καπνός, ατμός, αχλύς, ζόφος, σκότος, οπότε συνδέεται με έντονα καιρικά φαινόμενα. Γνωρίζουμε ότι ο τυφώνας είναι το πιο εντυπωσιακό και βίαιο από τα έκτακτα φυσικά και μετεωρολογικά φαινόμενα.
Επομένως, τα παιδιά του Τυφώνα συμβολίζουν τις βίαιες ριπές του ανέμου, τους τρομερούς σίφουνες. Γυναίκα του, η 'Εχιδνα, είναι το σύννεφο της θύελλας με τις μαύρες αναδιπλώσεις. Με το πάνω μέρος του σώματός της, η Έχιδνα είναι μια νέα νύμφη, με βλέμμα γλυκό , μ’ ωραίο πρόσωπο, ενώ στο υπόλοιπο του σώματος είναι ένα πελώριο και φριχτό φίδι, σκεπασμένο με λέπια που έχουνε μεταβλητά χρώματα.
Έτσι, στην μυθολογία των προγόνων μας ο Τυφώνας συνδέεται με έντονα μετεωρολογικά φαινόμενα, που εκδηλώνονται με πολλή βιαιότητα. Οι θύελλες, οι ανεμοστρόβιλοι, οι δίνες, η έντονα ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα, το ξερίζωμα των δέντρων και η αρπαγή των στεγών από τα σπίτια, ακόμη και το γκρέμισμα, στην φαντασία των αρχαίων έδωσε αυτή την τρομαχτική μορφή του τέρατος. Συνδέεται επίσης με σεισμική και ηφαιστειακή δραστηριότητα από το ξερίζωμα βουνών και το στήσιμο του εργαστηρίου του θεού Ήφαιστου στο σβέρκο του Τυφώνα.
Αυτή τη βιαιότητα των καιρικών φαινομένων συνδέει με τον Τυφώνα ο Ησίοδος:
«Από τον Τυφωέα έρχεται η ορμή των ανέμων που υγρά φυσούν,
εκτός απ’ το Νοτιά και το Βοριά και το Ζέφυρο που φέρνει αιθρία:
αυτοί ‘ναι στη γενιά απ’ τους θεούς και στους θνητούς μεγάλο όφελος.
Ενώ οι άλλοι άνεμοι φυσούνε άστατα πάνω στη θάλασσα.
Είναι αυτοί που πέφτουνε στο σκοτεινό τον πόντο,
μεγάλη συμφορά για τους θνητούς, και μαίνονται με θύελλα κακή.
Κάθε φορά πνέουν κι αλλιώς και τα καράβια διασκορπίζουνε,
τους ναύτες αφανίζουν. Και δεν υπάρχει προστασία απ’ το κακό
για τους ανθρώπους που θα τους συναντήσουν μες τη θάλασσα.
Και άλλοι επάνω στην απέραντη τη γη, που ‘ναι γεμάτη άνθη,
τα εράσμια αφανίζουνε των χαμογέννητων ανθρώπων τα χωράφια,
γεμίζοντάς τα σκόνη και συρφετό από φρύγανα αφόρητο. (Ησίοδος, Θεογονία, 869- 880)

Δεν υπάρχουν σχόλια: